Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Θοδωρής Γκόνης: Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου και άλλα διηγήματα


Θοδωρής Γκόνης: Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου και άλλα διηγήματα, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2000

Πέρασαν χρόνια, οι περισσότεροι από αυτούς που φορούσαν τα πουκάμισα δεν υπήρχαν πια, εν αντιθέσει με τα ίδια, που βασίλευαν σε άλλα κορμιά και ορισμένα από αυτά μάλιστα εξακολουθούσαν να κρατούν την πόρτα της ντουλάπας κλειστή. [σελ. 9-10]
Το λαούτο

Κάθε αεροπλάνο έχει τον δικό χαιρετισμό και αυτό το ξέρει πολύ καλά αυτός που ζει μόνος, ο μοναχός ο άνθρωπος, ο απάζης και ο πλάνος,  ο αεροπλάνος – που στον αέρα ζει πλανώμενος-, αυτός που έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. [σελ. 14]
Αλέξανδρος Καραμανλάκης

Δεν είναι σφικτά, η φλούδα τους δε θέλει το μαχαίρι. Το χέρι, το δάκτυλο κυλάει εύκολα στη σάρκα τους, τα καθαρίζει, τα ξεκουμπώνει. Είναι γλυκά. Γλυκό πορτοκαλιού. Είναι το μανταρίνι που μεγάλωσε και έγινε πορτοκάλι. Είναι η μοναχοκόρη του παλιού αγροτικού ιατρού της Επιδαύρου που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. [σελ.17]

Ήταν μεγάλα πορτοκάλια, νόστιμα. Σαγκουίνια κατακόκκινα. Τ` ανοίγαμε, τα καθαρίζαμε με τα χέρια μας εύκολα, πανεύκολα, και έτρεχαν κόκκινα ζουμιά στις χούφτες και στα χείλη μας. Αθώα παιδιά όπως ήμασταν –και πεινασμένα είναι η αλήθεια- δεν είχαμε ευτυχώς μυαλό για εύκολους συνειρμούς μες στο κεφάλι μας. [σελ.19]
Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου

[…]Τα έκανε στεφάνια και τα κρέμασε στη συκιά του πηγαδιού. Την αγριοσύκιασε. Την πάντρεψε με γάμο βασιλικό. Οι ρινιοί, τα αγριόσυκα άνοιξαν τα αρσενικά τους άνθη και ένα πλήθος από μελανά έντομα, οι νύμφες, κουβάλησαν με το σώμα τους τη γύρη από τα αρσενικά άνθη στα θηλυκά της συκιάς και τα γονιμοποίησαν. Άρχισε να γεμίζει, να λυγά, να δένει καρπό, […] [σελ. 22-23]
Το τραγούδι της συκιάς

Το ζευγάρι αυτό μου το είχε αγοράσει ο μακαρίτης ο πατέρας μου, βιαζόταν πολύ να μεγαλώσω, ίσως διαισθανόταν κιόλας το κακό και αντί για νούμερο τριανταεπτά το Πάσχα, εκείνος μου χάρισε σαραντατρία… [σελ. 31]
Τα παπούτσια της Λαμπρής

Όμως θεόρατα όπως ήταν και ατίθασα δε χώραγαν να μπουν, έπρεπε να γκρεμίσουμε τις πόρτες από τα καλύβια μας κι αυτό δεν γινόταν. Δε δέχτηκαν να μπουν στο σπίτι αφού τα ζώα τους θα έμεναν στο χιόνι. [σελ.39]
Το δακτυλίδι

Όλη τη μέρα μύριζαν, ευωδίαζαν τα δάχτυλα, τα νύχια μου καπνό «μαξούλι» την πρώτη την ποιότητα, το άρωμα του… [σελ. 43-44]
Το πρώτο ταξίδι

Σήμερα που και στις μικρότερες κατηγορίες τα γήπεδα έχουν χορτάρι και γκαζόν και χλοοτάπητες, σήμερα –μεγάλοι και… τρανοί!-  περπατούμε στους δρόμους, κυκλώνουμε τετράγωνα με φίλους ακριβούς και αγαπημένους, βάζοντας άλλα στοιχήματα, […] [σελ. 58]
Η υδροφόρος του Δήμου

Ο αγώνας είναι γραμμένος σε τοπικό ιδίωμα με προφορά δύσκολη. Δεν μεταφράζεται. [σελ. 67]
Η κερκίδα του Στρατηγάκη

