Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Marguerite Yourcenar, "Αδριανού Απομνημονεύματα"

Marguerite Yourcenar, "Αδριανού Απομνημονεύματα", μετάφραση Ιωάννα Δ.Χατζηνικολή. Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς αυτοκράτορας μπροστά σ' ένα γιατρό, όπως είναι δύσκολο να διατηρήσει και την ανθρώπινη ιδιότητά του. (σελ. 11).

Η λαϊκή παράδοση δε γελάστηκε, όταν έβλεπε πάντα στον έρωτα μια μορφή μύησης, ένα από τα σημεία συνάντησης του μυστικού με το ιερό. (σελ. 22).

Δεν μ' αρέσει να πιστεύει ένα πλάσμα ότι μπορεί να προεξοφλεί τις επιθυμίες μου, να τις προβλέπει, να προσαρμόζεται μηχανικά σ' αυτό που υποθέτει ως εκλογή μου. (σελ. 25).

Η αλήθεια που σκοπεύω να εκθέσω εδώ, δεν είναι ιδιαίτερα σκανδαλώδης, ή δεν είναι πέρα από το σημείο όπου κάθε αλήθεια αποτελεί και ένα σκάνδαλο. Δεν περιμένω από τα δέκα επτά χρόνια σου να καταλάβουν κάτι απ' όλα αυτά. Παρ' όλα αυτά, επιμένω να σε μορφώσω, να σε κλωνίσω επίσης. Οι παιδαγωγοί σου, που σου τους διάλεξα μόνος μου, σου έχουν δώσει αυτήν την αυστηρή, την προσεγμένη, την ίσως πολύ προστατευμένη μόρφωση από την οποία τελικά περιμένω ένα μεγάλο καλό για σένα τον ίδιο και για το Κράτος. Εδλω σου προσφέρω, σαν μια επανόρθωση, μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από προμελευημένες ιδέες και αφηρημένες αρχές, φτιαγμένη από την εμπειρία ενός μόνου ανθρώπου, που είμαι εγώ.. Αγνοώ σε ποιά συμπεράσματα θα με παρασύρει αυτή η αφήγηση. Βασίζομαι πάνω σε αυτή την επιθεώρηση των γεγονότων για να προσδιοριστώ, να κριθώ ίσως, ή να γνωρίσω τουλάχιστον καλύτερα τον εαυτό μου προτού πεθάνω.
Σαν όλο τον κόσμο, δεν έχω στην διάθεσή μου παρά τρία μέσα για ν' αποτιμήσω την ανθρώπινη ύπαρξη: τη μελέτη του εαυτού μου, που είναι η πιο δύσκολη, η πιο επικίνδυνη αλλά και η πιο γόνιμη από τις μεθόδους, την παρατήρηση των άλλων, που τις περισσότερες φορές καταφέρνουν να μας κρύψουν τα μυστικά τους, ή να μας κάνουν να πιστέψουμε πως έχουνε, και τα βιβλία με τις ειδικά λανθασμένες προοπτικές που μας ανοίγουν μέσα από τις γραμμές τους. Διάβασα όλα σχεδόν όσα έγραψαν οι ιστορικοί μας, και οι ποιητές μας, αν και αυτοί οι τελευταίοι έχουν τη φήμη ελαφρών, και ίσως τους χρωστάω περισσότερες πληροφορίες απ' όσες συνέλεξα μόνο μου στις αρκετά ποικίλες καταστάσεις της ίδιας μου της ζωής. Ο γραπτός λόγος μ' έμαθε ν' ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μέθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μου φώτισε τα βιβλία. (σελ. 31-32).

[...] όλα όσα θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε για να βλάψουμε τους ομοίους μας ή για να τους εξυπηρετήσουμε γίνανε, έστω και για μια μόνο φορά, από κάποιον Έλληνα. Το ίδιο και με τις προσωπικές μας επιλογές: από τον κυνισμό ως τον ιδεαλισμό, από το σκεπτικισμό του Πύρρωνα ως τα ιερά όνειρα του Πυθαγόρα, οι αρνήσεις μας ή οι αποδοχές μας έχουν ξαναγίνει. Οι διαστροφές μας και οι αρετές μας έχουν ελληνικά πρότυπα. Τίποτα δεν φτάνει την ομορφιά μιας αναθηματικής ή μιας επικήδειας λατινικής επιγραφής. Αυτά τα λίγα λόγια, τα σκαμμένα πάνω στην πέτρα, συνοψίζουν με μιαν απρόσωπη μεγαλοπρέπεια όλα όσα έχει ανάγκη να μάθει ο κόσμος για μας. Λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου. Ο επιτάφιος μου θα χαραχτεί στα λατινικά στον τοίχο του μαυσωλείου μου στις όχθες του Τίβερη, αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει. (σελ. 48).

