Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Άρης Φακίνος-Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα

Άρης Φακίνος, "Τό όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα", εκδόσεις Καστανιώτη

Κείνη την εποχή άλλωστε οι άνθρωποι δεν ήταν άπληστοι και φαταούληδες: αν είχαν λίγα, δεν παραπονιούνταν, τα μυαλά τους δεν έπαιρναν αέρα με τα περισσότερα. (σελ. 11)

Τι λογής κουβέντα, σκέφτηκα σε μια στιγμή, να πιάσει ο σημερινός ασφαλτόβιος ανθρωπάκος με τούτη τη γη, σε πια γλώσσα να της μιλήσει; Με τις πρώτες λέξεις που θα καταφέρει να ψελλίσει, θα 'χει για μόνη απάντηση την αδιαφορία της, την περιφρόνησή της. (σελ. 21)

Μαύρη κι άραχλη θα 'ναι η λευτεριά που θ' αποχτήσουμε, αν αρχίσουμε να συναγωνιζόμαστε τους βαρβάρους στην βαρβαρότητα. (σελ. 28)

Σ' αυτό τον άγριο τόπο η γη μοιάζει με πονηρή και ζόρικη γυναίκα, δεν ανοίγει την αγκαλιά της στον όποιο όποιο και μάλιστα με το πρώτο, δεν του δίνεται εύκολα. Για να την κάνει κάποιος ζάφτι, πρέπει να κατέχει καλά όλα τα κρυφά χούγια και τα μυστικά του κορμιού της, να μπορεί να προβλέπει όλα τα ξαφνικά κόλπα της. (σελ. 50)

Από τα πιο παλιά, από τα προϊστορικά σχεδόν χρόνια ο άνθρωπος εμπιστεύεται στο φθαρτό και πρόσκαιρο κτίσμα ένα σωρό μηνύματα για τους κατοπινούς καιρούς, του μέλλοντες κόσμους, παίρνει ένα κομμάτι μάρμαρο ή κάποιο ογκολίθι και λαξεύει, χαράζει, σκαλίζει, μιλάει για τους καημούς και για τα όνειρά του στους μεταγενέστερους. (σελ. 60-61)



Μια φορά στη Λάρισα, οι μπράβοι ενός μεγαλοτσιφλικά τον βασανίσανε με πυρωμένο σίδερο για να τον αναγκάσουνε να πάει και να τραγουδήσει στο αρχοντικό του αφεντικού τους που 'χε τραπέζι σ' ΄εναν Τούρκο πασά. Μια άλλη, στην Τρίπολη, οι προεστοί έβαλαν να τον κρεμάσουν από τα πόδια σ' έναν πλάτανο, επειδή τα τραγούδια του ξεσήκωναν των ραγιάδων τα μυαλά. Άλλοι τον πλήρωναν αδρά για να μιλήσει κι άλλοι για να σωπάσει-με τους ανθρώπους δεν βγάζεις ποτέ άκρη. (σελ. 71)


Ο καθένας σ' αυτή τη γη πολεμάει με την δική του χαράδρα και με το δικό του χάος, συλλογίζεται ο Τρύφωνας, του ρίχνεται και το πολεμάει με όλα τα μέσα, μάχεται με χίλια βάσανα να στήσει ένα γεφύρι για να περάσει απέναντι, ιδροκοπάει μέρα και νύχτα πάνω στη δική του σκαλωσιά. (σελ. 73)


Η απελπισία δεν είναι καθόλου ψύχραιμος σύμβουλος για ένα λαό. (σελ. 86)


Ο Στέλιος καλοτυλίγεται με μια χοντρή φλοκάτη, αλλά πριν πέσει στο αχυρένιο του στρώμα για να κοιμηθεί, ρίχνει στο ζώο του μια τελευταία ματιά. Το μουλάρι ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον του και τον κοιτάζει κι αυτό, αλλά μ' έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν ανθρώπινο, θαρρείς και του λέει μ' ένα και μόνο βλέμμα: Μη σκοτίζεσαι, σύντροφε, μη βασανίζεις το κεφάλι σου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, ότι κι αν γενεί πάνω σ' αυτή τη γη, με γέφυρα η χωρίς γέφυρα, οι άνθρωποι θα μείνουν πάντα άνθρωποι και τα μουλάρια μουλάρια. (σελ. 92)


Δεν ήτανε η πρώτη φορά που ο πρωτομάστορας έβλεπε ανθρώπινα κοπάδια που 'ρχονταν από μακριά, από τα βόρεια, που περιπλανιούνταν επί μήνες, συχνά κι επί χρόνια, ώσπου να βρουν φιλόξενο τόπο, μια νέα πατρίδα. Απελπισμένοι πληθυσμοί που εγκαταλείπαν τα χωριά, τα σπίτια και τα πατρογονικά τους χώματα κι έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, άλλοτε για γλυτώσουν από την πείνα κι άλλοτε διωγμένοι από τους Τούρκους που 'χαν κατακτήσει τα Βαλκάνια. (σελ. 97)


...οραματίζονταν ένα κόσμο που δε θα 'χε παρά εμπόρους, μαγαζάτορες και μουστερήδες, με μοναδική του θεότητα τον παρά, την τράπεζα για εκκλησία, τον τραπεζίτη για παπά. (σελ. 106)


Έβλεπε η ντόπια φτωχολογιά την ξένη που έρχοταν για να πιάσει δουλειά κι άρχιζε η φαγωμάρα, γίνονταν συμπλοκές, σωστές μάχες, έτρεχε των απόκληρων το αίμα για το χατήρι του άρχοντα, του τσιφλικά. (σελ. 109)


Στην κασέλα μου θα βρεις και κάτι άλλα χαρτιά, που δεν είναι δικά μου, αλλά του Τρύφωνα. Να τα δώσεις κι αυτά σε κάνα μοναστήρι. Μην το αμελήσεις. Δίχως των τραγουδάρηδων τα λόγια, τα έργα μας δεν αξίζουν τίποτα. (σελ. 130-131)


29 Αυγούστου 1789... Μην περιμένετε, αγαπητέ μου φίλε, να σας εξηγήσω τι ακριβώς συμβαίνει και τι σημαίνουν όλες αυτές οι εξελίξεις. Κείνο που ξέρω είναι ότι εμείς οι Γάλλοι μοιάζουμε σήμερα με τους αλχημιστές του Μεσαίωνα: βάλαμε μια χύτρα πάνω στη φωτιά της Ιστορίας, ρίξαμε μέσα ένα σωρό ετερόκλητα στοιχεία, ανακατεύουμε και περιμένουμε να δούμε το αποτέλεσμα. Ο καθένας το φαντάζεται διαφορετικό, ανάλογα με την θέση που κατέχει στην κοινωνία, με την πείρα του, με τη μόρφωσή ή το επάγγελμά του. (σελ. 170)


Τα 'ξερε και τα 'βλεπε όλα αυτά ο μαστρο-Νικήτας, αλλά τα περισσότερα τα 'χε φανταστεί από πριν, τα 'χε προβλέψει. Κάτεχε καλά πως ο δρόμος που ανοίγεις για να μπορούν να ταξιδεύουν και να επικοινωνούν οι άνθρωποι δεν είναι μποστάνι για να τον μαντρώσεις, δεν είναι κάστρο να χτίσεις στα μπεντένια κανόνια, να βάλεις και μια κινητή γέφυρα. Ο παράς δεν ταξιδεύει ποτέ χωρίς συνοδεία, σέρνει από πίσω του, όπως κι ένα κάρο φορτωμένο κοπριά, ένα σωρό ζούδια, μύγες, σκαθάρια, σκουλήκια: χρήμα καθαρό, τίμιο, αθώο δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. (σελ. 178)


Δεν του καλοφαίνεται του σκλάβου η ξαφνική λευτεριά, συλλογίστηκε, του φαίνεται αφύσικο να μην βλέπει στα χέρια του δεσμά, έχει συνηθίσει στη σιγουριά που τον κάνει νοιώθει του αφέντη η παρουσία. Κάθε φορά που δεν βλέπει ο άνθρωπος γύρω του κάποιον για να τον υπακούσει, για να του προσπέσει, για να τον αποκαλέσει "αφέντη" δεν νιώθει καλά, νοσταλγεί την πρότερη σκλαβιά, αναζητάει αλυσίδες για να τις περάσει μονάχος του στα χέρια. (σελ. 195)

