Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Marguerite Yourcenar, "Αδριανού Απομνημονεύματα"

Marguerite Yourcenar, "Αδριανού Απομνημονεύματα", μετάφραση Ιωάννα Δ.Χατζηνικολή. Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς αυτοκράτορας μπροστά σ' ένα γιατρό, όπως είναι δύσκολο να διατηρήσει και την ανθρώπινη ιδιότητά του. (σελ. 11).

Η λαϊκή παράδοση δε γελάστηκε, όταν έβλεπε πάντα στον έρωτα μια μορφή μύησης, ένα από τα σημεία συνάντησης του μυστικού με το ιερό. (σελ. 22).

Δεν μ' αρέσει να πιστεύει ένα πλάσμα ότι μπορεί να προεξοφλεί τις επιθυμίες μου, να τις προβλέπει, να προσαρμόζεται μηχανικά σ' αυτό που υποθέτει ως εκλογή μου. (σελ. 25).

Η αλήθεια που σκοπεύω να εκθέσω εδώ, δεν είναι ιδιαίτερα σκανδαλώδης, ή δεν είναι πέρα από το σημείο όπου κάθε αλήθεια αποτελεί και ένα σκάνδαλο. Δεν περιμένω από τα δέκα επτά χρόνια σου να καταλάβουν κάτι απ' όλα αυτά. Παρ' όλα αυτά, επιμένω να σε μορφώσω, να σε κλωνίσω επίσης. Οι παιδαγωγοί σου, που σου τους διάλεξα μόνος μου, σου έχουν δώσει αυτήν την αυστηρή, την προσεγμένη, την ίσως πολύ προστατευμένη μόρφωση από την οποία τελικά περιμένω ένα μεγάλο καλό για σένα τον ίδιο και για το Κράτος. Εδλω σου προσφέρω, σαν μια επανόρθωση, μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από προμελευημένες ιδέες και αφηρημένες αρχές, φτιαγμένη από την εμπειρία ενός μόνου ανθρώπου, που είμαι εγώ.. Αγνοώ σε ποιά συμπεράσματα θα με παρασύρει αυτή η αφήγηση. Βασίζομαι πάνω σε αυτή την επιθεώρηση των γεγονότων για να προσδιοριστώ, να κριθώ ίσως, ή να γνωρίσω τουλάχιστον καλύτερα τον εαυτό μου προτού πεθάνω.
Σαν όλο τον κόσμο, δεν έχω στην διάθεσή μου παρά τρία μέσα για ν' αποτιμήσω την ανθρώπινη ύπαρξη: τη μελέτη του εαυτού μου, που είναι η πιο δύσκολη, η πιο επικίνδυνη αλλά και η πιο γόνιμη από τις μεθόδους, την παρατήρηση των άλλων, που τις περισσότερες φορές καταφέρνουν να μας κρύψουν τα μυστικά τους, ή να μας κάνουν να πιστέψουμε πως έχουνε, και τα βιβλία με τις ειδικά λανθασμένες προοπτικές που μας ανοίγουν μέσα από τις γραμμές τους. Διάβασα όλα σχεδόν όσα έγραψαν οι ιστορικοί μας, και οι ποιητές μας, αν και αυτοί οι τελευταίοι έχουν τη φήμη ελαφρών, και ίσως τους χρωστάω περισσότερες πληροφορίες απ' όσες συνέλεξα μόνο μου στις αρκετά ποικίλες καταστάσεις της ίδιας μου της ζωής. Ο γραπτός λόγος μ' έμαθε ν' ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μέθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μου φώτισε τα βιβλία. (σελ. 31-32).