Και λίγοι είναι αυτοί που δεν μπορούν να διδαχτούνε τίποτε σωστά. Το μεγάλο λάθος μας είναι πως προσπαθούμε ν' αποσπάσουμε από τον καθένα αρετές που δεν έχει. (σελ. 54).

Όσο για μένα, αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία. (σελ. 55).

Όταν έχει κανείς δίκαιο πάρα πολύ νωρίς, έχει άδικο. (σελ. 105).

Έμποροι σχολίαζαν τα νέα μας στην ανταύγεια της θράκας που έψηναν το φαϊ τους, και κάθε πρωί ξαναφόρτωναν την πραμμάτειά τους για αν μεταφέρουνε σε άγνωστες χώρες μερικές σκέψεις μας, μερικές λέξεις μας, συνήθειες αποκλειστικά δικές μας που θα κυρίευαν, σιγά σιγά, τη σφαίρα, πολύ πιο σταθερά από τις εκστρατείες των λεγεώνων μας. (σελ. 118).

Όταν τα ανθρώπινα πλάσματα παραξενεύονται που κάποιος αυτοκράτορας δεν είναι ανόητα άπονος, φαντασμένος ή σκληρός, ομολογούν τη χειρότερη αδυναμία τους. (σελ. 127).

Προσβάλλουμε τους άλλους, όταν περιφρονούμε τις χαρές τους. Αν το θέαμα μ' αποκαρδίωνε, η προσπάθειά μου να το αντέξω ήταν για μένα μια άσκηση πιο πολύτιμη από τη μελέτη του Επίκτητου. (σελ. 129).

Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες. Θα καταφέρουν είτε να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο σε μιαν ηλίθια ικανοποιημένη από τον εαυτό της μηχανή, που θα πιστεύεται ελεύθερη τη στιγμή ακριβώς που θα υποτάσσεται, είτε θα του αναπτύξουν, αποκλειστικά με την άνεση και την ηδονή, μια τόσο παράφρονη κλίση προς την εργασία, όσο είναι και το πάθος των βαρβάρων για τον πόλεμο. (σελ. 140).

Από τη στιγμή που άρχισε να μετράει στη ζωή μου, η τέχνη έπαψε νάναι πολυτέλεια και έγινε καταφύγιο, μορφή αγωγής. (σελ. 158).

Μέσα σ' ένα κόσμο στον οποίο θα βασιλεύει η τάξη, να έχουν οι φιλόσφοι τη θέση τους και οι χορευτές τη δική τους. Αυτό το ιδανικό, ταπεινό σε τελευταλια ανάλυση, θα το αγγίζαμε αρκετά συχνά, αν οι άνθρωποι αφιερώνανε στην υπηρεσία του ένα μέρος από την ενέργεια που ξοδεύουν σε ηλίθια ή άγρια έργα. (σελ. 161).

Σε κάθε άνθρωπο, στη σύντομη ζωή του, ανήκει το αίώνιο δικαίωμα της επιλογής ανάμεσα στην ακούραστη ελπίδα και στη σοφή απουσία της, στα θαύματα του χάους και της σταθερότητας, ανάμεσα στον Τιτάνα και στον Ολύμπιο. Να επιλέξει ανάμεσά τους, ή να φθάσει μια μέρα να τα ταιριάξει το ένα με το άλλο. (σελ. 163).

Πάλεψα, όσο μπορούσα, για να τονώσω μέσα στον άνθρωπο το συναίσθημα του Θεού χωρίς ωστόσο να θυσιάσω σ' αυτό τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ευτυχία μου, ήταν η πληρωμή μου. (σελ. 194).

Όσο πήγαινε, αισθανόμουν πιο έντονα την απόλυτη ανάγκη να συγκεντρώσω και να διατηρήσω τα αρχαία κείμενα, ν' αναθέσω σ' ευσυνείδητους γραφιάδες να κάνουν καινούργια αντίγραφα. Αυτήν την όμορφη αποστολή δεν τη θεωρούσα καθόλου λιγότερο επείγουσα από τη βοήθεια προς τους απόμαχους ή τη συμπαράσταση προς τις πολύτεκνες και φτωχές οικογένειες. Αναλογιζόμουν πως μερικοί πόλεμοι, η αθλιότητα που τους ακολουθεί, μια περίοδος χυδαιότητας και αγριότητας κάτω από μερικούς κακούς πρίγκηπες, θα ήτανε αρκετοί για να χαθούνε για πάντα οι σκέψεις που φτάσανε ως εμάς μ ' αυτά τα λεπτεπίλεπτα αντικείμενα, τα φτιαγμένα από ίνες και μελάνη. Πιστεύω πως κάθε άνθρωπος που είχε λίγο πολύ την τύχη να επωφεληθεί απ' αυτήν την κληρονομιά του πολιτισμού, έχει την υποχρέωση να την προστατεύει για το ανθρώπινο γένος. (σελ. 252-253).