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Πέτερ Μπίχσελ: Κατά βάθος η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά


Πέτερ Μπίχσελ, Κατά βάθος η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά,μετάφραση Αθηνά Οικονομίδου, εκδόσεις γράμματα, 1986


Όταν φεύγουν οι νοικάρηδες, έρχονται άλλοι. Την πρώτη μέρα τους μυρίζεις, μυρίζεις πως τους αρέσει το σκόρδο, μυρίζεις το γράσο του μηχανικού και το ροκανίδι του μαραγκού, αργότερα ίσως τις πάνες του μωρού, μα πιο έπειτα, την Τρίτη κιόλας μέρα, η μυρωδιά γίνεται ένα με το σπίτι, είναι ξανά το σπίτι με τα τέσσερα πατώματα. [σελ.8 από το «Πατώματα»]

Είναι μικρή κοπέλα, μια σταλιά πραγματάκι, κουκλίτσα, μπιζουδάκι, σκέφτεσαι ακόμα.
Και βέβαια μπορείς να τη ρωτήσεις.
Έχει τρυφερό χέρι.
Περιμένει εδώ, πότε καμιά φιλενάδα, ποτέ καμιά συνάδελφο, το τρένο, το βράδυ.
Είναι μια κοπέλα.
Αν τη ρωτήσεις, είναι κιόλας γυναίκα. [σελ. 11 από το «Οι άντρες»]

Κανένας δεν προσέχει πως πέφτουν τα φύλλα των δέντρων. Ξαφνικά, δεν τους μένει μήτε ένα. Τον Απρίλη θα έχουν πάλι φύλλα, μπορεί κι απ` το Μάρτη. Τότε θα δεις πως βγαίνουν τα φύλλα. [σελ. 19 από το «Νοέμβρης»]

Κάποια φορά στη ζωή του πρέπει να το χώνεψε πως δε θα γίνει θηριοδαμαστής. Από τότε άρχισε να βρίσκει πολύ ακριβό το εισιτήριο του τσίρκου. [σελ. 20 από το «Τα λιοντάρια»]

Ο γαλατάς περνάει στις τέσσερις το πρωί, η κυρία Μπλουμ δεν το ξέρει, πολλές φορές σκέφτεται, πρέπει να τον γνωρίσω, πρέπει να σηκωθώ μια μέρα στις τέσσερις να τον δω. [σελ. 33 από το «Ο γαλατάς»]

Κατά βάθος, η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά. Ο γαλατάς την ξέρει την κυρία Μπλουμ, παίρνει δυο λίτρα και εκατό γραμμάρια, κι έχει καμένο κατσαρόλι. [σελ. 35 από το «Ο γαλατάς»]

Και υπάρχουν υπάλληλοι που αγαπούν τα παιδιά και μερικοί που τους αρέσουν τα ραπανάκια σαλάτα, και μερικοί μετά τη δουλειά πηγαίνουν για ψάρεμα, κι όταν καπνίζουν, προτιμούν κυρίως τον αρωματικό καπνό, και υπάρχουν υπάλληλοι που δε φοράνε καπέλο.
Και στις δώδεκα βγαίνουν όλοι απ` την πύλη. [σελ. 40 από το «Οι υπάλληλοι»]

Της γράφει ό,τι γράφει κανείς για τη θάλασσα και πως είναι γαλάζια, και της γράφει «φιλικούς χαιρετισμούς», όπως γράφει κανείς «φιλικούς χαιρετισμούς» και ζητάει συγνώμη για τον γραφικό του χαρακτήρα, ζητάει συγνώμη για τη μακριά σιωπή του και γράφει πως είναι καλά που φυσάει πάντα ένα αεράκι απ` τη θάλασσα. Έπειτα, μιαν άλλη φορά, αργότερα, θα ρίξει ο ταχυδρόμος ένα γράμμα στο κουτί, και κάτω απ` τη διεύθυνση θα λέει Svizzera, και θα είναι ο γραφικός του χαρακτήρας, και είναι όμορφα στη θάλασσα, πολύ του αρέσει. [σελ.43 από το «Της θάλασσας»]

Ο κύριος Κουρτ δεν προκαλεί την περιέργεια κανενός. Ωστόσο, τον ξέρουν χρόνια. Στην ατζέντα του αφεντικού, στις δεκατέσσερις Ιουλίου, γράφει: «κύριος Κουρτ». Εκείνη τη μέρα είναι τα γενέθλια του, και ο κύριος Κουρτ παίρνει την μπίρα του τζάμπα. [σελ. 51 από το «Τα χαρτιά»]

Στις 27 Δεκεμβρίου του 1970, ο εφημεριδοπώλης ξαναμπαίνει στο κατάστημα, δε βρίσκει την κοπέλα που τον είχε εξυπηρετήσει, κι αναγκάζεται να εξηγήσει πάλι διεξοδικά σε μιαν άλλη κοπέλα πως είχε αγοράσει χαβιάρι στις 24 Δεκεμβρίου, πως ζήτησε να του τα εξηγήσουν όλα, και πως το ίδιο βράδυ, στο δωμάτιό του, προσπάθησε επί δυο ώρες ν` ανοίξει το βαζάκι, αλλά δεν τα κατάφερε. («Δεν ξεκολλάει με τίποτα».) [σελ. 69 από το «Μια ιστορία για σχολικά αναγνωστικά»]

Έτσι, δεν έχει καμιά σημασία τι είπε ο μπογιατζής στον ντε Σταέλ, αλλά μπορεί να είπε τα εξής: «Δε γίνεται να πάρω τους πίνακες, η γυναίκα μου θα με κοροϊδεύει, κι έπειτα θα με ρωτήσει που τους βρήκα. Θ πρέπει τότε να της πω ότι μου τους έδωσαν για πληρωμή, και θα με βρίσει. Λοιπόν, καλύτερα να μην πάρω τίποτα για τη δουλειά, αφού δεν έχετε λεφτά, και δεν πειράζει- καλή καρδιά». [σελ. 75 από το «Η τέχνη του μπογιατζή»]

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Τσέζαρε Παβέζε-Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα


Τσέζαρε Παβέζε, «Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα», μετάφραση Θανάσης Κουτλής, εκδόσεις Νεφέλη

… δεν κουραζόμουν, για παράδειγμα, ν’ ακούω από την μητέρα τη διήγηση της φυγής του από το κολέγιο, όταν ο πατέρας μου δεκαπεντάχρονος είχε κοιμηθεί για δυο νύχτες κάτω από ‘να γεφύρι, και γύρω χιόνιζε. Τώρα ξέρω ότι ερευνούσα μέσα στις μνήμες μου, τα ένστιχτά μου σ’ όλη μου την συνείδηση, για να ανακαλύψω ως τη ρίζα τις ταυτοσημίες της φύσης μου με τη δική του, μόνο και μόνο επειδή προαισθανόμουν σ’ αυτόν διαγραμμένο το πεπρωμένο μου. (σελ. 12 από το «Ο κύριος Πέτρος»)

Και το χωράφι και οι ξεροί μίσχοι, σιγά σιγά με νανουρίζουν και φτάνουν στην καρδιά μου. Ανάμεσά μας δεν χρειάζονται κουβέντες. Οι κουβέντες έγιναν εδώ και πολλά χρόνια. (σελ. 21 από το «Το χωράφι του καλαμποκιού»)

Το πιο περίεργο γεγονός-αν και συχνά το προκαλούσα στην τέχνη-ήταν το ν’ αντιλαμβάνομαι ότι μια χειρονομία, κάποιο χρώμα, μια φωνή, τα είχα ήδη γνωρίσει ή ακούσει ποιος ξέρει πότε, και γι’ αυτό ανάβλυζαν από την ίδια την συνείδησή μου μάλλον παρά από τα πράγματα γύρω μου. (σελ. 25 από το «Ο χρόνος»)

