Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος Ο οβολός και άλλα διηγήματα



Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος  Ο οβολός και άλλα διηγήματα, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004

Άνοιξε το κουτί, και από μέσα έβγαλε ένα πακέτο μικρά γκρί χαρτονάκια, που πάνω τους είχαν τυπωμένα (με καφέ σκούρο μελάνι) γράμματα και αριθμούς- ενώ στις άκρες τους έφεραν δύο ή τρεις στρογγυλές τρυπούλες. Μας τα επέδειξε με ύφος θριαμβευτικό, και μας εξήγησε ότι με αυτά τα χαρτονάκια μπαίνεις σε έναν σιδηρόδρομο που κινείται κάτω από τα σπίτια και τα πανύψηλα κτίρια, και οργώνεις μέρα νύχτα τη Νέα Υόρκη.[σελ.13]
Ο Αμερικάνος

Έτσι, λοιπόν, μεσούντος του θέρους χορέψαμε κι αυτόν τον χορό των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, και από τον Σεπτέμβριο βρεθήκαμε ξαφνικά μαθητές Γυμνασίου. Ήμασταν, τότε, εννέα χρονών! Σε ένα μήνα θα άρχιζε ο πόλεμος και σε λίγους η Κατοχή. [σελ.24]

-Πληροφόρησε τον καραγκιόζη, ο οποίος βρίσκεται επί της έδρας, καθώς και τα υπόλοιπα όρνια, που ετοιμάζονται για το Πρακτικό, ότι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» εγράφη σε τροχαϊκόν οκτασύλλαβο… [σελ.30]
«Ο Ματρόζος»

Θα πρέπει να είναι αρχές της άνοιξης, γιατί βλέπουμε τα χειμωνιάτικα κρινάκια να έχουν μόλις απανθίσει, ενώ τα δέντρα στο βάθος δεν έχουν ακόμη γεμίσει φύλλα.[σελ. 37]
Η Φλοξ

Εμείς, από κάποιο σημείο και μετά, παρακολουθούσαμε με κάποιο δέος (για να μην πω πανικόβλητοι), γιατί φοβόμαστε πως το μπαλόνι δεν θα άντεχε πλέον,  θα έσκαγε ξαφνικά δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο –γεγονός που συνέβαινε, άλλως τε, και μάλιστα αρκετά συχνά, άπαξ ο θείος μου επέμενε να φουσκώνει τα μπαλόνια σχεδόν μέχρις εσχάτων.[σελ. 46]

Την επόμενη φορά, όταν εκείνη ξανάρθε σπίτι μας, μου διηγόταν ενθουσιασμένη τη χαρά του παιδιού της` κοιμήθηκε με αρκετά μπαλόνια αγκαλιά.[σελ.50]
Το μπαλόνι

-Το νυστέρι του ανατόμου ουδέποτε συνάντησε αυτό που ονομάζουν ψυχή.[σελ.57]

Είχε, πια, σουρουπώσει και ένιωθα βαρύθυμος. Σκεφτόμουν εκείνη τη σκηνή της πληρωμής, αλλά κυρίως με βάρυνε η συμπεριφορά του σκυλιού: ακίνητο κάτω από το φέρετρο, κύτταζε προς τον νεκρό με μια επίμονη λατρεία, ενώ στο απλανές του βλέμμα με το οποίο με αξίωσε, διέκρινα μιαν έκδηλη περιφρόνηση.[σελ.60]
Το πενηντάρι

-Διαβάζω αυτά που δημοσιεύεις τελευταία και (ομολογώ) ανησυχώ. Έχω την αίσθηση ότι πηδάς σε έναν βαθύ γκρεμό, χωρίς καν αλεξίπτωτο…[σελ. 63]

Ώστε, λοιπόν, τα ήξεραν όλα για μένα, και με είχαν παγιδεύσει για τα καλά![σελ.68]

Ένα κόκκινο πανί, απλωμένο στο σχοινί της βεράντας, ανέμιζε ελαφρά στο γλυκό πρωινό αεράκι.[σελ. 70]
Κόκκινη Πέμπτη

Από έξω ακούστηκε τότε ο ξεχαρβαλωμένος ήχος ενός ακκορντεόν, που σε χορευτικό ρυθμό τριών τετάρτων έπαιζε μια παμπάλαιη και μελαγχολική μελωδία. Ενθουσιάστηκα. [σελ. 76]

Tartufato

Καίτοι οι οβολοί σπάνιζαν μονίμως, οι γυναίκες των αγροτών, όταν κατά το απομεσήμερο, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία, εγκατέλειπαν την πόλη, πλησίαζαν στο γενικώς αποκαλούμενο εικονοστάσι και κάτι προσπαθούσαν να γλιστρήσουν ιεροκρυφίως μέσα από τη σχισμή.[σελ.83]

Παρέμεναν όλοι σιωπηλοί και ακίνητοι, παρά τη φοβερή φασαρία που δημιουργούσαν με τα κορναρίσματα και τα μεγάφωνά τους τα διερχόμενα αυτοκίνητα- παρέμεναν σε μια στάση, σαν να τελούσαν ένα ασυνήθιστο μνημόσυνο, χωρίς την παρουσία ιερέως.[σελ.93]
Εικονοστάσια

Καμιά φορά την συμπονούσα, καθόμουν δίπλα της, της μιλούσα και την χάιδευα. Ψαχούλευε, τότε, τα ρούχα μου, τα παπούτσια μου, εμένα. Μεγάλωσες, μου έλεγε και με ρωτούσε για τα πράγματα του κόσμου, χαμένη μέσα στον δικό της χρόνο.[σελ. 105]
Τυφλοί