[...] όλα όσα θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε για να βλάψουμε τους ομοίους μας ή για να τους εξυπηρετήσουμε γίνανε, έστω και για μια μόνο φορά, από κάποιον Έλληνα. Το ίδιο και με τις προσωπικές μας επιλογές: από τον κυνισμό ως τον ιδεαλισμό, από το σκεπτικισμό του Πύρρωνα ως τα ιερά όνειρα του Πυθαγόρα, οι αρνήσεις μας ή οι αποδοχές μας έχουν ξαναγίνει. Οι διαστροφές μας και οι αρετές μας έχουν ελληνικά πρότυπα. Τίποτα δεν φτάνει την ομορφιά μιας αναθηματικής ή μιας επικήδειας λατινικής επιγραφής. Αυτά τα λίγα λόγια, τα σκαμμένα πάνω στην πέτρα, συνοψίζουν με μιαν απρόσωπη μεγαλοπρέπεια όλα όσα έχει ανάγκη να μάθει ο κόσμος για μας. Λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου. Ο επιτάφιος μου θα χαραχτεί στα λατινικά στον τοίχο του μαυσωλείου μου στις όχθες του Τίβερη, αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει. (σελ. 48).

Και λίγοι είναι αυτοί που δεν μπορούν να διδαχτούνε τίποτε σωστά. Το μεγάλο λάθος μας είναι πως προσπαθούμε ν' αποσπάσουμε από τον καθένα αρετές που δεν έχει. (σελ. 54).

Όσο για μένα, αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία. (σελ. 55).

Όταν έχει κανείς δίκαιο πάρα πολύ νωρίς, έχει άδικο. (σελ. 105).

Έμποροι σχολίαζαν τα νέα μας στην ανταύγεια της θράκας που έψηναν το φαϊ τους, και κάθε πρωί ξαναφόρτωναν την πραμμάτειά τους για αν μεταφέρουνε σε άγνωστες χώρες μερικές σκέψεις μας, μερικές λέξεις μας, συνήθειες αποκλειστικά δικές μας που θα κυρίευαν, σιγά σιγά, τη σφαίρα, πολύ πιο σταθερά από τις εκστρατείες των λεγεώνων μας. (σελ. 118).

Όταν τα ανθρώπινα πλάσματα παραξενεύονται που κάποιος αυτοκράτορας δεν είναι ανόητα άπονος, φαντασμένος ή σκληρός, ομολογούν τη χειρότερη αδυναμία τους. (σελ. 127).

Προσβάλλουμε τους άλλους, όταν περιφρονούμε τις χαρές τους. Αν το θέαμα μ' αποκαρδίωνε, η προσπάθειά μου να το αντέξω ήταν για μένα μια άσκηση πιο πολύτιμη από τη μελέτη του Επίκτητου. (σελ. 129).

Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες. Θα καταφέρουν είτε να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο σε μιαν ηλίθια ικανοποιημένη από τον εαυτό της μηχανή, που θα πιστεύεται ελεύθερη τη στιγμή ακριβώς που θα υποτάσσεται, είτε θα του αναπτύξουν, αποκλειστικά με την άνεση και την ηδονή, μια τόσο παράφρονη κλίση προς την εργασία, όσο είναι και το πάθος των βαρβάρων για τον πόλεμο. (σελ. 140).

Από τη στιγμή που άρχισε να μετράει στη ζωή μου, η τέχνη έπαψε νάναι πολυτέλεια και έγινε καταφύγιο, μορφή αγωγής. (σελ. 158).

Μέσα σ' ένα κόσμο στον οποίο θα βασιλεύει η τάξη, να έχουν οι φιλόσφοι τη θέση τους και οι χορευτές τη δική τους. Αυτό το ιδανικό, ταπεινό σε τελευταλια ανάλυση, θα το αγγίζαμε αρκετά συχνά, αν οι άνθρωποι αφιερώνανε στην υπηρεσία του ένα μέρος από την ενέργεια που ξοδεύουν σε ηλίθια ή άγρια έργα. (σελ. 161).