Ένα βράδυ η σελήνη ανέτειλε στο φρύδι του λόφου. Οι μακρινές λεύκες ήταν μαύρες, η σελήνη τεράστια, γεμάτη. Σταματήσαμε. Εγώ είπα: «Όλα τα χρόνια, αν και ποτέ δεν θυμάμαι καλά, τον Σεπτέμβρη η σελήνη είναι η ίδια. Εσύ το ήξερες ότι ήταν κίτρινη;» (σελ. 27 από το «Ο χρόνος»)

Στο χωριό μου όποιος ερωτεύεται περιπαίζεται` όποιος παντρεύεται επευφημείται, καθότι δεν αλλάζει σε τίποτα η ζωή του. (σελ. 32 από το «Η κοιλάδα»)

Φοβόμαστε τους εαυτούς μας και το σκοτάδι κι όποιος φοβάται το σκοτάδι δεν είναι επειδή πιστεύει σε περίεργες υπάρξεις. Απλώς είναι κάποιος που ξέρει ότι το αίμα του και η σκέψη του μπορούν να διεγερθούν στην επαφή με την νύχτα και να φανερωθούν πράγματα θαυμαστά όπως στο άλογο ο ιδρώτας. (σελ. 40 από το «Όνειρα στον κάμπο»)

«Δεν είναι αυτό» είπε ο Πάλε. «Πιστεύεις ότι την ενδιαφέρει την οχιά αν εσύ κάνεις το καλό παιδί; Η οχιά θέλει να σκοτώσει εκείνους που την κυνηγούν…» (σελ. 47 από το «Το όνομα»)

Ζαν Ζενέ Ο σκοινοβάτης



Ζαν Ζενέ, Ο σκοινοβάτης, μετάφραση Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1996


Ο έρωτας, σχεδόν απελπισμένος αλλά γεμάτος τρυφερότητα, ο έρωτας που οφείλεις να δείχνεις στο σκοινί σου πρέπει να είναι δυνατός όσο και το συρματόσκοινο που κρατά το βάρος σου. Γνωρίζω τα αντικείμενα, τη μοχθηρία και τη σκληρότητά τους, αλλά και την ευγνωμοσύνη τους. Το σκοινί ήταν νεκρό – ή έστω βουβό και τυφλό. Με την εμφάνισή σου θα ζωντανέψει και θα μιλήσει. [σελ. 15-16]


Το έδαφος θα σε κάνει να τρικλίζεις.

Ποιος λοιπόν πριν από σένα κατάλαβε πόση νοσταλγία είναι κλεισμένη στην ψυχή ενός συρματόσκοινου εφτά χιλιοστών; Μήπως κι εκείνο ήξερε ότι με δυο σου μόνο σάλτα στον αέρα θα σε αναδείκνυε χορευτή; Μόνον εσύ το γνώριζες. Κατάλαβε λοιπόν τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του. [σελ. 18-19]


Αν ο έρωτάς σου, η δεξιοτεχνία και η πονηριά σου κατορθώσουν να ανακαλύψουν τις μυστικές δυνατότητες του συρματόσκοινου, αν η ακρίβεια των κινήσεών σου είναι απόλυτη, τότε και εκείνο θα σπεύσει να ξαναντύσει το πόδι σου (με τα δερμάτινα στολίδια) – και θα χορέψει εκείνο, όχι εσύ.

Μα αν χορεύει το σκοινί σου ακίνητο, κι αντί για σένα το είδωλό σου, που βρίσκεσαι εσύ; [σελ. 22]


Μα κοίτα να πεθάνεις πριν εμφανιστείς: ένας νεκρός χορεύει στο σκοινί. [σελ. 23]


Ν` αφανίζει τον εαυτό του όλο και περισσότερο, για να μαρμαίρει ακόμα πιο στιλπνή η εικόνα αυτή, που την κατοικεί ένας νεκρός. Και να υπάρχει μόνο στο σκοινί. [σελ. 27]


Και το πήδημα πετυχαίνει, πατάς πάλι στο σκοινί, και τότε εκείνοι σε επευφημούν, επειδή η δεξιοτεχνία σου εμπόδισε το θάνατο να ασελγήσει πάνω σ` έναν απαράμιλλο χορευτή. [σελ. 29]


Περίεργο σχέδιο: να ονειρευτεί τον εαυτό του, να ζωντανέψει τ` όνειρό του, για να επανέλθει όνειρο στη σκέψη των άλλων! [σελ. 30]


Ποιος φυσιολογικός, γνωστικός άνθρωπος περπατά πάνω σε συρματόσκοινο ή εκφράζεται με στίχους; [σελ. 31]


Κάτω, όλα τα κεφάλια ήταν χαμηλωμένα και τα χέρια κάλυπταν τα μάτια. Το κοινό αρνιόταν στην ακροβάτισσα τη φιλοφρόνηση να την κοιτάξει κατάματα τη στιγμή που άγγιζε το θάνατο.

«Κι εσύ», μου λέει αυτός, «τι έκανες;»

«Την κοιτούσα. Να την βοηθήσω, να τη χαιρετήσω που οδήγησε το θάνατο στα κράσπεδα της νύχτας, για να τη συντροφέψει στην πτώση της και στον δικό της θάνατο». [σελ. 37]


Μίσος για ποιον Θεό; Και γιατί να τον νικήσεις; [σελ. 43]


Πάνω στο συρματόσκοινό σου είσαι ο κεραυνός. Έστω, ένας μοναχικός χορευτής. Σε αναγκάζει να χορεύεις μια τρομερή δυστυχία, που πυροδοτείται κι εγώ δεν ξέρω από ποια φλόγα που σε φωτίζει και σε αναλώνει. Και το κοινό; Βλέπει μονάχα τη φωτιά, και νομίζοντας ότι παίζεις, αγνοώντας ότι εσύ είσαι ο εμπρηστής, χειροκροτεί την πυρκαγιά. [σελ. 44]


Μακάρι να `ξερα για ποιον Θεό μιλώ. [σελ. 48]


Μυστήριο συγκλονιστικό: κάθε καλλιτέχνης, έπειτα από μια περίοδο λάμψης θα διασχίσει άνυδρα τοπία, με κίνδυνο να χάσει παντελώς τα λογικά του. Αν βγει νικητής…[σελ. 55]


σημείωση:
Αποσπάσματα από το κείμενο χρησιμοποιήθηκαν στην παράσταση "Το πορτρέτο του καλλιτέχνη ως σαλτιμπάγκου", που δόθηκε στο Α' Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας 1986, σε σκηνοθεσία Henri Ronse, με σκοινοβάτη τον Dominique Toulemonde. Το κείμενο του Ζενέ ερμήνευσε η Μάγια Λυμπεροπούλου.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Nadine Gordimer-Η ιστορία του γιού μου

Nadine Gordimer, "Η ιστορία του γιού μου", μετάφραση: Μπελίκα Κουμπαρέλλη, εκδόσεις Καστανιώτη.


Ο Γιόκας ένιωθε ότι ο δρόμος του περνούσε από τις ιδιαίτερες ευθύνες του για τα παιδιά του σχολείου του˙ ξεκίνησε από απλή ευσυνειδησία για τα παιδιά της τάξης του, για να καταλήξει να ενδιαφέρεται για όλα τα παιδιά του σχολείου. Διαπίστωσε την αναγκαιότητα της επαφής σχολείου και κοινότητας, βλέποντας ότι το σχολείο έμοιαζε ξεκάρφωτο, μια ξεκομμένη λειτουργία, αφού για τους περισσότερους αποτελούσε πολυτέλεια, ένα δικαίωμα των παιδιών άσχετο με τις ανάγκες επιβίωσης των ενηλίκων. Αγόρασε κι άλλα βιβλία εκτός από τον Σαίξπηρ. Τα διάβαζε και τα ξαναδιάβαζε, ώστε να αφομοιώσει και να εφαρμόσει τις θεωρίες τους για την πολιτισμική εξέλιξη του κοινωνικού συνόλου ως αποστολή και λειτουργία του σχολείου. (σελ. 13).

