Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρης Φακίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρης Φακίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Άρης Φακίνος-Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια


Άρης Φακίνος, "Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια", εκδόσεις Καστανιώτη


…δεν θα της έλεγε τίποτα, όλα τα λόγια θα ‘μοιαζαν με μαύρα γυαλιά σε τυφλού πρόσωπο…(σελ.12)

-Τι να κάνουμε αγόρι μου, όλοι γερνάνε.
-Και εγώ γερνάω, μάνα..
-Και συ, ναι… Δε σε πειράζει όμως, έτσι δεν είναι;
-Τι να με πειράξει; (σελ.19)

Έτσι γερνάει ο άνθρωπος, όταν του ‘ρχεται να φωνάξει αλλά δεν μπορεί πια, και οι φωνές που καταπίνει τον πνίγουν.(σελ.46)

Βάδιζε πάντα αργά, ναι, αυτό ήταν…Ξένος είσαι όταν δε νοιώθεις ποτέ την ανάγκη να τρέξεις, να βιαστείς, να παραμερίσεις κάποιον που σου κόβει τον δρόμο, ξένη είναι η γη όπου ο χρόνος ανήκει σε άλλους. (σελ.50)

-Κάθε φορά που κοιτάζω το πρόσωπο ενός παιδιού, διακρίνω τον κατάλογο με όσα εγκλήματα δε έχουν γίνει ακόμα σε τούτο τον κόσμο… Αυτό θα ‘ναι που οι άνθρωποι αποκαλούν αθωότητα. (σελ. 73)

-Σα να ‘χε χωρατέψει με κάτι που δε σήκωνε χωρατό, συνοφρυώθηκε, έσκυψε πάνω από το ποτήρι του…(σελ.90)

Ο Πορφύρης πικρογέλασε:
-Το μερεμέτι δεν είναι δουλειά…Άλλο πράγμα να χτίζεις και άλλο να εμποδίζεις το γκρέμισμα. (σελ 92)

Του Πρόδρομου το κρασί μπορεί να τα κατάφερνε καλύτερα από κείνη. Μαζί με τη γυναίκα και τη γη, είναι τα μόνα πράγματα που μπορούν και λυγίζουν, κουμαντέρνουν τους άντρες… (σελ.93)

…Εγώ γράφω, εκείνος σκάβει…(σελ. 96)

Ήταν κλεισμένος στην κάμαρή του κι έγραφε-δεν έγραφε, παρακαλούσε τις λέξεις να μείνουν κοντά του, να μην ξεμείνουν και χάσουν τον δρόμο. (σελ.136)

Το κρασί όλο και προχωρούσε μέσα στις φλέβες των καλεσμένων που πολεμούσαν όλοι μαζί να θυμηθούν ένα τραγούδι παλιό, αλλά τα λόγια έφταναν στων ανθρώπων τα χείλια δειλά, μπερδεμένα. Οι λέξεις έκαναν αργά το γύρο του τραπεζιού σα να ζητιάνευαν, ο καθένας τους έδινε ότι μπορούσε. Για λίγες στιγμές το τραγούδι δυνάμωνε, ύστερα απομακρύνοταν διστακτικά, σα να μην ήθελε να φύγει, οι ανάπηροι στίχοι σκόρπιζαν αποδώ κι αποκεί, κανένας πια δεν τους πρόσεχε. (σελ.140)

…Μα κι αν ακόμα ήξερε την γλώσσα της, θα τα κατάφερναν; Ίσως να ‘μοιαζαν με δυο χωριάτισσες φορτωμένες κλαριά, που συναντιούνται σ’ ένα στενό μονοπάτι. Μόνο τα φορτία που κουβαλάνε στους ώμους μπορούν και αγγίζονται, αλλά οι δυο γυναίκες δεν μπορούν ούτε ν’ απλώσουν το χέρι για να χαιρετηθούνε. (σελ.150)

Τι πάει να πει να σε περιμένουν;
-Δεν ξέρω τι να σου πω…Να, δηλαδή… Όταν υπάρχει κάποιος που έχει στην τσέπη του τα ίδια κλειδιά με σένα. (σελ. 159)