Σε κάθε άνθρωπο, στη σύντομη ζωή του, ανήκει το αίώνιο δικαίωμα της επιλογής ανάμεσα στην ακούραστη ελπίδα και στη σοφή απουσία της, στα θαύματα του χάους και της σταθερότητας, ανάμεσα στον Τιτάνα και στον Ολύμπιο. Να επιλέξει ανάμεσά τους, ή να φθάσει μια μέρα να τα ταιριάξει το ένα με το άλλο. (σελ. 163).

Πάλεψα, όσο μπορούσα, για να τονώσω μέσα στον άνθρωπο το συναίσθημα του Θεού χωρίς ωστόσο να θυσιάσω σ' αυτό τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ευτυχία μου, ήταν η πληρωμή μου. (σελ. 194).

Όσο πήγαινε, αισθανόμουν πιο έντονα την απόλυτη ανάγκη να συγκεντρώσω και να διατηρήσω τα αρχαία κείμενα, ν' αναθέσω σ' ευσυνείδητους γραφιάδες να κάνουν καινούργια αντίγραφα. Αυτήν την όμορφη αποστολή δεν τη θεωρούσα καθόλου λιγότερο επείγουσα από τη βοήθεια προς τους απόμαχους ή τη συμπαράσταση προς τις πολύτεκνες και φτωχές οικογένειες. Αναλογιζόμουν πως μερικοί πόλεμοι, η αθλιότητα που τους ακολουθεί, μια περίοδος χυδαιότητας και αγριότητας κάτω από μερικούς κακούς πρίγκηπες, θα ήτανε αρκετοί για να χαθούνε για πάντα οι σκέψεις που φτάσανε ως εμάς μ ' αυτά τα λεπτεπίλεπτα αντικείμενα, τα φτιαγμένα από ίνες και μελάνη. Πιστεύω πως κάθε άνθρωπος που είχε λίγο πολύ την τύχη να επωφεληθεί απ' αυτήν την κληρονομιά του πολιτισμού, έχει την υποχρέωση να την προστατεύει για το ανθρώπινο γένος. (σελ. 252-253).

Οι ερασιτέχνες της ομορφιάς, που είχαν συρρεύσει πριν από μένα σε τούτη την πόλη, είχαν περιοριστεί να θαυμάζουνε τα μνημεία δίχως να τους ανησυχεί η αθλιότητα των κατοίκων της που αύξανε σταθερά. Έκανα ό,τι μπορούσα για να πολλαπλασιάσω τους πόρους αυτής της φτωχής γης. (σελ. 262).

Έβλεπα να ξαναγυρνάνε οι άγριοι κώδικες, οι ανελέητοι θεοί, ο αδιαφιλονίκητος δεσποτισμός των βαρβάρων πριγκήπων. Έβλεπα τον κόσμο να κομματιάζεται σε εχθρικά κράτη, αιώνια στις άρπαγες της ανασφάλειας. Άλλοι σκοποί, που θα τους απειλούσαν άλλα βέλη, θα περιπολούσαν μελλοντικές πολιτείες. Το βλακώδες, αναίσχυντο και απάνθρωπο παιχνίδι θα συνεχιζόταν, και, γερνώντας το γένος, αναμφίβολα, θα πρόσθετε κι άλλα ραφιναρίσματα τρόμου σ' αυτό. Σε σύγκριση, η εποχή μας που είμαι σε θέση να γνωρίζω καλύτερα απ' οποιονδήποτε άλλον τις ανεπάρκειες και τα ελαττώματά της, ίσως κάποτε θεωρηθεί σαν ένας από του χρυσούς αιώνες της ανθρωπότητας. (σελ. 283).

Ήξερα καλά ότι αυτή η μιρή κοιλάδα, η φυτεμένη ελιές, δεν ήταν τα Τέμπη, αλλά έφθανα στην ηλικία όπου κάθε ωραίο μέρος μας θυμίζει κάποιο άλλο, πιο ωραίο, όπου σε κάθε απόλαυση προστίθεται η ανάμνηση κάποιας περασμένης απόλαυσης. Δέχθηκα να παραδοθώ σε αυτή τη νοσταλγία, που είναι η μελαγχολία της επιθυμίας. (σελ. 294).