Τους φαντάρους τους χώριζε από τα κορίτσια μόνο η πέτρινη μάντρα που η ράχη της χτισμένη με σπασμένα μπουκάλια μπύρας για τους επίδοξους τζαμπατζήδες. [σελ. 71-72]

Λέγεται μάλιστα πως εργάτες πίσω τους άρχισαν να φυτεύουν πατάτες. Κανείς άλλος εκτός από τα κορίτσια δεν αντιλήφθηκε τίποτα [σελ. 74]
Τα κορίτσια

Πολυμήχανοι εργολάβοι έχουν αναλάβει το… θεάρεστο αυτό έργο. [σελ.84]
Μ` ένα περπάτημα καλό

σημείωση: Έργο εξώφυλλου: Χρήστος Θ. ΜΠΟΚΟΡΟΣ, Απρίλιος 2000

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ-Ρωμαίος και Ιουλιέτα


Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, "Ρωμαίος και Ιουλιέτα", μετάφραση Βασίλη Ρώτα, εκδόσεις Επικαιρότητα
Η συντριβή των αντιμαχόμενων γονιών τώρα μπροστά στην καταστροφή, η μετάνοια, η συμφιλίωσή τους κι η υποχώρηση τους απ' όλο το έδαφος που ως τώρα με τόσο πείσμα είχαν υπερασπίσει, η απόφασή τους να εξιλεωθούν με το "ιερό" μνημείο, δείχνει ολοφάνερα στα μάτια του θεατή, πως οι άνθρωποι φέρνονται όπως φέρνονται και ξεπέφτουν στην καταστροφή, γιατί είναι ανίκανοι να ζωγραφίσουν από πριν στον νου τους τις συνέπειες των πράξεων τους, όταν τυφλωμένοι από τα πάθη τους ξεχνούν ή αγνοούν την "τάξη την πολιτισμενη".
Βασίλης Ρώτας

Μπενβόλιος: Έχει λοιπόν ταχτεί να ζήσει πάντα αγνή;
Ρωμαίος: Ναι, μα η εγκράτειά της γίνεται σπατάλη,
τι με στέρηση μαραίνονται τα κάλλη
και δεν αφήνουνε στο κάλλος διαδοχή. (σελ.29)

Ρωμαίος: ...η αγάπη στη αγάπη τρέχει σαν παιδιά που σκόλασαν,
και φεύγει καθώς παν σκολειό τους με βαριά καρδιά. (σελ.59)

Λαυρέντιος: Η γη, της πλάσης μάνα, είναι και τάφος της
εκείνο που 'ναι τάφος της είναι και μήτρα,
κι από την μήτρα της παιδιά κάθε λογής
βρίσκονται να βυζαίνουν τον πλατύ της κόρφο,
πολλά με χάρες έξοχες, άλλα με λίγες,
κανένα δίχως χάρη, το καθένα αλλιώτικη. (σελ.61)

Λαυρέντιος: ...μπλεγμένη εξομολόγηση μπλεγμένη θα 'χει συμβουλή. (σελ.63)

Ιουλιέτα: Καλπάστε, φλογοπόδαρα άλογα, γοργά
στου Φοίβου την αυλή, ω!, να 'ταν ο Φαέθων
αρματηλάτης σας να σας μαστίγωνε στη δύση
να 'φερνε τη συννεφιασμένη νύχτα αμέσως!
Ω! νύχτα, του έρωτα προστάτισα, άπλωσε
το πυκνό πέπλο σου, που μάτια διαβατάρικα
να στραβωθούν, να πεταχτεί ο Ρωμαίος
εδώ στην αγκαλιά μου ανέγγιχτος κι αθώρητος! (σελ. 87)

Ιουλιέτα: Έλα, καλή μου νύχτα, έλα μου με αγάπη
νύχτα μαυρόφρυδη, έλα μου με τον Ρωμαίο,
κι όταν πεθάνει πάρ' τον, σκόρπα τον αστράκια
και τόσο τ' ουρανού την όψη να λαμπρύνει
που όλος ο κόσμος θα ερωτευτεί τη νύχτα
και πια δε θα λατρεύει τον λαμπρόφωτο ήλιο. (σελ.88)

Ρωμαίος: Κόσμος δεν είναι έξω απ' τα τείχη της Βερόνας,
παρ' είναι καθαρτήριο, βάσανο, ίδια η κόλαση.
Έξω από δω, σημαίνει έξω από τον κόσμο,
κι έξω απ' τον κόσμο θα ειπεί θάνατος,
γιά τούτο η εξορία είναι κακόχρηστος
ορισμός του θανάτου. Αν λες τον θάνατο εξορία
μου κόβεις το κεφάλι με χρυσό τσεκούρι και
χαμογελάς για τη χτυπιά που με σκοτώνει! (σελ. 93-94)