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Άρης Φακίνος-Τα παιδιά του Οδυσσέα


Άρης Φακίνος, "Τα παιδιά του Οδυσσέα" εκδόσεις Καστανιώτη


Μακριά από την πατρίδα μας δε θα επιζούσαμε παρά μονάχα όσο καιρό θα 'μεναν κολλημένοι στις ρίζες μας λίγοι σβόλοι από τη γη μας. (σελ. 7)


Τον Διομήδη δεν τον συγκινούσαν καθόλου τα πλούτη κι οι θησαυροί, οι φιλοδοξες εκστρατείες κι οι καταχτήσεις των Ελλήνων τον άφηναν αδιάφορο. Έλεγε πως δεν καταλάβαινε γιατί οι άνθρωποι σκοτώνονται και σφάζονται για να πάρουν ο ένας τον τόπο του άλλου, γιατί αλληλοτρώγονται για να ελέγχουν με το στρατό και τα καράβια τους στεριές και θάλασσες, γιατί, στα καλά του καθουμένου, τα βάζουν με τους γείτονές τους. Οι θεοί πρόσθετε, είχαν θελήσει όλους τους θνητούς λεύτερους πάνω στη γη, στην πατρίδα τους, μα όπως και για όλα τα ζωντανά πλάσματα τους είχαν ορίσει τα μέρη όπου θ' αναζητούσαν και θα 'βρισκαν τη θροφή τους, τους είχαν δείξει καλά μέχρι που είχαν δικαίωμα να περιπλανηθούν, που ακριβώς βρίσκονταν τα σύνορα της επικράτειάς τους. (σελ. 25)


Ο ένας μετά τον άλλο, σιγά σιγά, οι παλιοί κόσμοι έσβηναν γύρω τους σαν όνειρα, οι κοινωνίες που γνώριζαν ξέφτιζαν και διαλούσαν σαν πολυφορεμένα ρούχα, οι άνθρωποι άλλιώτευαν. Ελάχιστοι ήταν πια όσοι ρωτούσαν τους γέρους προεστούς και τους μάντεις περί του πρακτέου, όλο και λιγόστευαν αυτοί που πίστευαν στους πατρώους θεούς, που γονάτιζαν μπροστά στους βωμούς τους για να τους προσφέρουν θυσίες. Σιγά σιγά όλα άλλαζαν στον τόπο μας, οι βάρβαροι, που μας είχαν καταχτήσει αυτή τη φορά, επέβαλλαν με τη βία νέες θεότητες που θα κυβερνούσαν και θα ρύθμιζαν από δω και μπρος τη ζήση μας. (σελ. 38-39)


Ερχόταν τακτικά στην κάμαρή μου, εκεί που διάβαζα ή έγραφα, έπιανε κουβέντα μαζί μου και μου 'λεγε να κάνω υπομονή, να μη χάνω το θάρρος μου, να μη βαρυγκομώ για των δασκάλων μου τις απαιτήσεις. Όσα κι αν προλάβαινα να μάθω, χρήσιμα θα 'ταν, λίγα ή πολλά, αλήθειες ή ψέμματα. Αργότερα, σαν θα μεγάλωνα, όλα αυτά θα τα ξεκαθάριζα μονάχος μου, θα 'βγαζα άκρη με το δικό μου μυαλό, θα ξεδιάλεγα τις γνώσεις, όπως κάνουμε και με τα φασόλια: από τη μια μεριά τα τζούφια, για τα σκουπίδια, από την άλλη τα καλά, για το τσουκάλι μας. (σελ. 52)