Υπήρχε υπερβολή μέσα σ' όλα αυτά, αλλά η υπερβολή είναι μια αρετή στα δεκαεπτά χρόνια. (σελ. 312).

Υπάρχουν περισσότερες από μια σοφίες και είναι όλες αναγκαίες στον κόσμο. Δεν είναι κακό να εναλλάσσονται. (σελ. 314).

Η ψυχή μου, αν έχω μια, είναι πλασμένη από την ίδια ουσία με τα φαντάσματα. (σελ. 334).

Το μέλλον του κόσμου δεν με ανησυχεί πια. Δεν προσπαθώ πια να υπολογίσω με αγωνία τη μακρόχρονη ή όχι διάρκεια της ρωμαϊκής ειρήνης. Αφήνω τους θεούς να τα κανονίσουνε. Όχι γιατί απέκτησα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη τους, που δεν είναι η δική μας, ή περισσότερη πίστη στη σοφία των ανθρώπων. Το αντίθετο αληθεύει. Η ζωή είναι απαίσια. Το γνωρίζουμε. Αλλά ακριβώς γιατί δεν περιμένω πολλά από την ανθρώπινη φύση, οι λίγες πρόοδοι, οι προσπάθειες για μια νέα αρχή, μια συνέχεια, μου φαίνονται σαν θαύματα που σχεδόν μ΄αποζημιώνουνε για την τεράστια μάζα των δεινών, των αποτυχιών, της αδιαφορίας και της πλάνης. Οι καταστροφές και τα ερείπια θάρθουν. Η αταξία θα θριαμβεύσει, αλλά από καιρό σε καιρό και η τάξη. Η ειρήνη θα στεριώσει και πάλι ανάμεσα σε δυο περιόδους πολέμου. Οι λέξεις ελευθερία, ανθρωπιά, δικαιοσύνη, θα ξαναβρισκουν εδώ και κεί το νόημα που επιχειρήσαμε να τους δώσουμε. Τα βιβλία μας, δεν θα χαθούν όλα. Θα επισκευάσουμε τα ραγισμένα αγάλαμτά μας. Άλλοι τρούλλοι και άλλα αετώματα θα γεννηθούν από τους τρούλλους και τ' αετώματά μας. Μερικοί άνθρωποι θα σκεφτούν, θα αισθανθούν σαν και μας. Τολμώ να βασίζομαι σ' αυτούς τους συνεχιστές, τους σπαρμένους σ' ακανόνιστα διαστήματα κατά μήκος των αιώνων, πάνω σ' αυτή τη διακεκομμένη αθανασία. Αν οι βάρβαροι γίνουν κάποτε κύριοι της αυτοκρατορίας του κόσμου, θ' αναγκαστούνε να υιοθετήσουν ωρισμένες μεθόδους μας. Θα καταλήξουν να μας μοιάσουν. (σελ. 338-339).

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Μίλαν Κούντερα-Συνάντηση


Μίλαν Κούντερα, "Συνάντηση", μετάφραση Γιάννης Χάρης, εκδόσεις "βιβλιοπωλείον της Εστίας"