Οι ερασιτέχνες της ομορφιάς, που είχαν συρρεύσει πριν από μένα σε τούτη την πόλη, είχαν περιοριστεί να θαυμάζουνε τα μνημεία δίχως να τους ανησυχεί η αθλιότητα των κατοίκων της που αύξανε σταθερά. Έκανα ό,τι μπορούσα για να πολλαπλασιάσω τους πόρους αυτής της φτωχής γης. (σελ. 262).

Έβλεπα να ξαναγυρνάνε οι άγριοι κώδικες, οι ανελέητοι θεοί, ο αδιαφιλονίκητος δεσποτισμός των βαρβάρων πριγκήπων. Έβλεπα τον κόσμο να κομματιάζεται σε εχθρικά κράτη, αιώνια στις άρπαγες της ανασφάλειας. Άλλοι σκοποί, που θα τους απειλούσαν άλλα βέλη, θα περιπολούσαν μελλοντικές πολιτείες. Το βλακώδες, αναίσχυντο και απάνθρωπο παιχνίδι θα συνεχιζόταν, και, γερνώντας το γένος, αναμφίβολα, θα πρόσθετε κι άλλα ραφιναρίσματα τρόμου σ' αυτό. Σε σύγκριση, η εποχή μας που είμαι σε θέση να γνωρίζω καλύτερα απ' οποιονδήποτε άλλον τις ανεπάρκειες και τα ελαττώματά της, ίσως κάποτε θεωρηθεί σαν ένας από του χρυσούς αιώνες της ανθρωπότητας. (σελ. 283).

Ήξερα καλά ότι αυτή η μιρή κοιλάδα, η φυτεμένη ελιές, δεν ήταν τα Τέμπη, αλλά έφθανα στην ηλικία όπου κάθε ωραίο μέρος μας θυμίζει κάποιο άλλο, πιο ωραίο, όπου σε κάθε απόλαυση προστίθεται η ανάμνηση κάποιας περασμένης απόλαυσης. Δέχθηκα να παραδοθώ σε αυτή τη νοσταλγία, που είναι η μελαγχολία της επιθυμίας. (σελ. 294).

Υπήρχε υπερβολή μέσα σ' όλα αυτά, αλλά η υπερβολή είναι μια αρετή στα δεκαεπτά χρόνια. (σελ. 312).

Υπάρχουν περισσότερες από μια σοφίες και είναι όλες αναγκαίες στον κόσμο. Δεν είναι κακό να εναλλάσσονται. (σελ. 314).

Η ψυχή μου, αν έχω μια, είναι πλασμένη από την ίδια ουσία με τα φαντάσματα. (σελ. 334).

Το μέλλον του κόσμου δεν με ανησυχεί πια. Δεν προσπαθώ πια να υπολογίσω με αγωνία τη μακρόχρονη ή όχι διάρκεια της ρωμαϊκής ειρήνης. Αφήνω τους θεούς να τα κανονίσουνε. Όχι γιατί απέκτησα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη τους, που δεν είναι η δική μας, ή περισσότερη πίστη στη σοφία των ανθρώπων. Το αντίθετο αληθεύει. Η ζωή είναι απαίσια. Το γνωρίζουμε. Αλλά ακριβώς γιατί δεν περιμένω πολλά από την ανθρώπινη φύση, οι λίγες πρόοδοι, οι προσπάθειες για μια νέα αρχή, μια συνέχεια, μου φαίνονται σαν θαύματα που σχεδόν μ΄αποζημιώνουνε για την τεράστια μάζα των δεινών, των αποτυχιών, της αδιαφορίας και της πλάνης. Οι καταστροφές και τα ερείπια θάρθουν. Η αταξία θα θριαμβεύσει, αλλά από καιρό σε καιρό και η τάξη. Η ειρήνη θα στεριώσει και πάλι ανάμεσα σε δυο περιόδους πολέμου. Οι λέξεις ελευθερία, ανθρωπιά, δικαιοσύνη, θα ξαναβρισκουν εδώ και κεί το νόημα που επιχειρήσαμε να τους δώσουμε. Τα βιβλία μας, δεν θα χαθούν όλα. Θα επισκευάσουμε τα ραγισμένα αγάλαμτά μας. Άλλοι τρούλλοι και άλλα αετώματα θα γεννηθούν από τους τρούλλους και τ' αετώματά μας. Μερικοί άνθρωποι θα σκεφτούν, θα αισθανθούν σαν και μας. Τολμώ να βασίζομαι σ' αυτούς τους συνεχιστές, τους σπαρμένους σ' ακανόνιστα διαστήματα κατά μήκος των αιώνων, πάνω σ' αυτή τη διακεκομμένη αθανασία. Αν οι βάρβαροι γίνουν κάποτε κύριοι της αυτοκρατορίας του κόσμου, θ' αναγκαστούνε να υιοθετήσουν ωρισμένες μεθόδους μας. Θα καταλήξουν να μας μοιάσουν. (σελ. 338-339).

