Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσέζαρε Παβέζε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσέζαρε Παβέζε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Νύχτα γιορτής


ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Νύχτα γιορτής Μετάφραση: Δημήτρης Καζάκος, Τα μικρά Κλασικά, εκδόσεις Πατάκη, 1996


Φαίνεται σαν να `ναι ο καθαρός ουρανός που παίζει˙  ο ίδιος άνεμος παίζει μουσική αυτό το βράδυ. [σελ. 13]

Οι μουσικές εκρήξεις έφταναν πλέον κατά κύματα, αέρινες, σαν να στροβιλίζονταν στην ήρεμη ατμόσφαιρα καθώς ελευθερώνονταν στον ουρανό μέσα από τη φασαρία, την έξαψη και το κρασί απ` όπου γεννιούνταν˙ καθαρός, απόκοσμος ήχος όπως εκείνος του ανέμου. [σελ. 19]

Πήγε να δει την παράγκα του τσίρκου και λέει ότι υπάρχουν ένα σωρό πράγματα, η γυναίκα όμως είναι το πιο ωραίο. [σελ. 27]

- […] Και σε τι άλλα θαύματα σε έκαναν να ελπίζεις;
- Εσείς τα κάνετε τα θαύματα, πάτερ.  Ποιος μίλησε για χορούς και τραγούδια; [σελ.39]

Στα ουρλιαχτά που μετακινούσαν τα σύννεφα καπνού έσταζε ο ιδρώτας. [σελ.42]

Έξι χρόνια δε μυρίζω παρά αυτή τη μυρωδιά και παντού κόσμος βρομάει: μουσική, φασαρία, κόκκινα πρόσωπα, μεθυσμένα, κόσμος που ανοίγει το στόμα που φωνάζει και πίνει. Το καλοκαίρι μυρίζει ιδρωτίλα, το χειμώνα στάβλο. [σελ.49]

- Εγώ δεν νυστάζω, αλλά έχω μεγάλη όρεξη. Δεν νυστάζω πια, μου φαίνεται ότι ανακάλυψα πως η νύχτα ερεθίζει όλες τις αισθήσεις.
- Γι` αυτό κοιμόμαστε τη νύχτα
- Κρίμα, πάτερ. [σελ. 57]

- […] Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί τη νύχτα.
- Δεν το ξέρατε;
- Μόλις τώρα θυμήθηκα ότι μικρός το ήξερα, αλλά τότε φοβόμουν το σκοτάδι. [σελ.59]

Νύχτα γιορτής

Καθώς ήμουν ανέκαθεν μοναχικός, μου φαίνεται ότι έκανα πολλά για να μην προδώσω τις σκέψεις μου. [σελ.68-69]

Βάλθηκα να της εξηγώ μυθιστορήματα και ποιήματα, ενώ η Τσίλια έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να με παρακολουθήσει. [σελ. 71]

Για μένα η τύχη ήταν ανέκαθεν μια μακρινή περιπέτεια, η αναχώρηση, το ατμόπλοιο στη θάλασσα, η είσοδος στο λιμάνι γεμάτη θορύβους από μέταλλα και φωνές, η αιώνια φαντασίωση. [σελ. 74]

Ήμουν τόσο πολύ ευχαριστημένος με τη μοναξιά, ώστε είχε ατροφήσει μέσα μου κάθε αίσθηση ανθρώπινης επαφής και δεν μπορούσα να ανεχθώ και να ανταποκριθώ σε οποιαδήποτε τρυφερότητα. [σελ. 84-85]

Γαμήλιο ταξίδι

Στην πραγματικότητα όλοι περιμένουμε. [σελ.91]

Η γυμνότητα του ουρανού προσκαλεί τη δική μας. [σελ. 92]

Δεν ξεφεύγεις ούτε στο νερό από τη μοναξιά και την αναμονή. [σελ. 93]

Καθημερινή πισίνα

σημειώσεις: 

  • Ο μικρός αυτός τόμος περιέχει τα διηγήματα "Νύχτα γιορτής" (1937), "Γαμήλιο ταξίδι" (1936) και "Καθημερινή πισίνα" (1941).
  • Υπεύθυνος για την σειρά "Τα μικρά κλασικά" των εκδόσεων Πατάκη ήταν ο ποιητής  Σπύρος Τσανκιάς.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Το φεγγάρι και οι φωτιές


ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Το φεγγάρι και οι φωτιές Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005