Μιλώντας για τον Μπέκετ ο Μπέικον λέει: "Στην ζωγραφική κρατάμε πάντα ένα σωρό συνήθειες, δεν ξεσκαρτάρουμε ποτέ αρκετά..." Ένα σωρό συνήθειες θα πει: όλα όσα δεν είναι επινόηση του ζωγράφου, προσωπική συμβολή, πρωτοτυπία, όλα όσα είναι κληρονομιά, ρουτίνα, παραγέμισμα, λεπτοδουλειά που θεωρείται επιβεβλημένη τεχνική. Ότι είναι λόγου χάρη στη μορφή της σονάτας (ακόμα και στους σημαντικότερους, στον Μότσαρτ και στον Μπετόβεν) όλες οι γέφυρες (που συχνά είναι πολύ συμβατικές) ανάμεσα σε δυο θέματα. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι σύγχρονοι καλλιτέχνες έχουν την πρόθεση να καταργήσουν αυτά τα "παραγεμίσματα¨, να καταργήσουν όλα όσα οφείλονται σε συνήθειες, όλα όσα τους εμποδίζουν να προσεγγίσουν, άμεσα και αποκλειστικά, το ουσιώδες (το ουσιώδες: αυτό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης, και μόνο αυτός, μπορεί να πει.)
(σελ. 22)

Το να είσαι μοντέρνος την εποχή που ο μεγάλος μοντερνισμός κλείνει πίσω του την πόρτα είναι εντελώς διαφορετικό απ’ το να είσαι μοντέρνος την εποχή του Πικάσο. Ο Μπέικον στέκει απομονωμένος («δεν υπάρχει απολύτως κανένας για να πεις δυο κουβέντες»), απομονωμένος και από την πλευρά του παρελθόντος και από την πλευρά του μέλλοντος. (σελ. 25)

Όταν ζει κανείς στο τέλος ενός πολιτισμού (όπως το ζουν ή πιστεύουν ότι το ζουν ο Μπέκετ και ο Μπέικον), η ύστατη βίαιη αντιπαράθεση δεν είναι η αντιπαράθεση με την κοινωνία, με το κράτος, με την πολιτική, αλλά με την σωματική, υλική υπόσταση του ανθρώπου। (σελ. 26)

… ο Μαλντορόρ διαπιστώνει κατάπληκτος μια μέρα ότι οι άνθρωποι γελούν. Αλλά καθώς δεν καταλαβαίνει το νόημα αυτής της περίεργης γκριμάτσας κι ωστόσο θέλει να είναι σαν τους άλλους, παίρνει ένα σουγιά και χαράζει τις άκρες των χειλιών του. (σελ. 35)

Α, έχω δει πολλά ψυχομαχητά…εδώ…εκεί…παντού…αλλά επ’ ουδενί τόσο ωραία, διακριτικά…πιστά…το ενοχλητικό στο ψυχομαχητό των ανθρώπων είναι οι φανφάρες…όπως και να το κάνουμε ο άνθρωπος παίζει πάντα θέατρο… κι ο πιο απλός…» (εδώ ο συγγραφέας μεταφέρει λόγια του Σελίν)(σελ. 37)

Παλιά η Ιστορία προχωρούσε πολύ πιο αργά από την ανθρώπινη ζωή, σήμερα όμως προχωράει πιο γρήγορα, τρέχει, ξεφεύγει απ’ τον άνθρωπο, τόσο που κινδυνεύει να διαρραγεί η συνέχεια και η ταυτότητα της ζωής Έτσι ο μυθιστοριογράφος αισθάνεται την ανάγκη να διατηρήσει, πλάι στον δικό μας τρόπο ζωής, την ανάμνηση του συνεσταλμένου, μισοξεχασμένου τρόπου ζωής των προγενεστέρων μας (σελ. 41)

Ευτυχώς τα διάβασα χωρίς να ξέρω τι θα διαβάσω, και μου συνέβη ότι καλύτερο μπορεί να συμβεί σ’ έναν αναγνώστη, μου άρεσε αυτό που εκ πεποιθήσεως (ή εκ φύσεως) δεν έπρεπε να μου αρέσει। (σελ. 110)

Γιατί κάθε λαός που αναζητά τον εαυτό του αναρωτιέται που βρίσκεται το ενδιάμεσο σκαλοπάτι ανάμεσα στο σπίτι του και στον κόσμο, που βρίσκεται, ανάμεσα στο εθνικό πλαίσιο και στο παγκόσμιο, αυτό που αποκαλώ εγώ μεσαίο πλαίσιο. (σελ. 115)