Σε μια στιγμή ενώ ακούγονταν στο δρόμο μας πολυβολισμοί κι εκρήξεις, ο πατέρας μου ξεδίπλωσε ένα σεντόνι, τ' άπλωσε κατάχαμα μέσα στην κάμαρή μου και πήρε να ντανιάζει γρήγορα βιβλία, χαρτιά, τετράδια. Άδικα η μάνα μου του φώναζε να τα παρατήσει όλα σύξυλα και να κοιτάξει να γλυτώσει πρώτα τη ζωή του, πως θα 'πρεπε να φχαριστούσε το Θεό αν σε λίγες ώρες θα 'ταν η φαμίλια του ζωντανή και το σπίτι του ακόμα όρθιο. Εκείνος ούτε που την άκουγε καν, μάζευε ότι προλάβαινε, μου 'λεγε και του κατέβαζα από τα ράφια λεξικά, γραμματικές, συνταχτικά, άρπαξε ξαφνικά τον Όμηρο και τη Βίβλο, πρόσθεσε στο φορτίο του τον Πλάτωνα, τον Θουκυδίδη και τον Ησίοδο. (σελ. 55)


Δεν τον πείραζε, ο κάθε θνητός είναι αφέντης του εαυτού του, κάνει ότι μπορεί για να αλλάξει κάπως τις αποφάσεις που παίρνουν οι θεοί για λογαριασμό του. (σελ. 106)


Όλα έδειχναν ότι κάποτε, ήθελαν δεν ήθελαν, οι άνθρωποι θ' αναγκάζονταν να συμβιώσουν ειρηνικά, αδερφωμένα, μας περίμεναν όλους ρόδινες κι ευτυχισμένες εποχές, τα έθνη θα συνεργάζονταν, οι λαοί θα μόνιαζαν-οι συγκρούσεις, που προκαλούν τα σύνορα κι οι εθνικισμοί, θα 'ταν αδιανόητα πράγματα στο μέλλον. (σελ. 134-135)


Θεωρούσε τα βιβλία ιερά αλλά κι επίφοβα αντικείμενα, είχε ακούσει πως είχαν καταστρέψει την ζωή κάμποσων ανθρώπων, πως εξαιτίας τους μερικοί είχαν καταλήξει στις φυλακές, άλλοι βρίσκονταν μαντρωμένοι σε στρατόπεδα ή γερνούσαν στις εξορίες. Πως μπορούσε να ξεχάσει τις ατελείωτες στερήσεις που 'χε τραβήξει με τον πατέρα μου για να μάθω γράμματα, για να πάω σχολείο, για να βγάλω αργότερα το Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο, ώστε να βρω καμιά δουλειά και να μη χρειαστεί να φύγω, να ξενιτευτώ; Καμιά φορά, όταν ερχόταν στην κάμαρή μου για να συγυρίσει, την παρατηρούσα που στεκόταν μπροστά στη βιβλιοθήκη μου με δέος, που καθάριζε έναν έναν τους τόμους περνώντας τους με το ξεσκονόπανο απαλά, προσεχτικά, που τους κοίταζε συλλογισμένα και παρακαλεστικά, όπως ακριβώς έκανε όταν προσευχόταν σιωπηλα μπροστά σε μια εικόνα. (σελ. 174)


Ταξιδεύαμε χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς πηγαίναμε, πόσο θα κρατούσε η περιπλάνησή μας, ποιοι θα μας πρόσφεραν άσυλο και φιλοξενία, που τελικά θα κατασταλάζαμε. Με τα πρόσωπα κολλημένα στα φινιστίνια τ' αεροπλάνου, βλέπαμε για πρώτη φορά από τόσο ψηλά τη γη μας, το βλέμμα μας άγγιζε τις κορφές των αλλεπάλληλων κι άγριων βουνών της, κατέβαινε μέχρι τους λιγοστούς και φτωχούς κάμπους της. Εδώ κι εκεί, ανάμεσα σε προαιώνιους ελαιώνες, σ' αμπέλια και σε σπαρτά, ξεδιακρίναμε παλιά πέτρινα και μισογκρεμισμένα γεφύρια, χωριουδάκια, κοιμητήρια, καπνούς που ανάθρωσκαν, ήμεροι κι ειρηνικοί, από τις καμινάδες των σπιτιών της. (σελ. 236-237)

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Άρης Φακίνος-Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα

Άρης Φακίνος, "Τό όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα", εκδόσεις Καστανιώτη

Κείνη την εποχή άλλωστε οι άνθρωποι δεν ήταν άπληστοι και φαταούληδες: αν είχαν λίγα, δεν παραπονιούνταν, τα μυαλά τους δεν έπαιρναν αέρα με τα περισσότερα. (σελ. 11)