Έτσι, αυτό το χωριό, όπου δεν γεννήθηκα, πίστευα για πολύ καιρό ότι ήταν όλος ο κόσμος. Τώρα που τον κόσμο τον είδα στ` αλήθεια και ξέρω πως είναι καμωμένος από πολλά μικρά χωριά, δεν ξέρω αν ως παιδί έκανα τόσο λάθος, τελικά. [σελ.13]

«Καντάδες δεν έκανα ποτέ» έλεγε. «Ένα κορίτσι, άμα είναι όμορφο, δεν γυρεύει μουσικές. Ψάχνει να βρει δικαίωση στα μάτια των φιλενάδων της, άντρα γυρεύει. Ποτέ δεν γνώρισα κορίτσι που να κατάλαβε τι πάει να πει παίζω μουσική…» [σελ. 20]

Για να μ` αφήσει να την αγγίξω – είχαμε πιάσει ένα δωμάτιο σ` ένα στενάκι του Όκλαντ –ήθελε να `ναι τύφλα στο μεθύσι. [σελ.23]

Είχα φτάσει στην άκρη του κόσμου, στην τελευταία ακτή, κι είχα μπουχτίσει. Τότε άρχισα να σκέφτομαι πως μπορούσα να ξαναπεράσω τα βουνά. [σελ.27]

Ανέκαθεν έβλεπα πως οι άνθρωποι , έτσι και τους δώσεις χρόνο, λένε στο τέλος αυθόρμητα ό,τι σκέφτονται. [σελ.30]

Κι όμως, εγώ στον κόσμο, αυτός σ` εκείνους τους λόφους, είχαμε γυρίσει και τριγυρίσει, χωρίς ποτέ να μπορέσουμε να πούμε: «Τούτα είναι τα κτήματά μου. Πάνω σε τούτο το πεζούλι θα γεράσω. Σ` αυτήν την κάμαρη θα πεθάνω». [σελ. 35]

Αλλά και σ` αυτόν, που δεν έκανε ποτέ του ρούπι, κάτι συνέβη, κάτι μοιραίο, εκείνη η ιδέα που είχε ότι τα πράγματα πρέπει να τα καταλαβαίνεις, να τα διορθώνεις, ότι ο κόσμος είναι στραβά φτιαγμένος και ότι όλοι έχουν συμφέρον να τον αλλάξουν. [σελ. 51]

Μπορούσα να εξηγήσω σε κάποιον πως αυτό που γύρευα ήταν μονάχα να δω κάτι που είχα ήδη δει; … Για μένα, εποχές είχαν περάσει, όχι χρόνια. [σελ.64]

Αφέθηκα να αιφνιδιαστώ - είχα μπαφιάσει να προνοώ και να τρέχω και ν` αρχίζω πάλι απ` την αρχή. [σελ.69]

Και να σκεφτεί κανείς πως, παιδί ακόμη, όταν μας πήγαινε η Βιρτζίλια στη λειτουργία, πίστευα πως η φωνή του παπά ήταν κάτι σαν βροντή, σαν τον ουρανό, σαν τις εποχές, πως χρησίμευε στα χωράφια, στις σοδειές, στην υγεία των ζωντανών και στους νεκρούς. Τώρα κατάλαβα πως οι νεκροί χρησίμευαν σ` εκείνον. Δεν πρέπει να γερνάει κανείς ούτε να γνωρίζει τον κόσμο. [σελ.80-81]

Το είχαν στο αίμα τους αυτό, ήταν φτιαγμένοι από χώμα κι έντονες πεθυμιές, τους άρεσε η αφθονία, σ` άλλον το κρασί, σ` άλλον το στάρι, το κρέας, σ` άλλον οι γυναίκες και το χρήμα. Ενώ ο παππούς ήταν άνθρωπος που σκάλιζε και δούλευε τη γη του, τα παιδιά είχαν αλλάξει και προτιμούσαν να γλεντάνε. [σελ. 98-99]

Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μιλάς μόνο για να μιλάς, για να λες «έκανα αυτό», «έκανα εκείνο», «έφαγα και ήπια», αλλά μιλάς για να σχηματίσεις μια ιδέα, για να καταλάβεις πως πορεύεται τούτος ο κόσμος. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. [σελ.108]

