Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Χέρμαν Μπροχ-Οι υπνοβάτες



Χέρμαν Μπροχ, "Οι υπνοβάτες Ι Πάσενοβ ή ο Ρομαντισμός" μετάφραση Κώστας Κουντούρης, εκδόσεις Μέδουσα

Και επειδή αυτό που χαρακτηρίζει πάντα τον Ρομαντισμό είναι η ανύψωση του εγκοσμίου στη θέση του Απολύτου, ο κατ’ εξοχήν ρομαντισμός της εποχής μας είναι αυτός της στρατιωτικής στολής, ο οποίος ταυτοχρόνως είναι σαν να υπαινίσσεται ότι υπάρχει μια υπερκόσμια και υπερχρονική ιδέα της στολής, ιδέα που βεβαίως δεν υπάρχει, αλλά εν τούτοις είναι τόσο ισχυρή, ώστε κυριεύει τους ανθρώπους με πολύ περισσότερη δύναμη απ’ όση θα ήταν δυνατόν να ασκήσει οποιοδήποτε εγκόσμιο επάγγελμα, και η ιδέα αυτή αν και ανυπόστατη είναι ωστόσο τόσο σθεναρή, ώστε κάνει αυτόν που φοράει στολή να διακατέχεται απ’ αυτήν, όχι όμως με την πολιτική έννοια της λέξης, ίσως ακριβώς γιατί ο άνθρωπος που φοράει στολή είναι διαποτισμένος από την συνείδηση ότι έτσι εκπληρώνει τον χαρακτηριστικό τρόπο ζωής της εποχής του, εξασφαλίζοντας ταυτοχρόνως και τη σιγουριά της ίδιας του της ζωής. (σελ. 38-39)

Η στολή είναι κατά κάποιον τρόπο ένα άκαμπτο προστατευτικό κέλυφος με το οποίο ο κόσμος και το άτομο αφορίζονται με σαφήνεια και αυστηρότητα και διαφοροποιούνται, και μάλιστα η πραγματική αποστολή της στολής είναι να εκδηλώνει και να καθορίζει την εγκόσμια τάξη και να καταργεί την σύγχυση και τη ρευστότητα της ζωής, έτσι όπως κρύβει την απαλότητα και τη ρευστότητα του ανθρώπινου σώματος, έτσι όπως καλύπτει τα εσώρουχα και το δέρμα, κι αυτός είναι ο λόγος που όποιος φυλάει σκοπιά πρέπει να φοράει πάντα άσπρα γάντια. (σελ. 39)

… ήταν σαν ένας από τους στύλους του οικοδομήματος της ζωής να είχε αποσαρθρωθεί και παρόλο που τα πάντα έστεκαν στην παλιά τους θέση, γιατί τα διάφορα τμήματα αλληλοστηρίζονταν, εκείνος ένοιωθε ακαθόριστα την επιθυμία να δει ακόμη και τον θόλο αυτού του ετοιμόρροπου κτιρίου να σωριάζεται και να θάβει κάτω απ’ τα ερείπιά του όλους αυτούς που γλιστρούσαν προς την διαφθορά και την παρακμή, ταυτοχρόνως όμως αισθανόταν ενδόμυχα να αυξάνει ο φόβος, ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε όντως, κι έτσι η επιθυμία του για σταθερότητα, σιγουριά και γαλήνη γίνοταν όλο και περισσότερο έντονη. (σελ. 54)

Ο μόνος που μιλούσε για τον νεκρό ήταν ο πάστορας, που τώρα τους επισκεπτόταν καθημερινά και συχνά έμενε το βράδυ να δειπνήσει μαζί τους, αυτά που έλεγε όμως ήταν αφελείς επαγγελματικές κοινοτυπίες, κανένας δεν τον πρόσεχε και ο μόνος που έμοιαζε να τον ακούει ήταν ο κύριος φον Πάσενοβ, γιατί πολλές φορές κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά και φαινόταν να θέλει κάτι να πει, κάτι βγαλμένο απ’ την καρδιά του, τις περισσότερες φορές όμως απλώς επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια του πάστορα κουνώντας το κεφάλι του σαν να συμφωνούσε, όπως: «Ναι, ναι, πάστορα, σκληρά δοκιμαζόμενοι γονείς.» (σελ. 72-73)

