Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Miguel Hernández-Elegía


Το Αποστακτήριο Λέξεων (Σελίδες Λογοτεχνίας) αποχαιρετούν τον φίλο και συνεργάτη Αντώνη.

Καλό σου ταξείδι, σύντροφε!

A las aladas almas de las rosas
del almendro de nata le requiero,
que tenemos que hablar de muchas cosas,
compañero del alma, compañero.

Στις φτερωτές ψυχές των ρόδων
στο γάλα του αμύγδαλου σε πολυαγαπώ
κι είχαμε για τόσα πράγματα να πούμε
σύντροφε της ψυχής, σύντροφε.


Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Χόρχε Σεμπρούν-Ασκήσεις Επιβίωσης

Χόρχε Σεμπρούν, «Ασκήσεις επιβίωσης», μετάφραση Έφη Κορομηλά, εκδόσεις Πόλις

…στη Μαδρίτη, τον στρατηγό Φράνκο δεν τον ήξεραν παρά ελάχιστοι Ισπανοί. Φυσικά, εκείνοι γνώριζαν  ήδη την φήμη της βαναυσότητας του στρατηγού Φράνκο, την οποία είχε αποκτήσει στην Αφρική, στον πόλεμο του Ριφ. Και την είχε επιβεβαιώσει στην Ισπανία το 1934, κατά την άγρια καταστολή της ουτοπικής προλεταριακής εξέγερσης, αδικαιολόγητης ίσως, των ανθρακορύχων των Αστουριών. Ούτως ή άλλως, η Ισπανία εκείνης της εποχής είχε να επιδείξει πολλούς βάναυσους στρατηγούς. Ο Φράνκο ήταν απλώς ένας από τους ψυχρότερα βάναυσους, τους πιο αποφασισμένους μέσα στην κοινή αγριότητά τους. Το απέδειξε κατ’ επανάληψη, από την άνοδό του κιόλας στη θέση του Στρατάρχη. Διότι έγινε Στρατάρχης, Ελέω Θεού Καουντίγιο της Ισπανίας, όπως δήλωνε η μια όψη του εθνικού νομίσματος. Την εποχή που ανεγέρθηκαν εκείνα τα αγάλματα, έφιππα τα περισσότερα σε όλη την Ισπανία, μόνο τρεις στρατάρχες υπήρχαν στον κόσμο: ο Στάλιν, ο Τσανγκ Κάι-σεκ και ο Φράνκο! (σελ 79)