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Marguerite Yourcenar-Διηγήματα της Ανατολής

Marguerite Yourcenar, "Διηγήματα της Ανατολής", μετάφραση: Ιωάννα Χατζηνικολή, Άννα Φραγκουδάκη, Έφη Αβδελά, Γεωργία Παπαγεωργίου, εκδόσεις Χατζηνικολή.

Δεν είχαν βαριές αποσκευές γιατί ο Βανγκ Φο αγαπούσε το είδωλο των πραγμάτων κι όχι τα ίδια τα πράγματα και κανένα αντικείμενο στον κόσμο δεν του φαινότανε άξιο να αποκτηθεί, έξω από τα πινέλα, τα βάζα με τη λάκκα και τα μελάνια της Κίνας, τους ρόλους του μεταξιού και το ρυζόχαρτο. (σελ. 11).

Ο πατέρας μου είχε συγκεντρώσει μια συλλογή από πίνακές σου μέσα στην κάμαρα την πιο κρυφή του παλατιού, γιατί ήταν της γνώμης ότι τα πρόσωπα των εικόνων πρέπει να κρατιούνται μακριά από τους αμύητους που μπροστά τους δεν μπορούν να χαμηλώνουν τα μάτια. (σελ. 17).

[...] Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πλαστεί για να χαθούν μέσα σε μια ζωγραφιά. (σελ. 22, "Πώς εσώθηκε ο Βανγκ Φο").

Έκανε ζέστη, τη ζέστη που κάνει μόνο στην κόλαση. (σελ. 39).

[...] Το μετάξι είναι τεχνητό, οι τροφές, αηδιαστικά συνθετικές, μοιάζουν με τα υποκατάστατα των τροφίμων, αυτά με τα οποία παραγεμίζουν τις μούμιες και οι γυναίκες αποστειρωμένες ενάντια στη δυστυχία και τα γηρατειά σταμάτησαν να υπάρχουν. Μόνο στους θρύλους των ημιβάρβαρων λαών συναντάει κανένας ακόμα τα πλάσματα αυτά τα πλούσια σε γάλα και δάκρυια που θα περηφανευόμασταν να είμαστε τα παιδιά τους... (σελ. 40, "Το γάλα του θανάτου").

Σε λίγο όμως διαπίστωσε ότι η όρασή του αδυνάτιζε: ωσάν όλα τα δάκρυα που είχε χύσει πάνω στις εύθραυστες ερωμένες του να του είχαν κάψει τα μάτια και αναγκάστηκε να συνειδητοποιήσει ότι τα σκοτάδια γι' αυτόν άρχιζαν πριν από το θάνατο. (σελ.52).

Θα πεθάνω, είπε με δυσκολία. Δεν παραπονιέμαι για το πεπρωμένο αυτό που μοιράζομαι με τα λουλούδια, τα έντομα και τ' αστέρια. Μέσα στο σύμπαν όπου όλα παρέρχονται σαν όνειρο, θα ένιωθε άδικα κανείς να διαρκεί για πάντα. Δεν παραπονιέμαι που τα πράγματα, τα όντα, οι καρδιές είναι όλα φθαρτά, αφού ένα μέρος της ομορφιάς τους ανήκει σ' αυτή τη δυστυχία. Αυτό που με θλίβει είναι η μοναδικότητά τους. Άλλοτε, η βεβαιότητα πως κάθε στιγμή της ζωής μου θα κέρδιζα μιαν αποκάλυψη, που δεν θα επαναλαμβανόταν ποτέ, αποτελούσε την πιο μεγάλη απ' τις κρυφές μου ηδονές: τώρα πεθαίνω μ' ένα αίσθημα ντροπής σαν ένας προνομιούχος που παίρνει μέρος μόνος σε μια εξαίσια εορτή που δε θα επαναληφθεί δεύτερη φορά. (σελ. 59, "Ο τελευταίος έρωτας του πρίγκιπα Ζένγκι").