Ο Μπέρτραντ είπε: «Και δεχόμαστε ατάραχοι, δυο άνθρωποι, και οι δυο βεβαίως έντιμοι-γιατί αλλιώς ο αδελφός σας δεν θα είχε μονομαχήσει-να στέκουν ένα πρωί αντιμέτωποι και να πυροβολούν ο ένας τον άλλο. Τι είδους συναισθηματικές συμβάσεις τους έχουν καθηλώσει για να κάνουν κάτι τέτοιο και πόσο μας έχουν καθηλώσει και εμάς για να το ανεχόμαστε! Το συναίσθημα χαρακτηρίζεται απ’ την αδράνεια και γι’ αυτό είναι τόσο ασύλληπτα απάνθρωπο. Ο κόσμος κυριαρχείται από ένα είδος συναισθηματικής αδράνειας.» (σελ. 83)

Όχι, δεν ήταν δειλός και δεν θα δίσταζε να σταθεί ατάραχος μπροστά στο πιστόλι του αντιπάλου του ή να αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης του προαιώνιους εχθρούς, τους Γάλλους: οι κίνδυνοι όμως της πολιτικής ζωής ήταν πολύ πιο παράξενοι και σκοτεινοί και ασύλληπτοι. Εκεί δεν υπήρχε καμιά τάξη, καμιά ιεραρχία, καμιά πειθαρχία-αγνοούσαν ακόμη και τι σήμαινε να είσαι ακριβής. (σελ. 92)

Και σίγουρα θα δημιουργούνταν ένας μικρός καυγάς, αν το καναρίνι, που αδιαφορούσε για τα πάντα, δεν είχε υψώσει μέσα απ’ το κλουβί του το λεπτό χρυσαφένιο νήμα της φωνής του…(σελ. 115)

Ο Γιόαχιμ δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί, τι είναι αυτό που κάνει μια γυναίκα επιθυμητή, όμως δεν βρήκε απάντηση: το πρόβλημα παρέμενε άλυτο και συγκεχυμένο. (σελ. 153)

Καθώς κοιτούσε τώρα το πρόσωπό της, διαπίστωσε πως θα ήταν δυσάρεστο να τοποθετήσει κανείς μες στο σπίτι του ένα κομμάτι τοπίου: αχ, αυτή ήταν η ανάμνηση που φοβόταν, ήταν το μεσημέρι κάτω απ’ τα φθινοπωρινά δένδρα, ήταν αυτή η φευγαλέα εικόνα που για χάρη της είχε σχεδόν επιθυμήσει ο Βαρώνος να καθυστερήσει να δώσει την συγκατάθεσή του. (σελ. 196-197)

Ο Γιόαχιμ στεκόταν αναποφάσιστος δίπλα στο κομοδίνο, ξαφνικά δεν μπορούσε πια να καταλάβει πως τα πράγματα αλλάζουν φύση και προορισμό: το κρεβάτι ήταν ένα όμορφο έπιπλο για να ξαπλώσεις και να κοιμηθείς, με την Ρουτσένα όμως γινόταν ένας τόπος πόθου και απερίγραπτης γλύκας, ενώ τώρα ήταν κάτι που δεν μπορούσες καν να το πλησιάσεις, κάτι που δεν μπορούσες καν να αγγίξεις το ξύλο του. Το ξύλο παραμένει πάντα ξύλο, όμως κανείς δεν θέλει να βάλει το χέρι του επάνω στο ξύλο του φέρετρου. (σελ. 218)