Εκείνα τα βράδια ήταν που μια φωτεινή κηλίδα, μια υπαίθρια φωτιά, καθώς την έβλεπα πάνω από τους μακρινούς λόφους, μ` έκανε να ξεφωνίζω και να κυλιέμαι καταγής, γιατί ήμουνα φτωχός, γιατί ήμουνα μικρός, γιατί ήμουν ένα τίποτα. [σελ.121]

Το ωραίο εκείνο τον καιρό ήταν ότι όλα γίνονταν στην εποχή τους, και κάθε εποχή είχε τις συνήθειες της και το παιχνίδι της, ανάλογα με τις δουλειές και τις σοδειές, με τη βροχή και την καλοκαιρία. [σελ. 125]

«Αυτά είναι βιβλία» απάντησε αυτός. «Διάβαζέ τα όσο μπορείς πιο πολύ. Πάντα φουκαράς θα μείνεις, αν δεν διαβάζεις βιβλία.» [σελ. 127]

Οι δυο θυγατέρες του σιορ Ματέο δεν έκαναν για μένα, ούτε και για τον Νούτο. Ήταν πλούσιες, υπερβολικά ωραίες, ψηλές. [σελ. 129]

Ωραία θα ήταν, σκεφτόμουν, να έμοιαζε ο γιος μου στον πατέρα μου, στον παππού μου, οπότε θα έβλεπα καταπρόσωπο ποιος είμαι επιτέλους. [σελ.135]

Του είπα πως δεν ήταν τόσο η Αμερική, όσο η οργή επειδή δεν ήμουν τίποτε, η μανία, όχι τόσο να πάω, όσο για να γυρίσω μια ωραία ημέρα, όταν όλοι θα με είχαν πια ξεγραμμένο. [σελ. 164]

Η μυρωδιά της φλαμουριάς και της γαζίας σήμαινε και για μένα κάτι, τώρα ήξερα τι ήταν μια γυναίκα, ήξερα γιατί η μουσική στους χορούς μου άνοιγε την όρεξη για σεργιάνι στο ύπαιθρο, όπως στα σκυλιά. [σελ. 176]

Κατά καιρούς μου μιλούσε έτσι, με το χαμόγελο της όμορφης, κι εκείνες τις στιγμές μου φαινόταν πως δεν ήμουν πια υπηρέτης. [σελ.186]

Εγώ σκεφτόμουν πως την επόμενη θα βρισκόμουν στη λεωφόρο Κόρσικα και αντιλαμβανόμουν εκείνη τη στιγμή πως και η θάλασσα έχει φλέβες, έχει τις γραμμώσεις των ρευμάτων, και πως από παιδί, κοιτάζοντας τα σύννεφα και το δρόμο των αστεριών, χωρίς να το ξέρω, είχα ήδη αρχίσει τα ταξίδια μου. [σελ. 195]

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Τσέζαρε ΠΑΒΕΖΕ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ μετάφραση ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ






Πάλι καλά που η Ρόζα εξαρτιόταν ακόμα απ` τον πατέρα της και τη μάνα της κι έτσι δε θα μπορούσε ν` αγοράσει καπέλο για κάμποσο καιρό. [σελ. 17]

Η Τζίνια της είπε πως θα φύλαγε τσίλιες, αλλά στην πραγματικότητα τέντωνε τα` αυτιά της για ν` ακούσει τις φωνές και τις σιωπές της όχθης. [σελ. 21]

Το ποτηράκι το ήπιανε στο πρώτο καφέ που βρήκανε και μόλις έφυγαν από κει, η Τζίνια ένιωσε στον αέρα μια δροσιά που δεν υπήρχε πριν και σκέφτηκε πως ήταν ωραίο που το καλοκαίρι τα ποτά αναζωογονούσαν το αίμα. [σελ. 27]

Η Αμέλια έβγαινε έξω χωρίς κάλτσες, επειδή απλούστατα δεν είχε ˙ φορούσε πάντα εκείνο το ωραίο φόρεμα, αλλά δεν είχε άλλο. Η Τζίνια πείστηκε γι` αυτό όταν κατάλαβε πως και η ίδια, όταν έβγαινε χωρίς καπέλο, αισθανόταν πιο τρελή. [σελ. 30]

Μετά το μεσημέρι βγήκαν έξω και η Τζίνια χάρηκε που ξαναβρέθηκε μέσα στον κόσμο και που οι κοπέλες περπατούσαν ντυμένες. Παρατηρούσε τα ωραία χρώματα του δρόμου που, χωρίς να καταλαβαίνει πως, ερχόνταν πράγματι απ` τον ήλιο, αφού τη νύχτα δεν υπήρχαν. [σελ. 42]

