Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Τζινγκίζ Αϊτμάτοφ-Τζαμίλια


Τζινγκίζ Αϊτμάτοφ, "Τζαμίλια", μετάφραση Άλκη Ζέη, πρόλογος Αραγκόν, εκδόσεις Θεμέλιο, 1981


Ευχαριστώ Θεέ μου-που δεν σε πιστεύω-γι’ αυτήν την αυγουστιάτικη νύχτα, που αυτήν την πιστεύω μ’ όλη μου την πίστη που τρέφω στην αγάπη.
Παρίσι 30 Μαρτίου 1959
 (από τον πρόλογο)

Γυρίζαμε αργά από τον σταθμό. Ο Ντανιγιάρ πήγαινε μπροστά. Η νύχτα ήτανε μαγευτική. Ποιος δεν ξέρει τις αυγουστιάτικες νύχτες με τα μακρινά μα και τόσο κοντινά αστέρια, με την ασυνήθιστη λάμψη! Κάθε αστεράκι ξεχωρίζει. Να ένα απ’ αυτά, σα να ‘ναι σκεπασμένο με πάχνη στις άκρες, στράφτει όλο με παγερές αχτιδούλες και κοιτάζει τη γη από τον σκοτεινό ουρανό με παιδιάστικη απορία … Ο άνεμος έφερνε από τη στέππα την πικρή γύρη της ανθισμένης αψιθιάς, το ανεπαίσθητο άρωμα του γινομένου κριθαριού που το κρύωνε η νύχτα. Κι όλα αυτά, ανακατεμένα με τη μυρουδιά της πίσσας των ιδρωμένων χάμουρων των αλόγων, μας έφερναν μια ελαφριά ζάλη. (σελ 77-78)

Σαν πλατιά θάλασσα κυμάτιζαν τα γαλαζωπά ώριμα στάχυα, περιμένοντας το θέρισμα, και τα πρώτα φεγγίσματα της αυγής κυνηγιόνταν πάνω στο λιβάδι. (σελ 83)

Ο Ντανιγιάρ έφυγε και εμείς μέχρι το αϊλ (χωριό) δεν είπαμε λέξη. Τι ανάγκη να μιλήσουμε, αφού με τα λόγια δεν μπορεί κανείς πάντα να εκφράσει όλα όσα αισθάνεται. (σελ. 84)

Τα έβλεπα τότε μονάχα όλα αυτά, μα δεν τα πολυκαταλάβαινα. Μα και τώρα ακόμα, ρωτώ συχνά τον εαυτό μου: Μήπως η αγάπη είναι κι αυτή μια έμπνευση, όπως η έμπνευση του ζωγράφου, του ποιητή; Κοίταζα την Τζαμίλια και μουρχότανε να τρέξω στην στέππα να βάλω φωνή να ρωτήσω ουρανό και γη, τι να κάνω, πώς να παλέψω μέσα μου αυτή την παράξενη ανησυχία, αυτή την παράξενη χαρά. Και μια φορά μου φάνηκε πως βρήκα την απάντηση. (σελ. 95)

Και μέσα σε μια ίδια ακριβώς αλμυρή ασπριδερή θολούρα έπλεε στη δύση ένας τρεμουλιάρικος κι ασουλούπωτος ήλιος. Πέρα, πάνω από το θολό ορίζοντα μαζεύονταν πορτοκαλοκόκκινα σύννεφα της μπόρας. Ένας ξερός άνεμος φυσούσε κατά ριπές, πασπάλιζε με άσπρα κατακάθια τις μούρες των αλόγων, ανέμιζε βαριά τις χαίτες τους κι έφευγε πέρα, ανασαλεύοντας τις τούφες των αψιθιών στις βουνοπλαγιές. (σελ. 107)

…Καλέ μου μοναχούλη μου, σε κανένα δε σε δίνω! Από πάντα σ’ αγαπώ. Και τότε που δε σε ήξερα σ’ αγαπούσα και σε περίμενα κι εσύ ήρθες, σα να τόξερες πως σε περιμένω … Κι εγώ σ’ αγαπώ πολύν καιρό, σ’ ονειρευόμουνα στα χαρακώματα, ήξερα πως η αγάπη μου βρίσκεται στην πατρίδα μου, ήσουνα εσύ, η Τζαμίλια μου. (σελ. 110-111)


Ας αντηχεί σε κάθε πινελιά μου, το τραγούδι του Ντανιγιάρ! Σε κάθε πινελιά ας χτυπά η καρδιά της Τζαμίλια. (σελ. 125)