Ήταν ξαπλωμένοι ακίνητοι και κοιτούσαν το ταβάνι του δωματίου, όπου διαγραφόταν φωτεινές κιτρινωπές λουρίδες από τις σχισμές των πατζουριών, μοιάζοντας λίγο με τις θωρακικές πλευρές ενός σκελετού. Ύστερα ο Γιόαχιμ αποκοιμήθηκε και η Ελίζαμπετ, όταν το παρατήρησε, δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει. Κι ύστερα αποκοιμήθηκε κι αυτή. (σελ. 221)

Παρόλα αυτά μετά από δεκαοκτώ μήνες απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Έγινε κι αυτό. Το πώς όμως ακριβώς συντελέστηκε τελικά η πράξη δεν χρειάζεται να το αφηγηθούμε. Ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του αρκετά στοιχεία για την δομή των χαρακτήρων, ώστε μπορεί να φανταστεί τα υπόλοιπα μόνος του.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Το φεγγάρι και οι φωτιές


ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Το φεγγάρι και οι φωτιές Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005


Έτσι, αυτό το χωριό, όπου δεν γεννήθηκα, πίστευα για πολύ καιρό ότι ήταν όλος ο κόσμος. Τώρα που τον κόσμο τον είδα στ` αλήθεια και ξέρω πως είναι καμωμένος από πολλά μικρά χωριά, δεν ξέρω αν ως παιδί έκανα τόσο λάθος, τελικά. [σελ.13]

«Καντάδες δεν έκανα ποτέ» έλεγε. «Ένα κορίτσι, άμα είναι όμορφο, δεν γυρεύει μουσικές. Ψάχνει να βρει δικαίωση στα μάτια των φιλενάδων της, άντρα γυρεύει. Ποτέ δεν γνώρισα κορίτσι που να κατάλαβε τι πάει να πει παίζω μουσική…» [σελ. 20]

Για να μ` αφήσει να την αγγίξω – είχαμε πιάσει ένα δωμάτιο σ` ένα στενάκι του Όκλαντ –ήθελε να `ναι τύφλα στο μεθύσι. [σελ.23]

Είχα φτάσει στην άκρη του κόσμου, στην τελευταία ακτή, κι είχα μπουχτίσει. Τότε άρχισα να σκέφτομαι πως μπορούσα να ξαναπεράσω τα βουνά. [σελ.27]

Ανέκαθεν έβλεπα πως οι άνθρωποι , έτσι και τους δώσεις χρόνο, λένε στο τέλος αυθόρμητα ό,τι σκέφτονται. [σελ.30]

Κι όμως, εγώ στον κόσμο, αυτός σ` εκείνους τους λόφους, είχαμε γυρίσει και τριγυρίσει, χωρίς ποτέ να μπορέσουμε να πούμε: «Τούτα είναι τα κτήματά μου. Πάνω σε τούτο το πεζούλι θα γεράσω. Σ` αυτήν την κάμαρη θα πεθάνω». [σελ. 35]

Αλλά και σ` αυτόν, που δεν έκανε ποτέ του ρούπι, κάτι συνέβη, κάτι μοιραίο, εκείνη η ιδέα που είχε ότι τα πράγματα πρέπει να τα καταλαβαίνεις, να τα διορθώνεις, ότι ο κόσμος είναι στραβά φτιαγμένος και ότι όλοι έχουν συμφέρον να τον αλλάξουν. [σελ. 51]

Μπορούσα να εξηγήσω σε κάποιον πως αυτό που γύρευα ήταν μονάχα να δω κάτι που είχα ήδη δει; … Για μένα, εποχές είχαν περάσει, όχι χρόνια. [σελ.64]

Αφέθηκα να αιφνιδιαστώ - είχα μπαφιάσει να προνοώ και να τρέχω και ν` αρχίζω πάλι απ` την αρχή. [σελ.69]

