Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Γιάννης Ευσταθιάδης Δωμάτιο παντού



 Γιάννης Ευσταθιάδης Δωμάτιο παντού διηγήματα εκδόσεις Μελάνι


Βλέποντας το φως να διαθλάται, πράσινο, μέσα στο ακίνητο νερό που μόνο κάποιες φυσαλίδες οξυγόνου το ανατάραζαν στις άκρες, αισθάνθηκε μ` έναν κόμπο στο λαιμό όλη την ακατέργαστη ωρολογιακή μοναξιά των μελλοθανάτων [σελ.12]
Ενυδρείο

Παλιά κάπνιζε, αλλά εδώ και χρόνια το έχει κόψει, προστατεύοντας όχι τόσο την υγεία της
-πιστεύει-,  όσο τη φωνή της. [σελ.13]
Βιογραφικό

Η μουσική μου είναι πάντα ένα παχύ, υφασμένο από νότες χαλί που πάνω του πατάνε σιγανές ομιλίες, εξομολογήσεις, σημαντικές αποκαλύψεις και μικρά ή μεγάλα πάθη. [σελ. 20]

Κάποια βράδια –καθημερινές, συνήθως-, όταν και οι τελευταίοι θαμώνες αποχωρήσουν νωρίς και διαλυθούν οι πυκνοί καπνοί, χαμηλώνω τα φώτα και ξανακάθομαι στο πιάνο. [σελ.23]
«Deep is the ocean»

Μετά την τελευταία μπουκιά, παίρνει ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και μαζεύει τις σταγόνες με το αίμα που έχουν μείνει στο άδειο πιάτο. [σελ.41]
Γυναίκα και περιστέρι

Καθώς τη στριφογύριζε με απόλαυση, και τα κίτρινα από τον καπνό δόντια του, ετοιμοπόλεμα, ξεκίνησαν τη μεθοδική τους εργασία, η ευέλικτη γλώσσα και ο στοχαστικός ουρανίσκος άρχισαν να ξεχωρίζουν κατά στρώματα τις επιμέρους γεύσεις και τα υλικά.[σελ.43]

[…]ένα μικρό κομμάτι παγωμένης σελήνης, όπως αυτή που θρέφει τα χειμωνιάτικά βράδια των κοιμητηρίων. [σελ. 46]
Υλικά

Κι όμως εγώ έχω γεμίσει τη ζωή μου με υποκατάστατα, μόνο και μόνο για να είσαι ευχαριστημένος! Ξέρεις τι θα πει «υποκατάστατο»; [σελ.48]
Ποιος φοβάται τη βασιλόπιτα;  

Πηγαίνεις να φας μόνος. [σελ.55]

Μη πτοηθείς. [σελ.55]

Ανάλυσε. Παρατήρησε. Στοχάσου. [σελ.56]

Άπλωσε κι ακούμπησε το χέρι τους[με πρόσχημα ότι θέλεις την παρακείμενη αλατιέρα]. Απρόσεκτα χύσε μια σταγόνα κόκκινο κρασί –σπονδή στο ιδεώδες τετελεσμένο. [σελ.59]
Ένα κουβέρ

Σήκωσε το χέρι και σημάδεψε. […] Μέσα στην κλούβα, σκεφτόταν πώς να εξηγήσει το απονενοημένο διάβημα. [σελ.63]
Συνταγή ζαχαροπλαστικής

Το βαλιτσάκι μου… Χαμογελώ κάθε φορά που το σκέπτομαι, γιατί αν [λέω αν, μολονότι είμαι επιμελέστατος] καμιά φορά το λησμονήσω κάπου, αυτοί που θα το βρουν, θ` αναρωτιούνται ποιο είναι το επάγγελμά μου.[σελ.67]

Κάνω όλο και πιο συχνά αναδρομές στο παρελθόν μου, πράγμα που σημαίνει, ίσως, πως μεγάλωσα, κι όλο και πιο συχνά δε βολεύομαι πια με εξηγήσεις που ως χθες ηχούσαν στ` αφτιά μου καθησυχαστικές. [σελ.73]

Σταματώ για λίγο και κοιτάζω τον ουρανό. [σελ.75]
Η φωτογράφιση

Α, πως θα `θελε να ξεφύλλιζε το παρελθόν της μέσα από «σκονάκια» που αποστήθιζε στη διάρκεια της πολύχρονης μαθητείας στη ρουτίνα! [σελ.81]
Ψώνια

Σκατοδουλειά θα πεις, αλλά εκείνος αγόγγυστα την εκτελούσε, λες και ήταν εξοικειωμένος πιο πολύ με το θάνατο παρά με τη ζωή… [σελ.112]

[…] φρόντιζε –έναντι πενιχρού, υποθέτω, φιλοδωρήματος- την αποκομιδή κάποιων νεκρών και έπλενε, ως είθισται, τα οστά τους με κόκκινο κρασί. [σελ.114]
Φρέσκα του θανάτου[1]

[…]έστελναν τον τελευταίο τους χαιρετισμό με όλη την επισημότητα που ταιριάζει όταν νεκρός χαιρετάει νεκρό.[σελ.117]
Requiem

Η λέξη του ξεγλιστρούσε, σαν να `παιζε ένα αδυσώπητο κρυφτό. [σελ. 121]

Ο μορφασμός αυτός, αναπάντεχα πολλαπλασιασμένος σε φανταστικά κάτοπτρα, μετακύλισε τη γεύση του πικρού καφές σε παρελθόντα χρόνο. [σελ.127]

[…] (θαρρείς και η νέα μνήμη του λειτουργούσε σαν απουσιολόγος του παρελθόντος)[…] [σελ. 130]

«Νυκτανθές το πένθιμον – Nyctanthes arbortristis» ψιθύρισε με ακαριαία αντίδραση. [σελ.136]
Δωμάτιο παντού

[1] Ο τίτλος, στίχος του Γιάννη Βαρβέρη