- Υπάρχουν κι εκείνοι που δε λένε τίποτα, της εξήγησε η Αμέλια. Δε θέλουν μοντέλα.
- Και τι ζωγραφίζουν; Ρώτησε η Τζίνια.
- Κανείς δεν ξέρει. Υπάρχει κάποιος που λέει πως ζωγραφίζει όπως εμείς βάζουμε κοκκινάδι. «Τι ζωγραφίζεις όταν βάζεις κοκκινάδι; Το ίδιο ζωγραφίζω κι εγώ».
- Μα με το κοκκινάδι βάφουνε τα χείλια.
- Κι αυτός βάφει το πανί. Γεια σου, Τζίνια. [σελ. 49-50]

Κάθε φορά που τύχαινε να σταματάνε μαζί η βροχή και η φωνή, η Τζίνια ένιωθε περισσότερο το κρύο. Τότε άνοιγε διάπλατα τα μάτια της στο σκοτάδι για να ξεχωρίσει το τσιγάρο της Αμέλια. [σελ. 54]

Το ωραίο μ` αυτόν τον ζωγράφο ήταν ότι δεν φαινόταν ζωγράφος. [σελ.56]

Αλλά αρκούσε να δει κανείς πως κάθονταν κι οι δυο σιωπηλοί για να καταλάβει ότι κάτι ξέρει ο καναπές. [σελ. 60]

Με το πρώτο φως λυπήθηκε που είχε έρθει ο χειμώνας και δεν μπορούσαν πια να βλέπουν τα χρώματα του ήλιου. Άραγε το σκεφτόταν αυτό κι ο Γκουίντο, που έλεγε ότι τα χρώματα είναι το παν; «Αχ, τι ωραία που είναι όλα» είπε από μέσα της η Τζίνια και σηκώθηκε. [σελ. 74]

- Έι, είπε ο Γκουίντο, σαν ν` αστειευόταν, ερχόμαστε στον κόσμο για τόσο λίγο, δεν πρέπει να κλαίμε.
- Έκλαιγα επειδή είμαι ευχαριστημένη, είπε η Τζίνια σιγανά.
- Εντάξει τότε, είπε ο Γκουίντο, όμως την άλλη φορά να το πεις αμέσως. [σελ.86]

Πήγαν μαζί σινεμά γιατί είχαν κι δυο τους μυστικά και δεν ήταν εύκολο να περάσουν τη βραδιά τους κουβεντιάζοντας. [σελ. 88]

Και μετά από μια σιωπή: Δεν είναι πιο ωραίο να πηγαίνουμε περίπατο οι δυο μας που είμαστε γυναίκες και το ξέρουμε παρά να φτύνουμε αίμα με τους κακομαθημένους που δεν έμαθαν ποτέ τι είναι μια κοπέλα και που φλερτάρουν την πρώτη που θα δούνε μπροστά τους; [σελ. 88-89]

Ο Γκουίντο της είχε πει:
- Πρέπει να με δεις στην εξοχή. Μόνο τότε ζωγραφίζω. Καμιά κοπέλα δεν είναι όμορφη όσο ένας λόφος. [σελ. 119]

Η Τζίνια πλησίασε με αργά βήματα στο καβαλέτο. Σ` ένα μακρόστενο χαρτί ο Γκουίντο είχε σχεδιάσει με κάρβουνο το περίγραμμα του κορμιού της Αμέλια. Ήταν πολύ απλές οι γραμμές και καμιά φορά συμπλέκονταν. Φαινόταν σαν η Αμέλια να `χε γίνει νερό και να περνούσε έτσι στο χαρτί. [ σελ. 128]

- Πάμε όπου θες, είπε η Τζίνια. Πήγαινέ με όπου θες εσύ. [σελ. 137]

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Τσέζαρε ΠΑΒΕΖΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



Τσέζαρε ΠΑΒΕΖΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 1993

Εγώ που τον ήξερα, είμουν πολύ ευχαριστημένος απ` αυτή τη σιωπή, μα ζήλευα κιόλας: γιατί ο Ντόρο ανήκει στους ανθρώπους που η ευτυχία τους κάνει σιωπηλούς ˙ [σ. 14]