Και να σκεφτεί κανείς πως, παιδί ακόμη, όταν μας πήγαινε η Βιρτζίλια στη λειτουργία, πίστευα πως η φωνή του παπά ήταν κάτι σαν βροντή, σαν τον ουρανό, σαν τις εποχές, πως χρησίμευε στα χωράφια, στις σοδειές, στην υγεία των ζωντανών και στους νεκρούς. Τώρα κατάλαβα πως οι νεκροί χρησίμευαν σ` εκείνον. Δεν πρέπει να γερνάει κανείς ούτε να γνωρίζει τον κόσμο. [σελ.80-81]

Το είχαν στο αίμα τους αυτό, ήταν φτιαγμένοι από χώμα κι έντονες πεθυμιές, τους άρεσε η αφθονία, σ` άλλον το κρασί, σ` άλλον το στάρι, το κρέας, σ` άλλον οι γυναίκες και το χρήμα. Ενώ ο παππούς ήταν άνθρωπος που σκάλιζε και δούλευε τη γη του, τα παιδιά είχαν αλλάξει και προτιμούσαν να γλεντάνε. [σελ. 98-99]

Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μιλάς μόνο για να μιλάς, για να λες «έκανα αυτό», «έκανα εκείνο», «έφαγα και ήπια», αλλά μιλάς για να σχηματίσεις μια ιδέα, για να καταλάβεις πως πορεύεται τούτος ο κόσμος. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. [σελ.108]

Εκείνα τα βράδια ήταν που μια φωτεινή κηλίδα, μια υπαίθρια φωτιά, καθώς την έβλεπα πάνω από τους μακρινούς λόφους, μ` έκανε να ξεφωνίζω και να κυλιέμαι καταγής, γιατί ήμουνα φτωχός, γιατί ήμουνα μικρός, γιατί ήμουν ένα τίποτα. [σελ.121]

Το ωραίο εκείνο τον καιρό ήταν ότι όλα γίνονταν στην εποχή τους, και κάθε εποχή είχε τις συνήθειες της και το παιχνίδι της, ανάλογα με τις δουλειές και τις σοδειές, με τη βροχή και την καλοκαιρία. [σελ. 125]

«Αυτά είναι βιβλία» απάντησε αυτός. «Διάβαζέ τα όσο μπορείς πιο πολύ. Πάντα φουκαράς θα μείνεις, αν δεν διαβάζεις βιβλία.» [σελ. 127]

Οι δυο θυγατέρες του σιορ Ματέο δεν έκαναν για μένα, ούτε και για τον Νούτο. Ήταν πλούσιες, υπερβολικά ωραίες, ψηλές. [σελ. 129]

Ωραία θα ήταν, σκεφτόμουν, να έμοιαζε ο γιος μου στον πατέρα μου, στον παππού μου, οπότε θα έβλεπα καταπρόσωπο ποιος είμαι επιτέλους. [σελ.135]

Του είπα πως δεν ήταν τόσο η Αμερική, όσο η οργή επειδή δεν ήμουν τίποτε, η μανία, όχι τόσο να πάω, όσο για να γυρίσω μια ωραία ημέρα, όταν όλοι θα με είχαν πια ξεγραμμένο. [σελ. 164]

Η μυρωδιά της φλαμουριάς και της γαζίας σήμαινε και για μένα κάτι, τώρα ήξερα τι ήταν μια γυναίκα, ήξερα γιατί η μουσική στους χορούς μου άνοιγε την όρεξη για σεργιάνι στο ύπαιθρο, όπως στα σκυλιά. [σελ. 176]

Κατά καιρούς μου μιλούσε έτσι, με το χαμόγελο της όμορφης, κι εκείνες τις στιγμές μου φαινόταν πως δεν ήμουν πια υπηρέτης. [σελ.186]

