Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ. Ντοστογιέβσκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ. Ντοστογιέβσκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Φ. Ντοστογιεβσκη-Έγκλημα και Τιμωρία (Τόμος 3ος)


Φ. Ντοστογιέβσκη, "Έγκλημα και Τιμωρία" μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη

Είχε ακούσει κι αυτός, σαν όλους τους άλλους, πως υπάρχουν, ιδιαίτερα στην Πετρούπολη, κάτι προοδευτικοί μηδενιστές, κατήγοροι κ’ ελεγκτές κ.τ.λ. κ.τ.λ. μα, όπως κι οι άλλοι, υπερέβαλε και διαστρέβλωνε το νόημα και την επιροή αυτών των όρων σε βαθμό που έφτανε το γελοίο. Περσότερο απ’ όλα-από αρκετά χρόνια τώρα- φοβότανε το ξεσκέπασμα κι αυτή είταν η κυριότερη αιτία της ασταμάτητης, υπερβολικής του ταραχής-ιδιαίτερα από τότε που άρχισε να μελετάει την επέχταση των εργασιών του στην Πετρούπολη. Απ’ αυτήν την άποψη είταν, όπως λένε, σκιαγμένος, όπως είναι καμιά φορά σκιαγμένα τα μικρά παιδιά. Εδώ και κάμποσα χρόνια, όντας στην επαρχία, όταν άρχιζε ακόμα την καριέρα του, είδε δυο πρόσωπα αρκετά σημαντικά-που είχε γατζωθεί πάνω τους και τον είχαν υπό την προστασία τους-τα είδε να ξεσκεπάζονται άσπλαχνα. Το ένα πρόσωπο αντιμετώπισε αρκετά σκανδαλώδικες συνέπειες και το άλλο παρά λίγο νάβρισκε μεγάλους μπελάδες. Να γιατί είχε αποφασίσει ο Πέτρος Πέτροβιτς να μάθει αμέσως μόλις έρθει στην Πετρούπολη τι ακριβώς τρέχει και, αν χρειαζότανε νάκανε αυτός το πρώτο βήμα και να φανεί για κάθε ενδεχόμενο αρεστός «στις νέες γενιές» μας. Για την περίπτωση αυτή υπολόγιζε στον Αντρέα Σεμιόνοβιτς κι όταν επισκέφτηκε τον Ρασκόλνικοβ είχε μάθει κιόλας να στρογγυλεύει ορισμένες φράσεις και να παπαγαλίζει ξένες ιδέες… (σελ. 7-8)

Παρ’ όλα αυτά τα χαρίσματα, ο Αντρέας Σεμιόνοβιτς είταν στ’ αλήθεια αρκετά ανόητος. Είχε προσχωρήσει στην πρόοδο και στις «νέες μας γενιές» από πάθος. Είταν ένας απ’ την αμέτρητη και παρδαλή λεγεώνα των μικρών και ταπεινών ανθρώπων, των θνησιγενών εφταμηνίτικων ημιμαθών και ηλίθιων που κολλάνε αμέσως στην ιδέα της τελευταίας μόδας και την προστυχεύουν αμέσως και κάνουν καρικατούρα κάθε τι που υπηρετούν-μ’ όλο που καμιά φορά αγωνίζονται γι’ αυτό μ’ όλη τους την ειλικρίνεια. (σελ. 9)

Και τι με νοιάζει εμένα που σας πέρασαν απ’ το μυαλό όλες αυτές οι ανόητες σκέψεις κ’ οι απορίες; φώναξε.- Αυτό δεν είναι απόδειξη. Μπορούσατε να τα ονειρευτείτε όλ’ αυτά στον ύπνο σας, αυτό είν’ όλο! Και γω σας λέω πως λέτε ψέματα, ευγενέστατε κύριε! Λέτε ψέματα και πάτε να με συκοφαντήσετε, επειδή τρέφετε μίσος εναντίον μου, ναι, επειδή χολωθήκατε μαζί μου που δεν συμφωνάω με τις φιλελεύθερες και άθεες σοσιαλιστικές σας δοξασίες, να γιατί! (σελ. 45)