Ο πατέρας μου καταχώνιαζε το πιστόλι στο συρτάρι του γραφείου του, αλλά κατά τις σπάνιες φορές που το ανέσυρε, είχα την ευκαιρία να θαυμάσω τη μαρμαρυγή του φωτός, οσάκις ο ήλιος τύχαινε να πέσει επάνω σε εκείνη την κομψότατη λαβή.[σελ. 110]
Για υπηρεσιακούς λόγους

[…]έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.[σελ.118]

Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της.[σελ.119]

Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.[σελ. 120]
Ο οβολός

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Γιούλα Ράπτη ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ



Γιούλα Ράπτη ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ [Γράμματα σ`έναν ξένο] εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010


ΥΓ.: Ο δρόμος φαίνεται μακρύς. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα καταθέσω εύκολα τα όπλα. Ελπίζω να φτάσω κοντά σας σώα και αβλαβής. Έχω προσλάβει και βοηθό. Λένε ότι είναι έμπειρος οδηγός και ικανός ιχνηλάτης. Έρχομαι. [σελ. 14]

ΥΓ.: Δεν ξέρω αν θα υπάρξουν άλλες πράξεις. Μπορείτε να το δείτε και σαν μονόπρακτο, σαν δράμα δωματίου, ίσως σαν φαρσοκωμωδία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα κλάψουμε και θα γελάσουμε πολύ. Αν ήταν σήριαλ, η AGB θα μας λάτρευε! [σελ. 22]

ΥΓ.: Να σας ζητήσω μια χάρη; Μην αλλάξετε του χρόνου τον μπρουτάλ και την ξανθιά. Έχω αρχίσει να τους συμπαθώ. Προς το παρόν, θα πεταχτώ ως τη Λατινική Αμερική. Πεθύμησα ένα ταξίδι. Και τον Τσε, φυσικά…[σελ. 27]

ΥΓ.: Να με σκεφτείτε γελαστή και ευτυχισμένη πάνω από μια τεράστια κούπα καφέ, μια μέρα πριν την επιστροφή. Με κυνηγάνε εργασιακές εκκρεμότητες– δουλειές δηλαδή. [σελ. 33]

ΥΓ.: Μαθαίνω ότι εκπαραθυρωθήκατε, κατηγορούμενος για κακοδιαχείρηση (χρημάτων, όχι ανθρώπων). Ακούω όμως ότι στην αγορά σκίζονται ποιος θα σας αποκαταστήσει. Pas male! Α, με γεια το τρίτο σπίτι. Εγώ, πάλι, χτίζω σπίτια σε γιατρούς… [σελ. 38]

ΥΓ.: Ήταν αλήθεια. Και ήταν Πρωταπριλιά - η ωραιότερη πλάκα που έκανα στον εαυτό μου. Σας ευχαριστώ για όλα. Ώρα να κλείσω χρόνιους λογαριασμούς και να ξενοικιάσω παλιές συναισθηματικές καβάντζες. [σελ. 44]

ΥΓ.: Λυπάμαι για τις ακρότητες. STOP Καλή τύχη Πίτερ Παν STOP [σελ. 45]

ΥΓ.: Μπορεί να άλλαξα, αλλά σε μερικά πράγματα παραμένω επιρρεπής - «ο λύκος κι αν εγέρασε» (Ναι, γέρασε. Τον καλούν πια σε κηδείες συνομηλίκων.) [σελ.50]

ΥΓ.: Ο θάνατος δεν χωράει υστερόγραφα. Ό, τι δεν είπες, θα μείνει για πάντα ανείπωτο. Τι κρίμα. Και πόσο αβάσταχτο. Και πόσοι θάνατοι ονομάστηκαν αλλιώς και άφησαν ένα ανεπίδοτο, χωρίς όνομα και καλά κρυμένο, πένθος… [σελ.55]

ΥΓ.: Θ`ανάψω κι ένα κεράκι για τα εκατομμύρια παιδιά που ζουν τη βία σε όλο τον κόσμο. Κάνε κάτι, Χριστέ μου, δουλειά σου είναι. Η δική μου είναι ψέμα ότι μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο. [σελ. 61]

ΥΓ.: Πες μου, ρε φίλε, τι δεν κάνω καλά; Και κυρίως πες μου από ποιον, τελικά, να πάρω συνέντευξη; Έχεις καμιά καλή ιδέα; Ή μήπως να πάρω μία από τον εαυτό μου, τελικά; [σελ. 68]

ΥΓ.: Η δίκη αυτήν τη φορά δεν θα γίνει ερήμην μου. Δε χάνω με τίποτα τέτοιο υπερθέαμα. Έχω κι εγώ ράμματα για τη γούνα μου, υπερόπτη κατακριτή των πάντων. Συνεννοηθήκαμε; Προς το παρόν, μη με ενοχλήσεις, Φεύγω για Κύθηρα. [σελ. 72]

ΥΓ.: Σ`ένα πράγμα είχε δίκιο ο Χορν: Μια ζωή την έχουμε, «Μανώλη» μου, κι αν δεν τη γλεντήσουμε… Μόλις γυρίσω, ξεκινάω ένα μεγάλο ταξίδι. Εκεί να δεις γλέντια. [σελ. 77]

ΥΓ.: Αυτό που νιώθω πια για σένα είναι κάτι βαθύ - δεν ξέρω πως ονομάζεται. Αλλά τι σημασία έχει να βάζεις ετικέτες στα αισθήματα; Σημασία έχει να αγαπάς. Και να μη φοβάσαι. [σελ. 87]