Εγώ σκεφτόμουν πως την επόμενη θα βρισκόμουν στη λεωφόρο Κόρσικα και αντιλαμβανόμουν εκείνη τη στιγμή πως και η θάλασσα έχει φλέβες, έχει τις γραμμώσεις των ρευμάτων, και πως από παιδί, κοιτάζοντας τα σύννεφα και το δρόμο των αστεριών, χωρίς να το ξέρω, είχα ήδη αρχίσει τα ταξίδια μου. [σελ. 195]

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Ζοζέ Σαραμάγκου- Το Τετράδιο


Ζοζέ Σαραμάγκου, «Το Τετράδιο» εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Αθηνά Ψυλλια

Δεν ξέρω ούτε φαντάζομαι, πόσοι άραγε συζυγικοί χωρισμοί έδωσαν το έναυσμα για την δημιουργία νέων βιβλιοθηκών χωρίς ζημιά για τις παλιές. Δυο ή τρεις περιπτώσεις, γιατί τόσες είναι αυτές που γνώρισα, δεν στάθηκαν αρκετές για να φέρουν την άνοιξη, ή , με λόγια πιο σαφή, δεν βελτίωσαν τόσο ούτε τα κέρδη του εκδότη, ούτε την δική μου αμοιβή από τα συγγραφικά δικαιώματα… Ακόμα χειρότερα, πως θα πρέπει να ενεργεί κανείς απέναντι σε συγκεκριμένες συμπεριφορές δημοσίου πλέον ενδιαφέροντος, όπως στην περίπτωση, δυστυχώς συχνή και απολύτως ανήθικη, να συνεχίζουν να ζουν στο ίδιο σπίτι, ίσως χωρίς να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, αλλά να χρησιμοποιούν την ίδια βιβλιοθήκη; Έχει χαθεί ο σεβασμός, έχει χαθεί το αίσθημα της ντροπής, ιδού ο ξεπεσμός στον οποίο έχουμε φτάσει. Κι ας μην πει κανείς πως φταίει η Γουόλ Στριτ: στις κωμωδίες της τηλεόρασης που αυτοί χρηματοδοτούν δεν υπάρχει βιβλίο. (σελ. 33-34)

Δεν ζούμε σε δημοκρατία, αλλά σε μια πλουτοκρατία που έπαψε να είναι τοπική και κοντινή για να καταστεί παγκόσμια και απροσπέλαστη…Με άλλα λόγια, πιο ξεκάθαρα, λέω πως οι λαοί δεν εκλέγουν τις κυβερνήσεις τους ώστε αυτές να του «οδηγήσουν» στην Αγορά, αλλά είναι η Αγορά που ρυθμίζει με όλους τους τρόπους τις κυβερνήσεις ώστε να «οδηγήσουν» τους λαούς σε αυτήν. Και αν μιλώ έτσι για την Αγορά, είναι γιατί σήμερα, και κάθε μέρα που περνά περισσότερο από ποτέ, είναι το κατεξοχήν όργανο της αυθεντικής, μοναδικής και αναντίρρητης εξουσίας, της παγκόσμιας οικονομικής εξουσίας, που δεν είναι δημοκρατική γιατί δεν την εξέλεξε ο λαός, που δεν είναι δημοκρατική γιατί δεν ασκείται από τον λαό, και που, τέλος, δεν είναι δημοκρατική γιατί δεν αποβλέπει στην ευτυχία του λαού. (σελ. 37-38)

«Η Αριστερά δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». (σελ. 41)

Όταν σ’ ένα περιβάλλον βυθισμένο σε απόλυτη σκοτεινότητα ανάβουμε ένα φως, το σκοτάδι εξαφανίζεται. Τότε συχνά αναρωτιόμαστε: «Που πήγε;» Και η απάντηση μπορεί να είναι μια και μόνη: «Δεν πήγε πουθενά, το σκοτάδι είναι απλώς η άλλη πλευρά του φωτός, η μυστική του όψη». Κρίμα που δεν μου το είχαν πει πρωτύτερα, όταν ήμουν παιδί. Σήμερα θα ήξερα τα πάντα για το σκοτάδι και το φως, για το φως και το σκοτάδι. (σελ. 47)