Κι οι συζητήσεις μας τότε – σαν τις σκέφτομαι, κοκκινίζω – μου μοιάζουν απίστευτες. Είμασταν ακόμα στην ηλικία που αφουγκράζεσαι τα λόγια του φίλου σαν να `ν` δικά σου, και περνάς τη ζωή μαζί με κάποιον άλλο ˙ είναι κάτι που κι ένα γεροντοπαλλήκαρο σαν κι εμένα πιστεύει ακόμα και σήμερα ότι ορισμένα παντρεμένα ζευγάρια μπορούν να το κάνουν. [σ. 20]

Μόλις σουρούπωσε, ξαναπήραμε για λίγο το μεγάλο ανηφορικό δρόμο που `κοβε την κοιλάδα στα δύο – ο ήλιος είχε πέσει κιόλας χαμηλά στη γεμάτη σκόνη πεδιάδα, οι γαζίες άρχιζαν να λικνίζονται απαλά στο αεράκι που σηκώθηκε. [σ.23]

Βγήκαμε έξω να ξεπιαστούν λιγάκι τα ποδάρια μας – το φεγγάρι μας έδειχνε το δρόμο. Στο φως του μοιάζαμ` όλοι του εργάτη με την ασβεστωμένη μούρη που `μοιαζε μάσκα. [σ.26]

Χαμογελώντας με σιγουριά μου `χε δώσει το χέρι – τα μάτια της παίζανε στο ηλιοκαμένο της πρόσωπο πιο καθαρά και πιο σκληρά απ` ό,τι παλιότερα. [σ.37]

Του είχε συμβεί ό,τι συμβαίνει σε όλο τον κόσμο: η πραγματικότητα είχε μασκαρευτεί στο αντίθετό της. Σαν τις τρυφερές ψυχές που συμπεριφέρονται άγρια. «Τονε ζήλευα», είπα, «έτσι παιδί καθώς είταν, μπορούσε να τρέφει ακόμα αυταπάτες για το ποιος είναι ο αληθινός του χαρακτήρας.» [σ.49]

Ο φίλος μας ο Γκουίντο επέμενε πως το φλοίσβισμα είταν το κρυφό πάθος της Κλέλιας, ο εραστής με τον οποίο μας απατούσε όλους. «Δεν νομίζω», έλεγε η Κλέλια. «Εγώ απλώς το ακούω ξαπλωμένη και γυμνή στον ήλιο κι όποιος θέλει ας μας βλέπει.» «Ποιος να ξέρει», έλεγε ο Γκουίντο, «ποιος να ξέρει τι κουβέντες έχει μια γυναίκα σαν κι εσάς με το κυματάκι. Φαντάζομαι τι θα λέγατε πριν που είσασταν αγκαλιά.» [σ.52]

Κολυμπούσε καλά, κι ό,τι είχε πει, δεν το `χε πει από αμηχανία. Είταν εκατό τοις εκατό απόφασή της. «Εμένα μου αρκεί η συντροφιά της θάλασσας. Δεν θέλω κανέναν άλλο. Στη ζωή δικό μου δεν έχω τίποτα – μόνο τη θάλασσα.» [σ.73]

Εκείνα τα χρόνια όλα είταν για την Κλέλια ένας φόβος. Τις πρώτες της ερωτικές σκέψεις τις έκανε μπροστά σ` έναν πίνακα του οσιομάρτυρος Σεβαστιανού: έδειχνε έναν γυμνό νεαρό, βουτηγμένον ολόκληρο στο αίμα, το αίμα να `χει γίνει κρούστα, και η κοιλιά του κατατρυπημένη από βέλη. Τα θλιμμένα και ερωτικά μάτια του αγίου την έκαναν να ντρέπεται, να φοβάται να τον κοιτάξει ˙ έρωτας για την Κλέλια είταν αυτή η σκηνή.
«Μα γιατί σας το διηγήθηκα…», αναρωτήθηκε. [σ. 81-82]

Το βράδυ στο σπίτι κάπνιζα καθισμένος στο παράθυρο. Ο κόσμος λέει πως το κάπνισμα σου ξελαμπικάρει το μυαλό, μα η αλήθεια είναι ότι με τον καπνό οι σκέψεις διαλύονται σαν την ομίχλη, οπότε κι εσύ φαντάζεσαι πράγματα που είναι πολύ διαφορετικά απ` αυτό που λέγεται σκέψη. Οι πραγματικές ιδέες σου έρχονται `κεί που δεν τις περιμένεις: στο τραπέζι, στο κολύμπι, πάνω στην κουβέντα. [σ. 83]