-… Φυσικά, σκοτώνοντας την γριά, έκανα λάθος…Ε, αρκετά.
Τις τελευταίες του φράσεις τις είπε κουρασμένος κι άφησε το κεφάλι του να πέσει.
-Ω, δεν είναι αυτό, όχι, δεν είναι αυτό, φώναξε η Σόνια βασανισμένη. Πως θα μπορούσε κανείς…όχι αυτό δεν είναι σωστό, δεν είναι σωστό.
-Το βλέπεις και μόνη σου πως δεν είναι σωστό. Όμως εγώ είπα την αλήθεια, αυτή είναι η αλήθεια.
-Αν μπορεί ποτέ νάναι αυτή η αλήθεια. Αχ Θεέ μου!
-Το μόνο που έκανα είταν που σκότωσα μια ψείρα, Σόνια, ένα άχρηστο, σιχαμένο ζωύφιο.
-Ένα ανθρώπινο πλάσμα το λες ψείρα!
-Το ξέρω και μόνος μου πως δεν είταν ψείρα, απάντησε κοιτάζοντας την παράξενα.- Λέω όμως ανοησίες, Σόνια, πρόστεσε. –Λέω ανοησίες, πολύν καιρό τώρα. Όχι, δεν είναι αυτό, έχεις δίκιο. Άλλες είταν οι αιτίες, πολύ διαφορετικές! Έχω τόσον καιρό να μιλήσω με ανθρώπους, Σόνια…Το κεφάλι μου πονάει τρομερά. (σελ. 60)

-…και τότε είδα, Σόνια, πως αν περίμενε κανείς να γίνουν όλοι εξυπνότεροι, θάπρεπε να περιμένει πολύν καιρό… Αργότερα κατάλαβα πως αυτό δεν θα γινότανε ποτέ, πως οι άνθρωποι δε θ’ αλλάζανε ποτέ, και πως κανένας δεν μπορεί να τους αλλάξει κι ούτε αξίζει να χάνεις τον κόπο σου για κάτι τέτοιο. Ναι έτσι έγινε. Φυσικός νόμος, Σόνια, πως όποιος είναι δυνατός στο μυαλό, θα μπορέσει να τους κάνει ότι θέλει. Ο καθένας που τολμάει κάτι μεγάλο δικαιώνεται στα μάτια τους. Αυτός που περιφρονεί τα περισσότερα πράματα θα γίνει ο νομοθέτης τους κι αυτός που τολμάει τα περισσότερα απ’ όλους θα βγεί ο πιο δικαιωμένος! Έτσι είταν ως τα τώρα κ’ έτσι θάναι, θα πρέπει νάναι τυφλός κανένας για να μην το βλέπει! (σελ. 61-62)

Μα είσαι και ανόητη Σόνια: τι θα φάμε τώρα; Φτάνει πια όσο σε κατασπαράξαμε, δεν θέλω άλλο! Αχ Ροντιόν Ρομάνοβιτς, εσείς είστε! Ξεφώνισε βλέποντας τον Ρασκόλνικοβ, κι όρμησε σ’ αυτόν, εξηγείστε, σας παρακαλώ, σ’ αυτήν την ανοητούλα πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο! Ακόμα κι οι λατερνατζήδες κερδίζουν το ψωμί τους, όμως εμάς θα μας ξεχωρίσουν αμέσως όλοι θα καταλάβουν πως είμαστε μια φτωχή, ευγενής οικογένεια ορφανών, που φτάσανε στο σημείο να ζητιανέψουν, και εκείνος ο στρατηγίσκος θα χάσει την θέση το, θα το δείτε! Κάθε μέρα θα πηγαίνουμε κάτω από τα παράθυρά του και θα περάσει ο πατερούλης μας ο Τσάρος, κ’ εγώ θα πέσω στα γόνατα, θα τα βάλω όλ’ αυτά μπροστά και θα του τα δείξω: «Προστάτεψε τα, πατέρα μας!» Είναι ο πατέρας των ορφανών, είναι φιλεύσπλαχνος, θα μας προστατέψει, θα το δείτε, και εκείνον τον στρατηγίσκο… Λένια! Tenez vous droite! Εσύ Κόλια θα ξαναχορέψεις τώρα. Τι κλαψουρίζεις; Πάλι κλαψουρίζει! Μα τι φοβάσαι, τι φοβάται λοιπόν, χαζούτσικο! Θε μου, τι να τα κάνω, Ροντιόν Ρομανοβιτς; Αν ξέρατε τι χαζά παιδιά πούναι, τίποτα δεν καταλαβαίνουν! Τι μπορείς να κάνεις με τέτοια παιδιά…Θε μου! (σελ. 72-73)

Την ακουμπήσανε πάλι στα μαξιλάρια.
-Τι; Παπάς; … Δεν μου χρειάζεται… Τι, σας περισσεύουνε λεφτά μήπως; Δεν έχω αμαρτήσει! Ο Θεός έχει υποχρέωση να με συγχωρέσει και χωρίς παπάδες… Το ξέρει πολύ καλά πόσο υπόφερα! Κι αν δεν με συγχωρέσει, ποτέ του και μη σώσει. (σελ. 77)