Τι λογής κουβέντα, σκέφτηκα σε μια στιγμή, να πιάσει ο σημερινός ασφαλτόβιος ανθρωπάκος με τούτη τη γη, σε πια γλώσσα να της μιλήσει; Με τις πρώτες λέξεις που θα καταφέρει να ψελλίσει, θα 'χει για μόνη απάντηση την αδιαφορία της, την περιφρόνησή της. (σελ. 21)

Μαύρη κι άραχλη θα 'ναι η λευτεριά που θ' αποχτήσουμε, αν αρχίσουμε να συναγωνιζόμαστε τους βαρβάρους στην βαρβαρότητα. (σελ. 28)

Σ' αυτό τον άγριο τόπο η γη μοιάζει με πονηρή και ζόρικη γυναίκα, δεν ανοίγει την αγκαλιά της στον όποιο όποιο και μάλιστα με το πρώτο, δεν του δίνεται εύκολα. Για να την κάνει κάποιος ζάφτι, πρέπει να κατέχει καλά όλα τα κρυφά χούγια και τα μυστικά του κορμιού της, να μπορεί να προβλέπει όλα τα ξαφνικά κόλπα της. (σελ. 50)

Από τα πιο παλιά, από τα προϊστορικά σχεδόν χρόνια ο άνθρωπος εμπιστεύεται στο φθαρτό και πρόσκαιρο κτίσμα ένα σωρό μηνύματα για τους κατοπινούς καιρούς, του μέλλοντες κόσμους, παίρνει ένα κομμάτι μάρμαρο ή κάποιο ογκολίθι και λαξεύει, χαράζει, σκαλίζει, μιλάει για τους καημούς και για τα όνειρά του στους μεταγενέστερους. (σελ. 60-61)



Μια φορά στη Λάρισα, οι μπράβοι ενός μεγαλοτσιφλικά τον βασανίσανε με πυρωμένο σίδερο για να τον αναγκάσουνε να πάει και να τραγουδήσει στο αρχοντικό του αφεντικού τους που 'χε τραπέζι σ' ΄εναν Τούρκο πασά. Μια άλλη, στην Τρίπολη, οι προεστοί έβαλαν να τον κρεμάσουν από τα πόδια σ' έναν πλάτανο, επειδή τα τραγούδια του ξεσήκωναν των ραγιάδων τα μυαλά. Άλλοι τον πλήρωναν αδρά για να μιλήσει κι άλλοι για να σωπάσει-με τους ανθρώπους δεν βγάζεις ποτέ άκρη. (σελ. 71)


Ο καθένας σ' αυτή τη γη πολεμάει με την δική του χαράδρα και με το δικό του χάος, συλλογίζεται ο Τρύφωνας, του ρίχνεται και το πολεμάει με όλα τα μέσα, μάχεται με χίλια βάσανα να στήσει ένα γεφύρι για να περάσει απέναντι, ιδροκοπάει μέρα και νύχτα πάνω στη δική του σκαλωσιά. (σελ. 73)


Η απελπισία δεν είναι καθόλου ψύχραιμος σύμβουλος για ένα λαό. (σελ. 86)


Ο Στέλιος καλοτυλίγεται με μια χοντρή φλοκάτη, αλλά πριν πέσει στο αχυρένιο του στρώμα για να κοιμηθεί, ρίχνει στο ζώο του μια τελευταία ματιά. Το μουλάρι ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον του και τον κοιτάζει κι αυτό, αλλά μ' έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν ανθρώπινο, θαρρείς και του λέει μ' ένα και μόνο βλέμμα: Μη σκοτίζεσαι, σύντροφε, μη βασανίζεις το κεφάλι σου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, ότι κι αν γενεί πάνω σ' αυτή τη γη, με γέφυρα η χωρίς γέφυρα, οι άνθρωποι θα μείνουν πάντα άνθρωποι και τα μουλάρια μουλάρια. (σελ. 92)