Αυτοσεβασμός! Αυτό ήταν η δική του θρησκεία, ο θεός που προσκυνούσε. Ένας θεός που δεν τον πούλησε ποτέ, ποτέ του δεν τον γέλασε, ό,τι απόφαση κι αν είχε να πάρει: το μυστικό του αστέρι, ο θεμέλιος λίθος του. "Κάνε μόνο ό,τι θα διατηρήσει τον αυτοσεβασμό σου ακέραιο". Αυτή είναι η σοφία που πρόσφερε στην αδελφή μου και σ' εμένα, μια σοφία που μας δόθηκε με τη ζεστασιά της σιγουριάς που νιώθεις όταν η απόδειξη βρίσκεται ολοζώντανη μπροστά σου. (σελ. 17).

Ο δάσκαλος ξαναγύρισε στην άδεια αίθουσα και κάθισε στην έδρα ολομόναχος. Ύστερα πήρε ένα χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο και κατέβηκε στην αυλή, ανάμεσα στα παιδιά. Αυτά έμειναν ακίνητα, λίγο από τρομάρα και λίγο από δήθεν νταηλίκι˙ είχαν ήδη απαυδήσει από τις φωνές των δασκάλων τους που πότε τα απειλούσαν και πότε προσπαθούσαν να τα ρίξουν στο φιλότιμο. Όμως εκείνος πήγαινε από πλακάτ σε πλακάτ διορθώνοντας την ορθογραφία και τη σύνταξη. Χαχανητά και αμήχανα γελάκια ακούγονταν τώρα από τα παιδιά, σαν τον αέρα που σήκωνε τη σκόνη από τα ποδοβολητά τους στην αυλή.
-Ας πάρουμε τα πλακάτ μέσα στις τάξεις, να τα ξαναγράψουμε. Όταν θέλετε να πείτε κάτι στον κόσμο, πρέπει να ξέρετε και να το εκφράσετε σωστά. Για να σας πάρουν στα σοβαρά... (σελ.30).

Μια πολύ παγωμένη μέρα του Απριλίου, ενώ ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω του καθώς έβγαινε από μια εκκλησία, ο Γιόκας και η Χάνα βρέθηκαν μαζί. Δεν ήταν απρόσμενο, απλώς τυχερό˙ την είχε δει στην πέμπτη σειρά των καθισμάτων. Έφυγαν παρέα μέσα στον παγωμένο αέρα, μπροστά στις κάμερες της αστυνομίας που κινηματογραφούσε τον κόσμο που πήγαινε σε τέτοιες συγκεντρώσεις, όπως σε άλλες χώρες τα τηλεοπτικά συνεργεία στήνονται στις δεξιώσεις περιμένοντας την εμφάνιση κάποιων σταρ. (σελ. 69).

Το πρόσωπο μιας γυναίκας που δεν μακιγιάρεται βρίσκεται σε αρμονία με το σώμα της. Βλέποντας τις ξανθές βλεφαρίδες της Χάνα να φωτίζονται με τον πρωινό ήλιο και τις τριχούλες που φύτρωναν στο πάνω χείλος του στόματός της, ήταν σαν να την έβλεπε ολόκληρη. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Πικάσο, που τον ήξερε έστω κι από αντίγραφα, παρουσίαζε σκόρπια, χωρίς προοπτική, όλα τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας: χείλη, στήθη, μάτια, αιδοίο, μύτη, οπίσθια, στόμα, σαν όλα να είναι παρόντα στην παραμικρή ματιά. Τίποτα δεν θα ΄χε μάθει χωρίς τη Χάνα! (σελ. 104).

Ακόμα κι η Χάνα δεν είχε ποτέ πριν ξαναζήσει μια εμπειρία σαν αυτή που έκανε τους μαύρους να κρατούν ψύχραιμα τα μαντίλια στα πρόσωπά τους, για να μην εισπνεύσουν τα αέρια, με την ίδια άνεση που οι λευκοί κρατάνε τις πιστωτικές τους κάρτες, σαν όλα αυτά να 'ταν η δική τους καθημερινότητα. (σελ. 117).

Ωραία ιδέα! Καταστηματάρχης, στην παράδοση του σογιού της μάνας μου -μανάβηδες που χάριζαν στους μαύρους τα σάπια φρούτα. Σιγά, ποια η διαφορά; Εμπόριο δεν είναι κι αυτό, όπως και η αποθήκη του χονδρεμπόρου, που του πρόσφερε δουλειά από ελεημοσύνη, και είναι και μεγάλος υποστηριχτής του κινήματος, και μας επισκέπτεται καμιά φορά, αλλά θησαυρίζει πουλώντας υφάσματα στις μάζες, που ο ίδιος κι ο πατέρας μου θα ελευθερώσουν -αυτός εμπορεύεται όλα τα υφάσματα που φοράνε οι μαύρες νοσοκόμες. (σελ. 132).

Η μικρούλα είναι περήφανη που τα 'χει με κάποιον από την οικογένειά μας. Ξέρω ότι λέει παντού πως είμαι ο γιος του διάσημου Γιόκα. Οι γονείς της "μ' εμπιστεύονται", γιατί έχω μεγαλώσει με τις αρχές μιας οικογένειας που θυσιάζεται για τα κοινά. Ίσως επειδή οι ίδιοι θα πέθαιναν από την τρομάρα τους έτσι και έμπαιναν στον απελευθερωτικό αγώνα, ανήκουν στο είδος εκείνο των ανθρώπων που βλέπουν τον Γιόκα σαν ήρωα, και υποθέτω ότι έτσι θα τον βλέπουν πάντα. (σελ. 182).

Παλιατζούρες, παλιατζούρες. Ο Γιόκας αγνοούσε ότι κουνούσε το κεφάλι του όση ώρα τον άκουγε, αρνούμενος τη ρητορική και το μελοδραματικό ύφος της παράστασης από έναν άνθρωπο που το θάρρος του ήταν ίσο με την ματαιοδοξία του -πώς να εξηγήσεις ότι κάποιος που άντεξε δεκαεφτά μήνες στην απομόνωση χωρίς να σπάσει κατάντησε να μιλάει έτσι, ότι η αφοσίωση στο κίνημα θα καταντούσε να εκφράζεται μ' αυτό τον υπερφίαλο, γλυκερό τρόπο. (σελ. 189).

Έχουμε και εμείς τις ευθύνες μας, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών... ειδικά ανάμεσα στους νέους και τους εργάτες. Τα τσιτάτα μοιάζουν να δίνουν απάντηση στα προβλήματα του κόσμου. Αυτά που θέλουν ν' ακούσουν. [...] Αμ οι άλλοι, που κουνάνε αποδοκιμαστικά τα κεφάλια τους γιατί προσπαθούμε να ανανεωθούμε; [...] όταν βλέπουμε μπροστά μας την αποτυχία του σοσιαλισμού και εθελοτυφλούμε, αντί να βρούμε την τιμιότητα ν' αναρωτηθούμε από τώρα για το σοσιαλιστικό πρόσωπο του εικοστού πρώτου αιώνα. Έτσι και μόνο έτσι, θα 'πρεπε να σκεφτόμαστε. Οι ιδέες του εικοστού αιώνα είναι ήδη παρελθόν. Τέλειωσε. Ζήτω, ζήτω ο σοσιαλισμός! Αλλά ποιος σοσιαλισμός; Για ποιο σοσιαλισμό φωνάζουμε; Τον πεθαμένο; Ας πάρουμε ό,τι καλύτερο έμεινε κι ας προχωρήσουμε στο μέλλον. Πρέπει. (σελ. 208).

Αλλαγές. Τι αλλαγές μπορούσαν να υπάρξουν στη ζωή της, αν έμενε στο γνωστό σπιτάκι, που ουσιαστικά εξυπηρετούσε τον Γιόκα; Άραγε μια τέτοια σχέση, που δημιουργήθηκε αυθόρμητα από τις τότε ανάγκες αυτής της γυναίκας κι αυτού του άντρα, πώς μπορούσε να επιβιώσει χωρίς εξέλιξη, χωρίς αλλαγές; Ποτέ του δεν θ' άφηνε την Αϊλά, τον Γουίλ, την κόρη του την επαναστάτρια. Αν το έκανε αυτό, δεν θα 'ταν πια ο Γιόκας που γνώριζε. (σελ. 211).