Όχι Ροντιόν Ρομάνοβιτς, πατερούλη μου, δεν είναι ο Νικόλκα! Εδώ έχουμε μια υπόθεση φανταστική, σκοτεινή, μοντέρνα, μια περίπτωση της εποχής μας, όπου η ανθρώπινη καρδιά έχει θολώσει κι όπου υπογραμμίζεται η φράση πως το αίμα «φρεσκάρει», κι όλη η ζωή διακηρύχνεται σα ζήτημα κομφόρ. Εδώ είναι ονειροπολήματα παρμένα απ’ τα βιβλία, εδώ είναι φανερή η απόφαση να κάνει κανείς το πρώτο βήμα, είναι μια καρδιά θεωρητικά ερεθισμένη, είναι όμως μια αποφασιστικότητα ιδιάζουσα- τ’ αποφάσισε, μα είναι σα νάπεσε απ’ την πλαγιά ενός βουνού, ή σάμπως να γκρεμίστηκε από κανένα καμπαναριό- μα κι όταν πήγαινε να κάνει το έγκλημα, είταν σάμπως να πήγαινε με ξένα πόδια. Ξέχασε να κλείσει πίσω του την πόρτα, μα σκότωσε, σκότωσε δυο. Σύμφωνα με την θεωρία. Σκότωσε και δεν κατάφερε να πάρει τα χρήματα, κι ότι πρόφτασε ν’ αρπάξει, πήγε και τάκρυψε κάτω από μια πέτρα. Δεν τούφταναν όσα υπόφερε, όταν στέκοταν πίσω απ’ την πόρτα, την ώρα που οι άλλοι απόξω την σκουντάγανε να μπούνε και χτυπούσαν το κουδούνι, όχι, αλλά πάει αργότερα, μισοπαραμιλώντας, πάει στο άδειο πια διαμέρισμα να θυμηθεί εκείνο το κουδούνισμα, ένιωσε βλέπετε την ανάγκη να ξαναδοκιμάσει κείνο το σύγκρυο στη ραχοκοκαλιά του… Ε, αυτό μπορεί να πει κανείς έγινε σε στιγμή αρρώστιας, είναι όμως και το άλλο: σκότωσε κ’ εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του τίμιον άνθρωπο, περιφρονεί του ανθρώπους, περιφέρεται σαν χλωμός άγγελος-τι Νικόλκα λοιπόν και ξενικόλκα μου λέτε εσείς; Όχι ψυχούλα μου Ροντιόν Ρομάνοβιτς, δεν είναι ο Νικόλκα! (σελ. 97-98)

Δεν πίστευα πριν από λίγο όμως έκλαψα αγκαλιασμένος με την μητέρα, δεν ελπίζω τίποτα κι όμως την παρακάλεσα να προσευχηθεί για μένα. Ένας Θεός ξέρει πως συμβιβάζονται ολ’ αυτά, Ντουνετσκα, εγώ ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τίποτα. (σελ. 159)

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Φ. Ντοστογιέβσκη-Έγκλημα και Τιμωρία (Τόμος 2ος)


Φ. Ντοστογιεβσκη, «Έγκλημα και Τιμωρία», μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβάστης, τόμος 2ος

…Μ’ αρέσει ν’ ακούω να λένε ψέματα! Τα ψέμα είναι το μόνο προνόμιο των ανθρώπων απέναντι στους άλλους οργανισμούς. Αν δεν πεις ψέματα ποτέ δεν θα φτάσεις στην αλήθεια! Αν είμαι άνθρωπος είναι γιατί λέω ψέματα. Σε καμιά αλήθεια δεν έφτασε ποτέ κανείς προτού πει ψέματα δεκατέσσερις φορές ίσως κ’ εκατόν δεκατέσσερις κι αυτό είναι και τιμητικό θάλεγα, όμως εμείς ούτε ψέματα δεν ξέρουμε να πούμε με πρωτοτυπία! Πεσ’ μου ψέματα, μα με τον δικό σου το προσωπικό τρόπο και τότε εγώ θα σε φιλήσω. Το να πεις ένα ψέμα δικό σου είναι, μπορώ να ισχυριστώ, προτιμότερο απ’ το να πεις μια κλεμένη αλήθεια. Στην πρώτη περίπτωση είσαι άνθρωπος, στη δεύτερη όμως ένας παπαγάλος. (σελ. 10)

Εδώ αδερφέ μου υπάρχει η αρχή του πουπουλένιου στρώματος. Εχ! Και δεν είναι μονάχα πουπουλένιο! Εδώ είναι κάτι ελκυστικό. Εδώ είναι το τέλος του κόσμου, είναι άγκυρα, απάνεμο λιμάνι, ομφαλός της γης, είναι ο κόσμος στηριγμένος επί τριών ιχθύων, είναι το άρωμα απ’ τις τηγανίτες, τα χορταστικά τσουρέκια, το βραδυνό σαμοβάρι, τα ήσυχα αναστενάγματα, οι ζεστές παντούφλες, οι βολικές ντορμέζες-με δυο λόγια σάμπως νάχεις πεθάνει και ταυτόχρονα να ζεις, και τα δυο κέρδη μονοκοπανιάς! Ε, αδερφέ μου, παραμίλησα σήμερα, ώρα να κοιμηθούμε! (σελ. 18)