Τον τελευταίο καιρό, στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΙ είχε εκδηλωθεί μια διαφωνία. Η αφορμή ήταν κάποια προβλήματα που ενδεχομένως να έμοιαζαν δευτερεύοντα- το αγροτικό ζήτημα, για παράδειγμα, το ζήτημα της στρατηγικής μας για τα αγροτικά στρώματα που εμφανίζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις στην Ισπανία- και για πρώτη φορά η συναινετική ομοφωνία, εθιμοτυπική σχεδόν, διερράγη με μια ψηφοφορία στο Πολιτικό Γραφείο, που δημιούργησε μια πλειοψηφία και μια μειοψηφία: ελάχιστη αυτή η τελευταία, αφού αποτελούνταν από δυο μόνο μέλη, τον Φερνάντο Κλαουντίν και εμένα. Ή μάλλον τον Φεδερίκο Σάντσεθ. Η διαφωνία επεκτάθηκε σε ιδεολογικά ζητήματα και κατέληξε να αφορά την ουσία της τακτικής της πάλης μας στην Ισπανία, όπως και το σταλινικό παρελθόν της ΕΣΣΔ και τις σχέσεις του ισπανικού κόμματος με το κομμουνιστικό κίνημα γενικά και το σοβιετικό κόμμα ειδικότερα.
Δραματοποιώντας το διακύβευμα της διαφωνίας· κάνοντας την ενότητα της ηγετικής ομάδας θέμα ταμπού· εμφανίζοντας οποιαδήποτε απόκλιση στην ανάλυση ως διασπαστικό έγκλημα, ο Σαντιάγο Καρίγιο θα κατόρθωνε, κατά την διάρκεια των επόμενων μηνών, με σκαιή πολλές φορές επιμονή, να περιορίσει τις διαφωνίες ή αμφιβολίες που άρχιζαν να αναδύονται στο Πολιτικό Γραφείο μετά τις τελευταίες αποτυχίες, και να μας απομονώσει και τους δυο, τον Κλαουντίν και τον Σάντσεθ, από τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΙ.
Αλλά δεν θέλω να επανέλθω σ’ αυτό.
Είναι μια ιστορία που δεν μπορεί πια να ενδιαφέρει κανέναν. Να ενδιαφέρει πραγματικά, θέλω να πω, να παθιάζει, να προκαλεί αγανάκτηση, αμφισβήτηση των βεβαιοτήτων ή της πεπατημένης στην σκέψη. Ό, τι αφορά τον κομμουνισμό και τα κομμουνιστικά κόμματα σε όλο τον κόσμο είναι προϊστορία. Το ότι θίχτηκε, είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό, στη συζήτηση του ισπανικού Πολιτικού Γραφείου στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 του προηγούμενου αιώνα- προϊστορία, όπως είπα!- έστω και εν σπέρματι και σίγουρα με μορφή ακόμη ασαφή, αόριστη, η ουσία των προβλημάτων πάνω στα οποία συνετρίβη το επαναστατικό εγχείρημα της λενινιστικής παράδοσης, μερικά χρόνια αργότερα, δεν ενδιαφέρει πια παρά μόνο τους ιστορικούς. Και μάλιστα ιστορικούς διαβολεμένα εξειδικευμένους! (σελ. 80-82)


… ένιωσα ξαφνικά ένα χέρι στον ώμο μου. Δεν τινάχτηκα, δεν γύρισα απότομα για να αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο κάθε ενδεχόμενο. Ήταν ένα αδελφικό χέρι. Ήταν ένα χέρι που δεν έπεσε στον ώμο μου, δεν τον βάρυνε, τα δάχτυλά του δεν τον έσφιξαν δυνατά, αλλά τον άγγιξαν φιλικά. Με δυο λόγια, δεν ήταν το χέρι ενός μπάτσου, ενός εχθρού: ήταν αντίθετα, ένα χέρι αδελφικό, αυτός είναι ο καλύτερος ορισμός. Στράφηκα λοιπόν αργά, χωρίς να τιναχτώ, χωρίς να θορυβηθώ. «Είστε ο Χόρχε Σεμπρουν;» μου είπε μια τραγουδιστή φωνή, μια φωνή των Αντιλών, εύκολα τις αναγνωρίζεις. Ήταν η τραγουδιστή φωνή ενός ψηλού και κοτσονάτου Μαρτινικανού με ψαρά μαλλιά. Το μουστάκι του είχε κι αυτό γκρίζες τρίχες. Δεν είχε τραβήξει το χέρι του από τον ώμο μου. Έγνεψα καταφατικά. Όχι πως είμαι πάντα σίγουρος ότι είμαι αυτός που είχε κατονομάσει εκείνος ο ψηλός και στο άνθος της ηλικίας του τύπος, αλλά τέλος πάντων πρόκειται για μια κοινωνική σύμβαση που είμαι υποχρεωμένος να την τηρώ. Αν βρισκόμουν μέσα σε ένα μαδριλένικο λεωφορείο-αλλά στην Μαδρίτη, δεν παίρνω το λεωφορείο, ποτέ!- αν κάποιος είχε ακουμπήσει το χέρι του στον ώμο μου στη Μαδρίτη, ας κάνουμε αυτή την υπόθεση, αν μου είχε πει: ¿Es usted Jorge Semprún? Θα είχα δώσει τη συνηθισμένη μου απάντηση, επειδή είναι μια ερώτηση που μου κάνουν και στη Μαδρίτη, παρόλο που δεν συνηθίζω τα λεωφορεία- άλλωστε, αν το καλοσκεφτώ, στη Μαδρίτη με ρωτάνε περισσότερο αν είμαι ο Φεδερίκο Σάντσεθ- αλλά η συνηθισμένη μου απάντηση, έτοιμη από πριν, είναι η ίδια και στις δυο περιπτώσεις, και είναι αρκετά λακωνική: Eso dicen... «Έτσι λένε». (σελ. 83-84)