…η ιδέα της οικονομικής δημοκρατίας έδωσε την θέση της σε μια ξεδιάντροπα θριαμβευτική αγορά, παλεύοντας τελικά με μια σοβαρότατη κρίση στην χρηματοοικονομική της διάσταση, ενώ η ιδέα της πολιτισμικής δημοκρατίας αντικαταστάθηκε εντέλει από μια αποξενωτική βιομηχανική μαζικοποίηση των πολιτισμών. Δεν προοδεύουμε, οπισθοχωρούμε. Και θα γίνεται όλο και πιο παράλογο να μιλάμε για δημοκρατία αν επιμείνουμε στην παρεξήγηση να την ταυτίζουμε αποκλειστικά με τις ποσοτικές και μηχανικές της εκφράσεις, που ονομάζονται κόμματα, κοινοβούλια και κυβερνήσεις, χωρίς να δίνουμε σημασία στο πραγματικό περιεχόμενο και στη διαστρεβλωμένη και καταχρηστική χρήση που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων γίνεται της ψήφου που τις δικαιολόγησε και τις τοποθέτησε στη θέση που καταλαμβάνουν. (σελ. 48)

Ριγμένοι εδώ χωρίς να ξέρουμε γιατί, ούτε για τι, χρειάστηκε να τα επινοήσουμε όλα. Επινοήσαμε και το Θεό, αυτός όμως δεν βγήκε απ’ τα κεφάλια μας, έμεινε εκεί μέσα ως παράγοντας ζωής κάποιες φορές, ως εργαλείο θανάτου σχεδόν πάντα. Μπορούμε να πούμε «Να το αλέτρι που επινοήσαμε», δεν μπορούμε να πούμε « Να ο Θεός που επινόησε τον άνθρωπο που επινόησε το αλέτρι». Αυτό το Θεό δεν μπορούμε να τον ξεριζώσουμε απ’ τα κεφάλια μας, δεν το μπορούν καν οι άθεοι, μεταξύ των οποίων με συγκαταλέγω. Τουλάχιστον όμως ας τον αμφισβητήσουμε. Δεν ωφελεί πλέον να λέμε πως σκοτώνοντας στο όνομα του Θεού κάνουμε το Θεό δολοφόνο. Γι’ αυτούς που σκοτώνουν στο όνομα του Θεού, ο Θεός δεν είναι μόνο κριτής που θα τους απαλλάξει, είναι ο παντοδύναμος Πατέρας που μέσα στα κεφάλια τους μάζεψε παλιότερα τα ξύλα για την πυρά της Ιεράς Εξέτασης και τώρα ετοιμάζει και διατάζει να τοποθετήσουν την βόμβα. Ας αμφισβητήσουμε αυτή την επινόηση, ας λύσουμε αυτό το πρόβλημα, ας αναγνωρίσουμε έστω πως υπάρχει. Προτού τρελαθούμε όλοι. Κι έπειτα-ποιος ξέρει;- ίσως υπάρξει τρόπος ώστε να μη συνεχίσουμε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας. (σελ. 62-63)

Να ζήσω ή να πεθάνω είναι το ίδιο. Γιατί η ζωή, φυσικά, δεν βρίσκεται σ’ αυτό το μικρό σώμα…Αυτό που επιζεί μετά από μας, αυτό είναι η αθανασία…Είμαι εναντίον της συνταξιοδότησης η οποιουδήποτε είδους επιδότησης. Ζω χωρίς αυτήν. Το 2001 δεν εισέπραττα από πουθενά και είχα οικονομικά προβλήματα μέχρι που ο πρόεδρος Κιάμπι με έχρισε συγκλητικό. (Ρίτα Λέβι-Μονταλτσίνι) (σελ. 74)