Η χαρακτηριστική σιωπή της ερήμωσης. Όλα όσα έγιναν εκεί μέσα, όλα τα λόγια και οι κινήσεις, όλη η λαχτάρα και η σύγχυση, είχαν εντελώς παράλογα τελειώσει όπως ξεκίνησαν, ενώ οι τοίχοι κρατούσαν ακόμα τους ήχους σαν αντίλαλους. Να τι είναι το τέλος. Να τι είναι το παρελθόν: σκόνη που δεν έχει ακομα κατακαθίσει. (σελ. 233).

Η αγριάδα και η επιθυμία του για αντίσταση ζωγραφίστηκαν και στην παραμικρή του ρυτίδα, σε κάθε χαρακτηριστικό του.
Σχεδόν αμέσως η γνώριμη ρητορική του δεινότητα άδραξε την ευκαιρία:
-Δεν μπορούν να μας κάψουν... Είμαστε εκείνο το πουλί, το ξέρετε, ο φοίνικας, που πάντα ανασταίνεται απ' τις στάχτες του. Ούτε οι φυλακές ούτε οι μολότοφ μάς τρομάζουν. Αυτός ο δρόμος, όπως κι όλη η χώρα, ανήκει σ' εμάς. Η φωτιά δεν θα με σταματήσει. Δεν θα μας σταματήσει.
Κομμάτια από ύφασμα και καμένα χαρτιά αιωρούνταν για λίγο, έπεφταν πάνω μας: κρεβάτια, ρούχα -λες και τα βιβλία του;
Η μυρωδιά της καπνιάς ήταν και δική της μυρωδιά.
Η μυρωδιά της καταστροφής, του χαμένου, του ρημαδιασμένου, που πρώτος αυτός έφερε στο σπίτι μας. (σελ. 268-9).
Η Nadine Gordimer γεννήθηκε στις 20/11/1923 στη Ν.Αφρική

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Πρίμο Λέβι-Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος


Πρίμο Λέβι, "Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος", μετάφραση Χαράς Σαρλικιώτη, εκδόσεις Άγρα.



Ο καθένας αποχαιρέτησε την ζωή με τον δικό του τρόπο. Μερικοί προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ' ένα ακατανόμαστο πάθος. Αλλά οι μητέρες ξενύχτησαν για να ετοιμάσουν φαγητό για το ταξίδι, για να πλύνουν τα παιδιά και να φροντίσουν τις αποσκευές και την άλλη μέρα το πρωί άπλωσαν στα συρματοπλέγματα τα ρούχα των παιδιών να στεγνώσουν, δεν ξέχασαν τις φασκιές, τα παιγνίδια, τα μαξιλάρια και τα χιλιάδες μικροπράγματα που χρειάζονται πάντα τα παιδιά. Κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο; Ακόμα κι αν ξέρατε ότι αύριο θα σας σκοτώσουν μαζί με το παιδί σας, σήμερα δεν θα του δίνατε να φάει; (σελ. 16-17)



Και εδώ μας χτύπησαν για πρώτη φορά: κάτι τόσο απροσδόκητο και παράλογο που δεν νοιώσαμε πόνο, ούτε στην ψυχή ούτε στο σώμα. Μόνο βαθιά έκπληξη: πως γίνεται να χτυπάς κάποιον χωρίς να είσαι θυμωμένος; (σελ. 18)



Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμασταν στον πάτο. (σελ. 30)



... γιατί σε πέντε λεπτά θα αρχίσει η διανομή του ψωμιού-pane-brot-broit-chleb-pain-lechem-kenyer, της ιερής γκρίζας μάζας που φαντάζει τόσο τεράστια στα χέρια των άλλων και τόσο μικρή, που σού 'ρχεται να κλάψεις, όταν είναι στα δικά σου. (σελ. 45)



Και δεν θα πίστευε στα λόγια μου, και εγώ θα της έδειχνα το νούμερο στο μπράτσο μου, και τότε θα με πίστευε. (σελ. 52)



Στο Ka-Be, παρένθεση σχετικής ηρεμίας, αντιληφθήκαμε ότι η ανθρώπινη υπόσταση είναι εύθραυστη, ότι αυτή κινδυνεύει περισσότερο από την ζωή. Και οι αρχαίοι σοφοί αντί να μας νουθετήσουν "να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις" θα ήταν καλύτερο να μας υπενθύμιζαν ότι αυτός είναι ο πιο σοβαρός κίνδυνος. Εάν μέσα απ' τα στρατόπεδα θα μπορούσε να δραπετεύσει ένα μήνυμα και να φτάσει στους ελεύθερους ανθρώπους θα ήταναυτό: Προσπαθήστε να μην υποστείτε στο σπίτι σας αυτό που έχει επιβληθεί σε εμάς εδώ. (σελ. 65)



Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια, είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι, σκλάβοι πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στην βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στην σάρκα του νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς. (σελ. 66)



Σήμερα, για πρώτη φορά ο ήλιος ανέτειλε ζωηρός και λαμπερός πάνω από τον λασπωμένο ορίζοντα. Είναι ένας ήλιος πολωνικός, λευκός, κρύος και μακρινός, ζεσταίνει μόνο την επιδερμίδα, αλλά όταν ελευθερώθηκε από την καταχνιά ένα μουρμουρητό απλώθηκε στο άχρωμο πλήθος, και όταν κι εγώ ο ίδιος ένιωσα τη θέρμη του κάτω από τα ρούχα κατάλαβα, πόσο μπορεί κανείς να λατρέψει τον ήλιο. (σελ. 85)

Από εκέινη την ημέρα σκέφτηκα πολλές φορές και με πολλούς τρόπους τον Ντόκτορ Πάνβιτς. Αναρωτήθηκα ποια να ήταν η ψυχοσύνθεσή του και πως γέμιζε τον χρόνο του, έξω από τον Πολυμερισμό και την ινδοευρωπαϊκή του συνείδηση, και ποιο πολύ όταν έγινα ξανά ελεύθερος άνθρωπος, επιθυμούσα να τον ξαναδώ, όχι από εκδίκηση, αλλά μόνο για να ικανοποιήσω μια ανθρώπινη περιέργειά μου.
Γιατί εκείνο το βλέμμα δεν ανταλλάχτηκε ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εάν μπορούσα να εξηγήσω σε βάθος τη φύση αυτού του βλέμματος, που αντάλλαξαν σαν μέσα απ' το γυάλινο χώρισμα ενός ενυδρείου δυο υπάρξεις που κατοικούν σε διαφορετικούς κόσμους, θα μπορούσα ίσως να εξηγήσω την ουσία της παραφροσύνης του Γ' Ράιχ. (σελ. 128)

Για τους ελεύθερους ανθρώπους κάθε μονάδα χρόνου έχει μια αξία, η οποία γίνεται σπουδαιότερη όταν ο εσωτερικός πλούτος του ανθρώπου είναι μεγάλος, αλλά για μας, οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες κυλούσαν από το μέλλον στο παρελθόν πολύ αργά, σαν σε νάρκη, σαν μια άχρηστη, άθλια ουσία, από την οποία αμέσως έπρεπε να απαλλαγούμε. Τελείωσε ο χρόνος στη διάρκεια του οποίου οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη, ζωηρές, πολύτιμες και μοναδικές, το μέλλον έστεκε μπροστά μας γκρίζο, αξεδιάλυτο, σαν ένα εμπόδιο ακατανίκητο. Για μας η ιστορία είχε σταματήσει. (σελ. 143)

Εάν τα στρατόπεδα εξακολουθούσαν να υπάρχουν για περισσότερο χρόνο, μια καινούργια άγρια γλώσσα θα είχε γεννηθεί, για τον λόγο αυτό αισθανόμαστε την ανάγκη να εξηγήσουμε τι είναι η δουλειά μιας ολόκληρης μέρας έξω στον αέρα, υπό το μηδέν, φορώντας μόνο πάνινα εσώρουχα, πουκάμισο, ζακέτα και παντελόνι πάνινα, ενώ το σώμα μας το εξουσιάζει η πείνα, η αδυναμία και η αίσθηση του θανάτου που έρχεται. (σελ. 151)

Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτα τον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο των αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στην λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται τίποτα; Δεν ξέρει ο Κουν ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμιά συγχώρεση, καμιά εξιλέωση των ενόχων, τίποτα απ' όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν.
Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν. (σελ. 158)

... Αυτή η χρονιά πέρασε γρήγορα. Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα, μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, την φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. (σελ. 173)

Ο άντρας που σήμερα θα πεθάνει μπροστά μας βοήθησε με κάποιο τρόπο στην εξέγερση. Λέγεται ότι είχε σχέσεις με του εξεγερμένους του Μπίρκεναου, ότι έφερε όπλα στο στρατόπεδο μας και ότι υποκινούσε μια ταυτόχρονη ανταρσία ανάμεσά μας. Σήμερα θα πεθάνει μπροστά στα μάτια μας, ίσως οι Γερμανοί δεν θα καταλάβουν ότι ο μοναχικός θάνατος, ο ανθρώπινος θάνατος που του δόθηκε, θα του χαρίσει δόξα και όχι ντροπή. (σελ. 180)

Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα. (σελ. 181)

26 Ιανουαρίου 1945: Ο κόσμος μας ήταν ένας κόσμος νεκρών και φαντασμάτων. Το τελευταίο ίχνος πολιτισμού έσβησε μέσα μας και γύρω μας. Το έργο της αποκτήνωσης που άρχισαν οι θριαμβευτές Γερμανοί, το ολοκλήρωσαν οι ηττημένοι Γερμανοί. (σελ. 206)

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Ανατόλ Φρανς-Η ανταρσία των αγγέλων


Ανατόλ Φρανς, «Η ανταρσία των αγγέλων», μετάφραση Λοϊσκα Αβαγιανού, εκδόσεις Αστάρτη

Έτρεμε μην τύχει και εξαφανιστεί κάποιο από τα βιβλία που του είχαν εμπιστευτεί. Όντας φύλακας τριακοσίων εξήντα χιλιάδων τόμων είχε μόνιμα τριακόσιες εξήντα χιλιάδες αιτίες συναγερμού. Μερικές φορές ξυπνούσε μέσα στην νύχτα με κραυγές αγωνίας, μούσκεμα στον ιδρώτα, έχοντας δει στον ύπνο του κάποιο κενό σ’ ένα από τα ράφια των βιβλιοθηκών. Το να φεύγει ένα βιβλίο από την θέση του, του φαινόταν τερατώδες, άδικο και θλιβερό. (σελ. 19)

… μια και τα λυωνναίζικα και τα γενοβέζικα υφάσματα δεν αξίζουν τίποτα μπροστά σε ένα ζωντανό και φρέσκο δέρμα, αχνορόδινο από καθάριο αίμα, αφού ακόμα και τα ωραιότερα υφαντά είναι αποκρουστικά αν τα συγκρίνουμε με τις γραμμές ενός όμορφου κορμιού κι αφού τέλος το ρούχο αποτελεί μια ανάξια ντροπή, μια φριχτή ταπείνωση για την ολάνθιστη και ποθητή σάρκα. (σελ. 36)

Έχω εχθρούς και καυχιέμαι γι’ αυτό. Πιστεύω πως τους έχω κερδίσει με την αξία μου. (σελ. 43)

Γνώση που με οδηγείς ; Ω σκέψη που με παρασύρεις; (σελ.49)

Ε λοιπόν φτωχέ μου Αρκάδιε, λυπάμαι που σε βλέπω να πηγαίνεις τόσο άσχημα. Παραδέξου το πώς μας δουλεύεις. Σε μεγάλη ανάγκη θα μπορούσα να σε καταλάβω αν εγκατέλειπες τον ουρανό για μια γυναίκα. Ο έρωτας μας παρασύρει στις χειρότερες βλακείες. Αλλά δεν θα με κάνεις ποτέ να πιστέψω πως εσύ που έχεις δει τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο βρήκες κατόπιν την αλήθεια μέσα στα βιβλία του μπάρμπα- Σαριέτ. Αυτό δεν το χωράει το κεφάλι μου! (σελ. 69)

Ύστερα οδήγησε τον παλιό σύντροφό του στην δόξα, στο διάδρομο της κουζίνας, απίθωσε κάπου το κηροπήγιο, έβγαλε από την τσέπη του ένα κλειδί, άνοιξε κάποιο ερμάρι και, σηκώνοντας ένα πανί, αποκάλυψε δυο μεγάλες λευκές φτερούγες.
Βλέπεις, τις έχω φυλάξει, είπε. Πότε-πότε σαν είμαι μονάχος μου, κάθομαι και τις κοιτάζω, μου κάνει καλό. (σελ. 90-91)

Σε παρακαλώ παίξε την φλογέρα. Θα ευχαριστήσεις το φίλο που έφερα μαζί μου.
Ο γέροντας συμφώνησε αμέσως. Πλησίασε στα χείλη του τον πυξάρινο σωλήνα, που ‘ταν τόσο χοντροκομμένος σα να τον είχε φτιάξει ο ίδιος ο κηπουρός, κι άρχισε μερικές αλλόκοτες μουσικές φράσεις. Ύστερα συνέχισε με πλούσιες μελωδίες όπου οι τρίλιες αστραποβολούσαν σα διαμάντια και μαργαριτάρια σε βελούδο. Κάτω από τα επιδέξια δάχτυλα και τη δημιουργική ανάσα του ο χωριάτικος αυλός ηχούσε σαν ασημένια φλογέρα. Δεν έβγαζε πολύ ψιλούς ήχους και το τέμπο του ήταν πάντα ίδιο και καθάριο. Θα έλεγε κανείς πως ακούει το αηδόνι και τις Μούσες συγχρόνως, ολόκληρη την φύση κι ολόκληρο τον άνθρωπο. (σελ. 99)

Όμως η Μπουσότ ήταν περήφανη. Η παραμικρή απειλή ταπείνωσης ξυπνούσε αυτόματα μέσα της μια άγρια περηφάνια. Ήθελε να προσφέρεται και όχι να αφήνεται να την παίρνουν. Υποχωρούσε εύκολα στον έρωτα, την περιέργεια, τον οίκτο και ακόμα λιγότερα. Αλλά προτιμούσε να πεθάνει παρά να υποχωρήσει στην βία. (σελ. 172)

Ο Σενέκας, ο φιλόσοφος, είπε πως το πέσιμο του κεραυνού βάζει σε κίνδυνο ελάχιστους, αλλά προκαλεί τον φόβο σε όλους. (σελ. 187)

Κύριε αββά, ρώτησε ο Μωρίς, θέλετε να γνωρίσετε τον φύλακα άγγελό μου; Περιμένετε μια στιγμή, έχει πάει να μου αγοράσει τσιγάρα. (σελ. 226)

Στο μεταξύ ο ενωμοτάρχης Γκρολ ονειροπολούσε στην γωνιά του γειτονικού δρόμου. Είχε τα μούσκλια ενός ρωμαίου λεγεωνάριου, και όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της τόσο υπέροχα δουλόπρεπης ράτσας που από τότε που οι άνθρωποι έκτισαν πολιτείες, διατηρεί τις αυτοκρατορίες και στηρίζει τις δυναστείες. (σελ. 233)

Στο Παρίσι βασίλευε ο τρόμος. Στις πλατείες και στους πολυσύχναστους δρόμους οι νοικοκυρές κρατώντας το δίχτυ με τα ψώνια στο χέρι, άκουγαν τρέμοντας το ιστορικό του εγκλήματος και αναθεμάτιζαν τους ενόχους. Οι καταστηματάρχες που κουβέντιαζαν στα κατώφλια των μαγαζιών τους τα ‘βαζαν με τους αναρχικούς, τους συνδικαλιστές, τους σοσιαλιστές, τους ριζοσπάστες κι απαιτούσαν την επιβολή σκληρών νόμων. Όσοι σκέφτονταν πιο βαθιά μιλούσαν για εβραϊκό ή γερμανικό δάχτυλο και απαιτούσαν την απέλαση των ξένων. (σελ. 237)


Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Albert Camus-Η πανούκλα

Albert Camus, "Η Πανούκλα", μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδόσεις Καστανιώτη.


Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος οι άνθρωποι λένε: "Δεν θα κρατήσει πολύ, είναι ανοησία". Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας πόλεμος είναι ασφαλώς μεγάλη ανοησία, όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να κρατήσει πολύ. Η ανοησία είναι πάντα ανθεκτική, [...] (σελ. 48).

Δοκίμαζαν έτσι το τρομερό μαρτύριο όλων των φυλακισμένων κι όλων των εξόριστων, ζούσαν, δηλαδή, με μνήμη που δεν χρησίμευε σε τίποτα. (σελ. 87).

Κάτω από ομαλές συνθήκες, γνωρίζουμε όλοι, συνειδητά ή όχι, ότι δεν υπάρχει έρωτας που να μην μπορεί να γίνει καλύτερος, κι ωστόσο καταλήγουμε να δεχτούμε, με λιγότερη ή περισσότερη ηρεμία πνεύματος, να παραμένει ο δικός μας έρωτας στο επίπεδο της μετριότητας. Η ανάμνηση όμως είναι πιο απαιτητική. (σελ. 89).

-Είναι κουτό, γιατρέ, καταλαβαίνετε; Δεν ήρθα στον κόσμο για να κάνω ρεπορτάζ. Ίσως, όμως, ήρθα για να ζήσω με μια γυναίκα. Φυσικό δεν είναι; (σελ. 101).

-Όχι, είπε ο δημοσιογράφος με πίκρα, δεν μπορείτε να καταλάβετε. Μιλάτε τη γλώσσα της λογικής, χρησιμοποιείται αφηρημένες έννοιες.
Ο γιατρός ύψωσε το βλέμμα του προς το άγαλμα της Δημοκρατίας και είπε πως δεν ήξερε αν μιλούσε τη γλώσσα της λογικής, μιλούσε όμως τη γλώσσα της πραγματικότητας κι αυτό δεν ήταν αναγκαστικά το ίδιο. Ο δημοσιογράφος έφτιαξε τη γραβάτα του.(σελ. 103).

-Ελάτε τώρα, Ταρού, τι σας σπρώχνει ν' ασχοληθείτε με όλ' αυτά;
-Δεν ξέρω. Μάλλον η ηθική μου.
-Και ποια είναι αυτή;
-Η κατανόηση. (σελ. 151).

Το κακό που υπάρχει στον κόσμο οφείλεται σχεδόν πάντα στην άγνοια, κι η καλή θέληση μπορεί να προκαλέσει τις ίδιες ζημιές με την κακία, αν δεν είναι συνετή. (σελ. 152).

Ναι, αν είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από παραδείγματα και πρότυπα που τα ονομάζουν ήρωες, κι αν πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ένας τέτοιος ήρωας σε τούτη την ιστορία, ο αφηγητής προτείνει αυτόν ακριβώς τον ασήμαντο κι αφανή που είχε στο ενεργητικό του μόνο λίγη καλοσύνη κι ένα φαινομενικά γελοίο ιδανικό. Αυτό το παράδειγμα θα αποδώσει στην αλήθεια τα της αλήθειας, στην πρόσθεση ένα κι ένα το άθροισμα δύο και στον ηρωισμό τη δευτερεύουσα θέση που του πρέπει, ακριβώς μετά και ποτέ πριν από τη γενναιόδωρη απαίτηση για ευτυχία. (σελ. 159).

-Ξέρετε, γιατρέ, είπε, σκέφτηκα πολύ για την οργάνωσή σας. Αν δεν είμαι μαζί σας είναι γιατί έχω τους λόγους μου. Κατά τα άλλα, πιστεύω πως μπορώ ακόμα να υποστώ πολλά. Πολέμησα στην Ισπανία.
-Με ποιά παράταξη; ρώτησε ο Ταρού.
-Των ηττημένων. Από τότε όμως σκέφτηκα αρκετά.
-Σχετικά με τι; ρώτησε πάλι ο Ταρού.
-Σχετικά με το θάρρος. Τώρα ξέρω πως ο άνθρωπος είναι ικανός για μεγάλες πράξεις. Μα αν δεν είναι ικανός για ένα μεγάλο αίσθημα, τότε μου είναι αδιάφορος. (σελ. 185).
Ο Albert Camus γεννήθηκε στην Αλγερία στις 7 Νοεμβρίου 1913

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΝΤ - ΕΝΝΕΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


















Όσκαρ Γουάιλντ, Εννέα μαγικά παραμύθια, μετάφραση από τα αγγλικά Ρένα Χατχούτ, εκδόσεις "γράμματα"


« Στον πόλεμο,» απάντησε ο υφαντής, «οι δυνατοί σκλαβώνουν τους αδύνατους, και στον καιρό της ειρήνης οι πλούσιοι σκλαβώνουν τους φτωχούς. Πρέπει να δουλέψουμε για να ζήσουμε αλλά μας δίνουν τόσο μικρά μεροκάματα που πεθαίνουμε. Όλη μέρα παλεύουμε για χάρη τους και αυτοί γεμίζουν τα σεντούκια τους χρυσάφι, ενώ τα παιδιά μας μαραίνονται πριν την ώρα τους και τα πρόσωπα αυτών που αγαπάμε γεμίζουν κακία. Εμείς πατάμε τα σταφύλια και άλλοι πίνουν το κρασί. Εμείς σπέρνουμε το στάρι και το δικό μας το τραπέζι είναι άδειο. Έχουμε αλυσίδες μόλο που κανένα μάτι δεν τις βλέπει και είμαστε σκλάβοι μόλο που οι άνθρωποι μας λένε ελεύθερους» (σελ. 13, Ο νεαρός βασιλίας)


«Mi bella princesa, ο αστείος νάνος σας δεν θα ξαναχορέψει ποτέ πια. Κρίμα γιατί ήταν τόσο άσκημος που ίσως να ‘κανε και τον βασιλιά να χαμογελάσει.»

«Μα γιατί δεν θα ξαναχορέψει;», ρώτησε η ινφάντα γελώντας.

«Γιατί η καρδιά του ράγισε και έσπασε», απάντησε ο αρχιθαλαμηπόλος.

Η ινφάντα συνοφρυώθηκε και τα λεπτεπίλεπτα χείλη της, σαν τα πέταλα από του τριαντάφυλλου σφίχτηκαν από περιφρόνηση. «Στο μέλλον αυτοί που θα έρχονται να παίξουν μαζί μου να μην έχουν καρδιές» φώναξε, και βγήκε τρέχοντας στον κήπο. (σελ. 53, Τα γενέθλια της ινφάντας)


«Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, είπε η τριανταφυλλιά , πρέπει να το πλάσεις με τη μουσική του φεγγαρόφωτου και να το βάψεις με το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις με ένα αγκάθι καρφωμένο στο στήθος σου. Όλη τη νύχτα θα μου τραγουδάς και το αίμα της ζωής σου πρέπει να κυλήσει στις φλέβες μου και να γίνει δικό μου.» (σελ. 139, το αηδόνι και το τριαντάφυλλο)


«Είμαι πολύ χαρούμενος που ταξίδεψα,» είπε το αστράκι «Τα ταξίδια ακονίζουν το μυαλό και σε απαλλάσσουν απ’ όλες σου τις προκαταλήψεις.»

«Ο κήπος του βασιλιά δεν είναι ο κόσμος, ανόητο αστράκι,» είπε ένα πελώριο ρωμαϊκό κερί. «Ο κόσμος είναι ένα πελώριο μέρος που θα σου έπαιρνε τρεις μέρες για να το δεις ολόκληρο.»

«Ο τόπος που αγαπάς είναι για σένα ο κόσμος,»είπε η σκεφτική περιστρεφόμενη ρόδα, που στα νιάτα της είχε αφοσιωθεί σε ένα ξύλινο κουτι και καμάρωνε για τη ραγισμένη της καρδιά. (σελ. 169, η αριστοκρατική ρουκέτα)


«Ε, εγώ λέω πυλοτεχνουργική,» απάντησε η ρουκέτα με αυστηρό τόνο στη φωνή και το βεγγαλίκο ένιωσε τόσο συντετριμμένο που άρχισε να κατσαδιάζει τα μικρά αστράκια για να δείξει ότι παρ’ όλα αυτά ήταν και αυτό πυροτέχνημα με κάποια κύρος. (σελ. 172, η αριστοκρατική ρουκέτα)


Italo Calvino-Τα κοσμοκωμικά

Ίταλο Καλβίνο, "Τα κοσμοκωμικά", μετάφραση από τα ιταλικά Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Αστάρτη.