… ήταν μια συγκινητική συζήτηση, κάπως εξωπραγματική, και στο τέλος δεν μπόρεσα να μην του πω, σφίγγοντας το μπράτσο του με την ίδια αδελφοσύνη με την οποία είχε ακουμπήσει το δικό του χέρι στον ώμο μου: «Αυτές είναι παλιές μάχες, λησμονημένες…» Κι εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτές οι μάχες ήταν παλιές, δεν υπήρχε πια κομμουνιστικό κίνημα, ούτε μάχες, δεν υπήρχε τίποτα πια! Τι μπορούσε , τότε, να αρνείται, με εκείνο το κατηγορηματικό νεύμα; Ότι είχαν λησμονηθεί, να τι αρνιόταν, και εξήγησε αμέσως τι ένιωθε: «Μα έπρεπε να τις δώσετε εκείνες τις μάχες, καλά κάνατε και τις δώσατε», μου δήλωσε. (σελ. 86)

Ανάμεσα στους συντάκτες του υπουργείου που συναντιόνταν κάθε μέρα, την ώρα του απεριτίφ ή του καφέ, μερικές φορές και στη μια και στην άλλη, δεδομένου ότι οι νόρμες αποδοτικότητας δεν ήταν εξαντλητικές στα φρανκικά υπουργεία- γνωρίζοντας καλύτερα από τον καθένα ότι οι μισθοί που προσέφερε ήταν ανεπαρκείς, το Κράτος ανεχόταν την παράλληλη εργασία σε δημόσιες θέσεις, και έκλεινε τα μάτια σε παρεισφρήσεις στο ιδιωτικό τομέα· κανείς δεν ζούσε με έναν μόνο μισθό στις κατώτερες μεσαίες τάξης εκείνης της εποχής… (σελ 91)

Είχα διατηρήσει αυτή τη συνήθεια της παρανομίας: να προσέχω τα πάντα γύρω μου· να παρατηρώ διαρκώς όσους βρίσκονταν κοντά μου, τις κινήσεις τους, το παρουσιαστικό τους. Τόσα χρόνια μετά, ακόμη και μέσα σε μια πρεσβεία, ακόμη και με την προστασία ενός σωματοφύλακα, ακόμη και πολύ μετά τον θάνατο του Φράνκο- τα έφιππα αγάλματα του οποίου συνέχιζαν, ωστόσο, να φιγουράρουν εδώ κι εκεί!- διατηρούσα αυτή τη συνήθεια, ένα είδος εξαρτημένου αντανακλαστικού, μολονότι οι συνθήκες που το δημιούργησαν είχαν πάψει να υπάρχουν. (σελ. 95)


Όπως και να ‘χει, στις αρχές εκείνων των εκτός νόμου δεκαετιών, εκείνων των χρόνων μαθητείας, έτεινα, μέσα στην ευφορία της νιότης, να βλέπω την παράνομη ζωή ως προνόμιο, ως σημάδι ότι ανήκα σ’ ένα είδος ιπποσύνης, ως μια ευτυχή και αναζωογονητική ιδιαιτερότητα που με διέκρινε από τους κοινούς θνητούς. Δεν αισθανόμουν την ανάγκη να διατυμπανίζω αυτή την ιδιαιτερότητα, να επωφελούμαι από αυτήν ή να την εκμεταλλεύομαι με οποιονδήποτε τρόπο, στις σχέσεις μου με τους άλλους. Την απολάμβανα μέσα στην σιωπή των ιδιωτικών μου στιγμών, ήταν αυτάρκης. Ήταν ένας προφανής αλλά ανομολόγητος πλούτος, ένα μη ειπωμένο που έτρεφε τις αυταπάτες μου, τις πεποιθήσεις μου, τα όνειρά μου. (σελ. 102)