Οι «νόμοι της αγοράς» οδήγησαν σε μια χαοτική κατάσταση που έφερε σε «ομηρία» δισεκατομμύρια δολάρια, με τέτοιον τρόπο ώστε, όπως αναφέρθηκε εύστοχα, «ιδιωτικοποιήθηκαν τα κέρδη και εθνικοποιήθηκαν οι ζημιές». Βρήκαν βοήθεια για τους ενόχους και όχι για τα θύματα. Αυτή είναι μια μοναδική ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσουμε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης. (σελ. 77)

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν ένας άνθρωπος όπως είμαστε όλοι μας. Είχε τις αρετές που ξέρουμε και , ασφαλώς, κάποια ελαττώματα που δεν μείωναν τις αρετές του. Είχε μια δουλειά να κάνει-και την έκανε. Πάλευε ενάντια στα ρεύματα του εθίμου, της συνήθειας και της προκατάληψης, βουτηγμένος μέσα τους μέχρι το λαιμό. Μέχρι που ήρθε μια τουφεκιά για να θυμίσει σ’ εμάς τους αφηρημένους, πως το χρώμα του δέρματος έχει πολύ μεγάλη σημασία. (σελ. 87)

Τι σημασία έχει άραγε το βουητό των μελισσών μέσα στην κυψέλη; Τους χρησιμεύει για να επικοινωνούν μεταξύ τους; Η είναι ένα απλό εφέ της φύσης, η συνέπεια και μόνο του να είναι κανείς ζωντανός, χωρίς προηγούμενη συνείδηση ούτε πρόθεση, όπως μια μηλιά δίνει μήλα χωρίς ν’ ανησυχήσει αν θα ‘ρθει κάποιος να τα φάει;…ο παππούς μου ο Ζερόνιμο, τις τελευταίες του ώρες, πήγε και αποχαιρέτησε τα δένδρα που είχε φυτέψει, αγκαλιάζοντας τα και κλαίγοντας γιατί ήξερε πως δεν θα τα έβλεπε ξανά. Είναι καλό μάθημα. Αγκαλιάζω λοιπόν τις λέξεις που έγραψα, τους εύχομαι μακροζωία και ξαναπιάνω το γραφτό στο σημείο όπου το είχα αφήσει. Δεν υπάρχει άλλη απάντηση. (σελ. 90)

Κι επίσης η ερώτηση που κανείς δεν θέλει να απαντήσει, παρότι ξέρουμε πως έχει απάντηση: μέχρι πότε θα ζούμε, ή θα ζουν οι φτωχότεροι στο έλεος της βροχής, του ανέμου, της ξηρασίας, όταν ξέρουμε πως όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν τη λύση τους σε μια ανθρώπινη οργάνωση της ύπαρξης; (σελ. 94)

«Μιλήστε σας παρακαλώ, πείτε μου τι είστε, σε τι χρησιμεύσατε, αν χρησιμεύσατε σε κάτι». Σωπαίνουν δεν απαντούν. Τι να κάνω λοιπόν; Η ανάκριση των λέξεων είναι το πεπρωμένο όσων γράφουν…(σελ.115)

Είναι πράγματι πιθανόν η πίστη να κινεί βουνά, δεν υπάρχει η πληροφορία ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί ποτέ, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα, δεδομένου ότι ο Θεός ουδέποτε θέλησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του με τέτοιου είδους γεωλογικές παρεμβάσεις. (σελ. 142)

Στην Ισπανία το «είμαι αλληλέγγυος» είναι μια φράση καθημερινή και κλίνεται ταυτόχρονα στους τρεις χρόνους: παρόν, παρελθόν και μέλλον. Η θύμηση της περασμένης αλληλεγγύης ενδυναμώνει την αλληλεγγύη που χρειάζεται το παρόν, κι οι δυο μαζί ετοιμάζουν τον δρόμο ώστε η αλληλεγγύη στο μέλλον να εμφανιστεί ξανά σε όλο της το μεγαλείο. (σελ. 161)