Δε σκεφτόμουν παρά τη Γη. Μονάχα η Γη έκανε τον καθένα μας να είναι ο εαυτός του και όχι κάποιος άλλος˙ εκεί πάνω, ξεκομμένοι από τη Γη, ήταν σαν εγώ να μην ήμουν πια εγώ, ούτε εκείνη για μένα η γνωστή εκείνη. Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω στη Γη και έτρεμα στην ιδέα πως ίσως την είχα χάσει για πάντα. Η πλήρωση του ερωτικού μου ονείρου είχε διαρκέσει μονάχα τη στιγμή της ένωσής μας ενώ στροβιλιζόμασταν ανάμεσα στη Γη και τη Σελήνη˙ χωρίς το γήινο έδαφός μου, ο έρωτάς μου δε γνώριζε παρά τη βασανιστική νοσταλγία των όσων μας έλειπαν˙ ένα πού, ένα γύρω, ένα μετά. (σελ. 22, "Η απόσταση της Σελήνης").

Δεν τη βρήκα ούτε εκείνη τη νύχτα, ούτε τις μέρες και τις νύχτες που ακολούθησαν. Ολόγυρα ο κόσμος πρόβαλλε συνεχώς καινούργια χρώματα˙ ροζ σύννεφα συγκεντρώνονταν σε βιολετιούς σωρούς που εξαπολύανε χρυσούς κεραυνούς˙ μετά τις ατέλειωτες καταιγίδες ουράνια τόξα φανέρωναν χρωματισμούς που κανένας ποτέ δεν είχε δει, σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Η χλωροφύλλη είχε αρχίσει ήδη την έφοδό της: μούσκλια και φτέρες πρασίνιζαν στις κοιλάδες που τώρα τις διέσχιζαν χείμαρροι. Ναι, αυτό ήταν ένα σκηνικό ισάξιο της ομορφιάς της Άυλ˙ εκείνη, όμως, δε βρίσκονταν πουθενά! Και χωρίς την Άυλ όλη τούτη η πολύχρωμη μεγαλοπρέπεια μου φαινόταν άχρηστη, άδικα σπαταλημένη. (σελ. 73, "Χωρίς χρώματα").

Κοίταξα τη Λλλ, σίγουρος πως θα τη δω να κάνει μεταβολή και να φεύγει με ένα σκανδαλισμένο σκούξιμο. Δεν είχα υπολογίσει όμως πόσο δυνατή ήταν μέσα της η συνήθεια να αγνοεί τις χυδαιότητες του κόσμου γύρω της. (σελ. 95, "Ο υδρόβιος προπάππος").

Όλοι αυτοί είχαν ξεχάσει -το ξέρω- κάτι που τους έκανε καλύτερους από μένα, εξαίσιους, όπως έκανε κι εμένα, μπροστά τους, μια μετριότητα. Κι όμως, με τίποτα στον κόσμο, δε θα άλλαζα τον εαυτό μου με το δικό τους. (σελ. 101, "Ο υδρόβιος προπάππος").

Άναψε έτσι μια γενική συζήτηση. Το περίεργο ήταν ότι κανείς δε λάβαινε υπόψη του το ενδεχόμενο να ήμουν Δεινόσαυρος˙ το μόνο πράγμα που μου καταλόγιζαν, ήταν ότι ήμου ένας Διαφορετικός, ένας Ξένος, άρα ένας Αναξιόπιστος˙ όλοι συζητούσαν το κατά πόσο η παρουσία μου κοντά τους πολλαπλασίαζε τον κίνδυνο μιας πιθανής επιστροφής των Δεινοσαύρων. (σελ. 125-126, "Οι Δεινόσαυροι").

Τι έπρεπε να κάνω; Εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Η φωνή του αίματος με καλούσε να λιποτακτήσω και να ενωθώ με τ' αδέλφια μου˙ αν, όμως, ήθελα να φανώ έντιμος απέναντι στους Καινούριους που με είχαν περιμαζέψει και φιλοξενήσει και εμπιστευτεί, τότε έπρεπε να πάρω το δικό τους μέρος˙ παράλληλα, ήξερα καλά πως ούτε οι Δεινόσαυροι ούτε οι Καινούριοι άξιζαν να κουνήσω έστω το μικρό μου δάχτυλο για χάρη τους. Αν οι Δεινόσαυροι προσπαθούσαν να επιβάλουν πάλι την κυριαρχία τους με εισβολές και γενοκτονίες, σήμαινε πως δεν είχαν διδαχτεί τίποτα από την εμπειρία τους και πως είχαν επιβιώσει μονάχα από λάθος. Και οι Καινούριοι, προσφέροντας σ' εμένα την αρχηγία, έβρισκαν την πιο συμφέρουσα γι' αυτούς λύση: άφηναν όλες τις ευθύνες σ' έναν ξένο, που μπορούσε να γίνει ο σωτήρας τους αλλά και, σε περίπτωση ήττας, ο αποδιοπομπαίος τράγος, κατάλληλος για να προσφερθεί στον εχθρό σαν δώρο, όπως επίσης και ένας προδότης που, παραδίνοντάς τους στα χέρια του εχθρού, μπορούσε να κάνει πραγματικότητα το ανομολόγητο όνειρό τους να υποδουλωθούν στους Δεινόσαυρους. Δεν ήθελα, με άλλα λόγια, να ξέρω ούτε για τους μεν ούτε για τους δε˙ ας έβγαζαν μόνοι τους τα μάτια μεταξύ τους! Εγώ αδιαφορούσα και για τις δυο πλευρές. Έπρεπε να φύγω το γρηγορότερο, να τους αφήσω να βράσουν στο ζουμί τους, να μην έχω καμιά σχέση μ' όλες αυτές τις ξεπερασμένες ιστορίες. (σελ. 130, "Οι Δεινόσαυροι").

Για παράδειγμα, θυμόμουν μια μέρα κατά τη διάρκεια της οποίας ήμουν πραγματικά ο εαυτός μου, δηλαδή εκείνος ο εαυτός μου τον οποίο προτιμούσα να βλέπουν οι άλλοι. Από εκείνη τη μέρα -έκανα γρήγορα τους υπολογισμούς μου- είχαν περάσει ακριβώς εκατό εκατομμύρια χρόνια. (σελ. 160-161, "Τα έτη φωτός").

Μπορούσα να τη σκέφτομαι με εξαιρετική ακρίβεια, κι όχι τόσο να σκέφτομαι πώς ήταν φτιαγμένη (πράγμα που θα συνιστούσε ένα μάλλον κοινότοπο και χοντροκομμένο τρόπο να τη σκέφτεται κανείς) αλλά πώς θα μπορούσε να μεταμορφωθεί, αν έπαιρνε μια από τις αμέτρητες δυνατές μορφές, παραμένοντας όμως πάντα ο εαυτός της. Φανταζόμουν, δηλαδή, όχι τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει αλλά την ιδιαίτερη ποιότητα που η ίδια θα έδινε σ' εκείνες τις μορφές (σελ. 177-178, "Η σπειροειδής γραμμή").

Ζήλευα, τώρα μπορώ να το ομολογήσω, όχι τόσο γιατί δυσπιστούσα απέναντί της αλλά γιατί ένιωθα ανασφαλής με τον ίδιο μου τον εαυτό: ποιος μπορούσε να με βεβαιώσει ότι εκείνη είχε καταλάβει καλά ποιος ήμουν; (σελ. 178, "Η σπειροειδής γραμμή").

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Στρατής Χαβιαράς-Όταν τραγουδούσαν τα δένδρα

΄


Στρατής Χαβιαράς, "Όταν τραγουδούσαν τα δένδρα", μετάφραση από τα αγγλικά Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη.


Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του.
Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρός από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς.(σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις. (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268)