Αυτές οι Νεράιδες των κάμπων μας είναι αθώες και κακές σαν τη φύση που άλλοτε προστατεύει και άλλοτε καταστρέφει τον άνθρωπο. Οι θεοί και οι θεές της αρχαιότητας έχουν πεθάνει και τα μουσεία δεν περιέχουν παρά τα πτώματά τους από μάρμαρο. Οι νύμφες μας μοιάζουν περισσότερο με τις μάγισσές σας παρά με την εικόνα που σας κάνει να σχηματίζετε ο Πραξιτέλης. (σελ. 67-68, "Ο άνθρωπος που ερωτεύτηκε τις Νεράιδες").

-Ποιός σου λέει ότι η γαλήνη του Θεού δεν απλώνεται και στις Νύμφες όπως στις ελαφίνες και στα κοπάδια τις γίδες; αποκρίθηκε η νέα γυναίκα. Δεν ξέρεις ότι στα χρόνια της Δημιουργίας ο Θεός ξέχασε να δώσει φτερά σ' ορισμένους αγγέλους, που έπεσαν πάνω στη γη κι εγκαταστάθηκαν μέσα στα δάση όπου σχημάτισαν το γένος των Νυμφών και των Πανών; Και άλλοι εγκαταστάθηκαν πάνω σ' ένα βουνό, όπου γίναν θεοί ολύμπιοι. Μην υμνείς, σαν τους ειδωλολάτρες, το δημιούργημα σε βάρος του Δημιουργού, αλλά και μη σκανδαλίζεσαι από το έργο Του. Και να ευχαριστείς το Θεό από την καρδιά σου που έπλασε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα.
-Το πνεύμα μου δε φτάνει τόσο ψηλά, είπε ταπεινά ο γέρος μοναχός. Οι Νύμφες ταράζουν το ποίμνιό μου και βάζουν σε κίνδυνο τη σωτηρία του για την οποία ευθύνομαι μπροστά στο Θεό, και γι' αυτό, αν χρειαστεί, θα τις καταδιώξω μέχρι την Κόλαση.
-Και αυτός ο ζήλος θα σου καταλογιστεί, τίμιε καλόγερε, είπε χαμογελαστά η νέα γυναίκα. Αλλά δε βλέπεις τρόπο κανένα για να συμβιβάσεις τη ζωή των Νυμφών με τη σωτηρία του ποιμνίου σου; (σελ. 81, "Η Παναγιά η Χελιδονού").

Θα μπορούσε να γυρίσει ανενόχλητος στο σιδεράδικό του, αλλά ήταν από εκείνους που προτιμούν πάνω απ' όλα τη γεύση του ελεύθερου αέρα και της κλεμμένης τροφής (σελ. 87, "Η χήρα Αφροδισία").

Το στόμα της είναι ζεστό σαν τη ζωή˙ τα μάτια της βαθιά σαν το θάνατο. (σελ. 99, "Η αποκεφαλισμένη Κάλι").

"-Της κόρης π' αγάπησα και που μου το ΄πε αυτό της πήρα το δεξί χέρι, έκανε ο άνθρωπος που χαροπάλευε. Και ήταν και οι αιχμάλωτοι που στραγγάλισα αν και είχαμε δώσει λόγο..., αλλά δε βαριέσαι, έκανα και καλά. Έδωσα στους φτωχούς, έδωσα στους παπάδες...
"-Μη πιάνεις να κάνεις λογαριασμό, είπε ο γέροντας. Είναι πάντα, ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά και δε χρησιμεύει σε τίποτα. Άσε με καλύτερα να βάλω την τριχιά μου κάτω από το κεφάλι σου για να 'σαι λιγότερο άβολα πάνω στο χώμα. (σελ. 110, "Το τέλος του Μάρκο Κράλιεβιτς").

-Ο Θεός είναι ο ζωγράφος του σύμπαντος.
Και με πίκρα, χαμηλόφωνα:
-Τι δυστυχία, κύριε Σύνδικε, που ο Θεός δεν αρκέστηκε να ζωγραφίζει τοπία." (σελ. 116, "Η θλίψη του Κορνήλιου Μπεργκ").