Το εγκαταλειμμένο φεγγάρι κατέβηκε στους πίνακες του Μπρελέρ. Αλλά αυτοί που δεν το βλέπουν πια στον ουρανό δεν θα το δουν ούτε και στους πίνακες. Είσαι μόνος Ερνέστ. Μόνος σαν την Μαρτινίκα στη μέση των νερών. Μόνος σαν τη λαγνεία του Ντεπέστρ μέσα στο μοναστήρι του κομμουνισμού. Μόνος σαν πίνακας του Βαν Γκόγκ κάτω απ’ το ηλίθιο βλέμμα των τουριστών. Μόνος σαν το φεγγάρι που δεν το βλέπει κανένας. (σελ. 124-125)
Ξαφνικά, μπροστά σε αυτόν τον λαμπερό νεαρό, στη Γαλλία των αρχών της δεκαετίας του ’80, δοκιμάζω για πρώτη φορά μια αίσθηση που δεν την είχα γνωρίσει ποτέ στην Τσεχοσλοβακία, ούτε τα χειρότερα σταλινικά χρόνια: την αίσθηση πως βρίσκομαι στην εποχή της μετα-τέχνης, σ’ έναν κόσμο όπου η τέχνη εξαφανίζεται, γιατί εξαφανίζεται η ανάγκη για τέχνη, η ευαισθησία, η αγάπη για την τέχνη. (σελ. 178)

…απ’ την στιγμή που ο νικητής χάραξε τα οριστικά και απαραβίαστα σύνορα των κρατών, δεν θα έχουν πια θέση οι σφαγές ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη, «τώρα πια οι πόλεμος βρισκόταν στο τέλος του, και ξεκινούσε η σφαγή, εκείνη η τρομερή σφαγή ανάμεσα στους Ιταλούς», τα μίση αποσύρονται στο εσωτερικό των εθνών, αλλά ακόμα κι εκεί η μάχη αλλάζει νόημα: στόχος του αγώνα δεν είναι πια το μέλλον, το προσεχές πολιτικό σύστημα (ο νικητής έχει ήδη αποφασίσει σαν τι θα μοιάζει το μέλλον), αλλά το παρελθόν, η καινούργια ευρωπαϊκή μάχη θα δοθεί στο πεδίο της μνήμης. (σελ. 211)

…απέναντι στους ζωντανούς οι νεκροί έχουν συντριπτική αριθμητική υπεροχή, όχι μόνο οι νεκροί του τέλους του πολέμου, αλλά όλοι οι νεκροί όλων των εποχών, οι νεκροί του παρελθόντος, οι νεκροί του μέλλοντος, σίγουροι για την υπεροχή τους, μας χλευάζουν, χλευάζουν αυτήνν την νησίδα του χρόνου όπου ζούμε εμείς, αυτόν τον απειροελάχιστο χρόνο της καινούργιας Ευρώπης της οποίας μας δίνουν να καταλάβουμε όλη την ασημαντότητα, όλη την παροδικότητα…(σελ. 214)
Αφιερωμένη η εγγραφή στον QwfwqN

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Φαίδων Ταμβακάκης-Ευμορφία


Φαίδων Ταμβακάκης, «Ευμορφία-(σαν) Ρομάντσο (του παλιού καιρού), εξώφυλλο Αλέξης Κυριτσόπουλος, εκδόσεις «Εστία»

Αδιαφορούσα για την ίδια την συζήτηση. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μπορούσα να πειστώ για κάτι. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να μη φανώ ανόητος. (σελ. 23)