Δεν ήτανε η πρώτη φορά που ο πρωτομάστορας έβλεπε ανθρώπινα κοπάδια που 'ρχονταν από μακριά, από τα βόρεια, που περιπλανιούνταν επί μήνες, συχνά κι επί χρόνια, ώσπου να βρουν φιλόξενο τόπο, μια νέα πατρίδα. Απελπισμένοι πληθυσμοί που εγκαταλείπαν τα χωριά, τα σπίτια και τα πατρογονικά τους χώματα κι έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, άλλοτε για γλυτώσουν από την πείνα κι άλλοτε διωγμένοι από τους Τούρκους που 'χαν κατακτήσει τα Βαλκάνια. (σελ. 97)


...οραματίζονταν ένα κόσμο που δε θα 'χε παρά εμπόρους, μαγαζάτορες και μουστερήδες, με μοναδική του θεότητα τον παρά, την τράπεζα για εκκλησία, τον τραπεζίτη για παπά. (σελ. 106)


Έβλεπε η ντόπια φτωχολογιά την ξένη που έρχοταν για να πιάσει δουλειά κι άρχιζε η φαγωμάρα, γίνονταν συμπλοκές, σωστές μάχες, έτρεχε των απόκληρων το αίμα για το χατήρι του άρχοντα, του τσιφλικά. (σελ. 109)


Στην κασέλα μου θα βρεις και κάτι άλλα χαρτιά, που δεν είναι δικά μου, αλλά του Τρύφωνα. Να τα δώσεις κι αυτά σε κάνα μοναστήρι. Μην το αμελήσεις. Δίχως των τραγουδάρηδων τα λόγια, τα έργα μας δεν αξίζουν τίποτα. (σελ. 130-131)


29 Αυγούστου 1789... Μην περιμένετε, αγαπητέ μου φίλε, να σας εξηγήσω τι ακριβώς συμβαίνει και τι σημαίνουν όλες αυτές οι εξελίξεις. Κείνο που ξέρω είναι ότι εμείς οι Γάλλοι μοιάζουμε σήμερα με τους αλχημιστές του Μεσαίωνα: βάλαμε μια χύτρα πάνω στη φωτιά της Ιστορίας, ρίξαμε μέσα ένα σωρό ετερόκλητα στοιχεία, ανακατεύουμε και περιμένουμε να δούμε το αποτέλεσμα. Ο καθένας το φαντάζεται διαφορετικό, ανάλογα με την θέση που κατέχει στην κοινωνία, με την πείρα του, με τη μόρφωσή ή το επάγγελμά του. (σελ. 170)


Τα 'ξερε και τα 'βλεπε όλα αυτά ο μαστρο-Νικήτας, αλλά τα περισσότερα τα 'χε φανταστεί από πριν, τα 'χε προβλέψει. Κάτεχε καλά πως ο δρόμος που ανοίγεις για να μπορούν να ταξιδεύουν και να επικοινωνούν οι άνθρωποι δεν είναι μποστάνι για να τον μαντρώσεις, δεν είναι κάστρο να χτίσεις στα μπεντένια κανόνια, να βάλεις και μια κινητή γέφυρα. Ο παράς δεν ταξιδεύει ποτέ χωρίς συνοδεία, σέρνει από πίσω του, όπως κι ένα κάρο φορτωμένο κοπριά, ένα σωρό ζούδια, μύγες, σκαθάρια, σκουλήκια: χρήμα καθαρό, τίμιο, αθώο δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. (σελ. 178)


Δεν του καλοφαίνεται του σκλάβου η ξαφνική λευτεριά, συλλογίστηκε, του φαίνεται αφύσικο να μην βλέπει στα χέρια του δεσμά, έχει συνηθίσει στη σιγουριά που τον κάνει νοιώθει του αφέντη η παρουσία. Κάθε φορά που δεν βλέπει ο άνθρωπος γύρω του κάποιον για να τον υπακούσει, για να του προσπέσει, για να τον αποκαλέσει "αφέντη" δεν νιώθει καλά, νοσταλγεί την πρότερη σκλαβιά, αναζητάει αλυσίδες για να τις περάσει μονάχος του στα χέρια. (σελ. 195)