Κα Καπουλέτου: Πονάς γιατί έχασες, όχι γι' αυτόν που εχάθη. (σελ. 104)

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Άρης Φακίνος-Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια


Άρης Φακίνος, "Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια", εκδόσεις Καστανιώτη


…δεν θα της έλεγε τίποτα, όλα τα λόγια θα ‘μοιαζαν με μαύρα γυαλιά σε τυφλού πρόσωπο…(σελ.12)

-Τι να κάνουμε αγόρι μου, όλοι γερνάνε.
-Και εγώ γερνάω, μάνα..
-Και συ, ναι… Δε σε πειράζει όμως, έτσι δεν είναι;
-Τι να με πειράξει; (σελ.19)

Έτσι γερνάει ο άνθρωπος, όταν του ‘ρχεται να φωνάξει αλλά δεν μπορεί πια, και οι φωνές που καταπίνει τον πνίγουν.(σελ.46)

Βάδιζε πάντα αργά, ναι, αυτό ήταν…Ξένος είσαι όταν δε νοιώθεις ποτέ την ανάγκη να τρέξεις, να βιαστείς, να παραμερίσεις κάποιον που σου κόβει τον δρόμο, ξένη είναι η γη όπου ο χρόνος ανήκει σε άλλους. (σελ.50)

-Κάθε φορά που κοιτάζω το πρόσωπο ενός παιδιού, διακρίνω τον κατάλογο με όσα εγκλήματα δε έχουν γίνει ακόμα σε τούτο τον κόσμο… Αυτό θα ‘ναι που οι άνθρωποι αποκαλούν αθωότητα. (σελ. 73)

-Σα να ‘χε χωρατέψει με κάτι που δε σήκωνε χωρατό, συνοφρυώθηκε, έσκυψε πάνω από το ποτήρι του…(σελ.90)

Ο Πορφύρης πικρογέλασε:
-Το μερεμέτι δεν είναι δουλειά…Άλλο πράγμα να χτίζεις και άλλο να εμποδίζεις το γκρέμισμα. (σελ 92)

Του Πρόδρομου το κρασί μπορεί να τα κατάφερνε καλύτερα από κείνη. Μαζί με τη γυναίκα και τη γη, είναι τα μόνα πράγματα που μπορούν και λυγίζουν, κουμαντέρνουν τους άντρες… (σελ.93)

…Εγώ γράφω, εκείνος σκάβει…(σελ. 96)

Ήταν κλεισμένος στην κάμαρή του κι έγραφε-δεν έγραφε, παρακαλούσε τις λέξεις να μείνουν κοντά του, να μην ξεμείνουν και χάσουν τον δρόμο. (σελ.136)

Το κρασί όλο και προχωρούσε μέσα στις φλέβες των καλεσμένων που πολεμούσαν όλοι μαζί να θυμηθούν ένα τραγούδι παλιό, αλλά τα λόγια έφταναν στων ανθρώπων τα χείλια δειλά, μπερδεμένα. Οι λέξεις έκαναν αργά το γύρο του τραπεζιού σα να ζητιάνευαν, ο καθένας τους έδινε ότι μπορούσε. Για λίγες στιγμές το τραγούδι δυνάμωνε, ύστερα απομακρύνοταν διστακτικά, σα να μην ήθελε να φύγει, οι ανάπηροι στίχοι σκόρπιζαν αποδώ κι αποκεί, κανένας πια δεν τους πρόσεχε. (σελ.140)

…Μα κι αν ακόμα ήξερε την γλώσσα της, θα τα κατάφερναν; Ίσως να ‘μοιαζαν με δυο χωριάτισσες φορτωμένες κλαριά, που συναντιούνται σ’ ένα στενό μονοπάτι. Μόνο τα φορτία που κουβαλάνε στους ώμους μπορούν και αγγίζονται, αλλά οι δυο γυναίκες δεν μπορούν ούτε ν’ απλώσουν το χέρι για να χαιρετηθούνε. (σελ.150)

Τι πάει να πει να σε περιμένουν;
-Δεν ξέρω τι να σου πω…Να, δηλαδή… Όταν υπάρχει κάποιος που έχει στην τσέπη του τα ίδια κλειδιά με σένα. (σελ. 159)