«Έτσι και ξαναγινόμουν παιδί», μου είπε, «θα γινόμουν οπωσδήποτε ζωγράφος. Θα την κοπάναγα απ` το σπίτι, χωρίς να παραλείψω να δώσω και μια στην πόρτα – είναι, όπως και να το κάνουμε, θέμα να το πάρεις απόφαση.» [σ.91]

Στρίβοντας στο δρομάκι μας αντίκρισα την ελιά και μ` έπιασε κακοκεφιά. Παραδέχθηκα ότι το πιο ακατάλληλο μέρος να μείνεις, είναι `κείνο όπου κάποτε έμεναν άνθρωποι ευτυχισμένοι. [σελ. 121]

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Τσέζαρε Παβέζε-Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα


Τσέζαρε Παβέζε, «Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα», μετάφραση Θανάσης Κουτλής, εκδόσεις Νεφέλη

… δεν κουραζόμουν, για παράδειγμα, ν’ ακούω από την μητέρα τη διήγηση της φυγής του από το κολέγιο, όταν ο πατέρας μου δεκαπεντάχρονος είχε κοιμηθεί για δυο νύχτες κάτω από ‘να γεφύρι, και γύρω χιόνιζε. Τώρα ξέρω ότι ερευνούσα μέσα στις μνήμες μου, τα ένστιχτά μου σ’ όλη μου την συνείδηση, για να ανακαλύψω ως τη ρίζα τις ταυτοσημίες της φύσης μου με τη δική του, μόνο και μόνο επειδή προαισθανόμουν σ’ αυτόν διαγραμμένο το πεπρωμένο μου. (σελ. 12 από το «Ο κύριος Πέτρος»)

Και το χωράφι και οι ξεροί μίσχοι, σιγά σιγά με νανουρίζουν και φτάνουν στην καρδιά μου. Ανάμεσά μας δεν χρειάζονται κουβέντες. Οι κουβέντες έγιναν εδώ και πολλά χρόνια. (σελ. 21 από το «Το χωράφι του καλαμποκιού»)

Το πιο περίεργο γεγονός-αν και συχνά το προκαλούσα στην τέχνη-ήταν το ν’ αντιλαμβάνομαι ότι μια χειρονομία, κάποιο χρώμα, μια φωνή, τα είχα ήδη γνωρίσει ή ακούσει ποιος ξέρει πότε, και γι’ αυτό ανάβλυζαν από την ίδια την συνείδησή μου μάλλον παρά από τα πράγματα γύρω μου. (σελ. 25 από το «Ο χρόνος»)

Ένα βράδυ η σελήνη ανέτειλε στο φρύδι του λόφου. Οι μακρινές λεύκες ήταν μαύρες, η σελήνη τεράστια, γεμάτη. Σταματήσαμε. Εγώ είπα: «Όλα τα χρόνια, αν και ποτέ δεν θυμάμαι καλά, τον Σεπτέμβρη η σελήνη είναι η ίδια. Εσύ το ήξερες ότι ήταν κίτρινη;» (σελ. 27 από το «Ο χρόνος»)

Στο χωριό μου όποιος ερωτεύεται περιπαίζεται` όποιος παντρεύεται επευφημείται, καθότι δεν αλλάζει σε τίποτα η ζωή του. (σελ. 32 από το «Η κοιλάδα»)

Φοβόμαστε τους εαυτούς μας και το σκοτάδι κι όποιος φοβάται το σκοτάδι δεν είναι επειδή πιστεύει σε περίεργες υπάρξεις. Απλώς είναι κάποιος που ξέρει ότι το αίμα του και η σκέψη του μπορούν να διεγερθούν στην επαφή με την νύχτα και να φανερωθούν πράγματα θαυμαστά όπως στο άλογο ο ιδρώτας. (σελ. 40 από το «Όνειρα στον κάμπο»)

«Δεν είναι αυτό» είπε ο Πάλε. «Πιστεύεις ότι την ενδιαφέρει την οχιά αν εσύ κάνεις το καλό παιδί; Η οχιά θέλει να σκοτώσει εκείνους που την κυνηγούν…» (σελ. 47 από το «Το όνομα»)