Με στενοχώρησε η αδυναμία μου να τους μοιάσω. Δεν υποκρίνονταν ή, αν υποκρίνονταν, είχαν πια γίνει ένα με τους ρόλους τους. Στέκονταν αγέρωχες και επιβλητικές. Ο κόσμος, έκθαμβος, ήταν έτοιμος να τις λατρέψει αν του έδιναν σημασία και να τις μισήσει αν συνέχιζαν να τον περιφρονούν. Τι δυναμικό δημιουργικότητας είχαν άραγε αποθηκευμένο; Τελικά ανακάλυπτα, κάπως αφηρημένα, την μεγαλοφυΐα τους. (σελ. 42)

Τίποτα δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι, Δημήτρη. Στους άλλους μιλάμε σαν θεραπεία, όχι για να μας καταλάβουν. (σελ. 54)

Σε άλλη συνοικία το πιθανότερο θα ήταν να μας έδερναν οι συμμορίες των αλητών. Είναι το μοναδικό τους όπλο απέναντι στο ωραίο. Ταυτόχρονα είναι και η απόδειξη της βλακείας τους. Υπάρχουν κινήσεις που μπορούν με τα λεφτά τους να ασπαστούν. Μια κίνηση ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ατομικότητας κοστίζει πολύ ακριβά. (σελ. 64)

Οι πελάτες του ήταν η διακόσμηση του, μια θεατρική διακόσμηση. Στην είσοδο στεκόταν ένας πορτιέρης και διάλεγε ποιους θα αφήσει να περάσουν. Όλα αυτά τα χρώματα, ο εξωτισμός, η πρωτοτυπία, μου συγκράτησαν το ενδιαφέρον για αρκετή ώρα. Τόση εσωστρέφεια ήταν ικανή να σε τρομάξει. Ο καθένας χόρευε μόνος, έπινε μόνος και διασκέδαζε μόνος. Η ατμόσφαιρα ήταν άδεια από συναίσθημα. Και αυτό με τρόμαξε στην αρχή. Αργότερα με έκανε να νοιώθω πιο άνετα. Χορέψαμε και ήπιαμε ως τις πρώτες ώρες της νέας ημέρας. (σελ. 65)

Οι πίνακες αυτοί φαίνεται ότι αρέσουν μόνο σε νέους. Ο πατέρας μου τους χαρακτήριζε μανιερίστικους και ψεύτικους. Ο πατέρας μου έζησε στον πόλεμο, κι εκεί έχασε το χιούμορ του. (σελ. 68)

Ένα καλοκαιρινό πρωινό, μια τσιγγάνα είχε προτείνει να μας πει τον καφέ. Την είχαμε πληρώσει για να διασκεδάσουμε με την γραφικότητά και την επινοητικότητά της. Αφού τελείωσε μας είχε βάλει σε σκέψεις τέτοιες που δεν επέτρεπαν διασκέδαση. Με μια μόνο ματιά στο φλιτζάνι και πολλά χρόνια πείρας είχε αντιστρέψει τις θέσεις του γελωτοποιού και του θεατή. Η υγρασία ξύπνησε το νευρικό μου σύστημα, τέντωσε το δέρμα και αναχώρησα. (σελ. 83)

-Είμαι σίγουρος ότι με αγαπούσε. Με αγαπούσε με το αθώο πάθος που της χάριζε η ηλικία της. -Όλες οι γυναίκες αγαπούν. Είναι το άλλοθι τους για να απολαμβάνουν τον έρωτα. Πάντως μου αρέσει όταν υπερβάλλεις για τις γυναίκες. Φαντάζομαι τους άνδρες στην εποχή μου να κάνουν το ίδιο για μένα και κολακεύομαι. Είναι χάρισμα η κολακεία, το χάρισμα για το οποίο σας αφήνουμε πότε πότε να κυβερνάτε…(σελ. 161-162)

-Ηχούν όλα υπέροχα.
-Μόνο αυτό έχει να πες; Θεία Ευγενία, νόμιζα ότι θα με βοηθούσες να απαντήσω σε μερικά ερωτήματα, καθοριστικά για την ζωή μου.
-Μα δεν σου αρκεί το να ηχούν όμορφα; (σελ। 163