Ενάμιση χρόνο τον ξέρω τον Ρόντια: Είναι πάντα σκυθρωπός, συνοφρυωμένος και περήφανος. Τον τελευταίο καιρό (μπορεί και από πολύ πριν) έγινε φιλύποπτος κ’ υποχονντριακός. Είναι μεγαλόψυχος και καλόκαρδος. Δεν του αρέσει να εκφράζει τα συναισθήματά του και προτιμάει να φανεί σκληρός παρά ν’ ανοίξει την καρδιά του. Για να λέμε την αλήθεια, πολλές φορές δεν είναι καθόλου υποχοντριακός μόνο ψυχρός και αδιάφορος μέχρι απανθωπίας-λες και συναλλάζονται μέσα του δυο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες. Μερικές φορές είναι τρομερά λιγομίλητος! Όλο βιάζεται, όλο και κάτι του φταίει, κι όμως μένει ξαπλωμένος και δεν κάνει τίποτα. Δεν ειρωνεύεται, όχι πως του λείπει το χιούμορ, μα σα να μην του περισσεύει καιρός γι’ αυτά τα μικροπράματα. Δεν ακούει με προσοχή αυτά που του λένε. Ποτέ δεν ενδιαφέρεται με κείνο που σε μια δεδομένη στιγμή ενδιαφέρονται όλοι οι άλλοι. Εχτιμάει υπερβολικά τον εαυτό του και νομίζω πως έχει κάποιο δικαίωμα να σκέφτεται έτσι. Τι άλλο να σας πω;…Νομίζω πως ο ερχομός σας θάχει σωτήρια επίδραση απάνω του. (σελ. 23)

«Λέει ψέματα» σκεφτόταν αυτός από μέσα του, δαγκώνοντας τα νύχια απ’ το θυμό του. «Είναι περήφανη! Δε θέλει να ομολογήσει πως της αρέσει να κάνει ευεργεσίες (υπεροψία) ω, ταπεινοί χαρακτήρες! Κι όταν αγαπάν ακόμα, είναι σα να μισούν…ω, πόσο τους μισώ όλους!» (σελ. 39-40)

…Δε βαρυέσαι! Είχα πάει κι άλλοτε στο εξωτερικό και πάντοτε ένιωσα σιχασιά. Κι όχι πως είταν τίποτα σιχαμερά, μα να…βραδιάζει, έχεις μπροστά σου τον κόλπο της Νάπολης, είναι η θάλασσα…κοιτάς και σε πιάνει μελαγχολία. Το πιο σιχαμερό είναι που πραγματικά σε πιάνει μια νοσταλγία, μ’ όλο που δεν ξέρεις γιατί ακριβώς! Όχι, στην πατρίδα μας είναι καλλίτερα: Εδώ τουλάχιστο κατηγορείς όλους τους άλλους και βγάζεις τον εαυτό σου λάδι. (σελ.90-91)

Η Σόνια δεν μπορούσε να διαβάσει άλλο, έκλεισε το βιβλίο και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα της.
-Αυτό είναι όλο για την ανάσταση του Λαζάρου, ψιθύρισε αυστηρά κι απότομα και γυρίζοντας αλλού το πρόσωπό της στάθηκε ακίνητη, μην τολμώντας να σηκώσει τα μάτια της και να τον κοιτάξει. Έτρεμε ακόμα σα νάχε πυρετό. Το κερί στο λιγδωμένο κηροπήγιο έφτανε στο τέλος του και τρεμόσβηνε, φωτίζοντας αχνά μέσα σε κείνο το φτωχικό δωμάτιο το φονιά και την πόρνη που είχαν διαβάσει μ’ έναν τόσο παράξενο τρόπο το αιώνιο βιβλίο. Περάσανε πέντε λεπτά, ίσως και περισσότερα. (σελ. 131-132)

Τι να κάνεις; Πρέπει να ξεκόψεις μια για πάντα, αυτό είναι όλο! Και να δεχθείς το μαρτύριο! Τι; Δεν καταλαβαίνεις; Αργότερα θα καταλάβεις…Ελευθερία και εξουσία, εξουσία το σπουδαιότερο! Εξουσία πάνω σ’ όλα τα «τρέμοντα καθάρματα» και πάνω σ’ όλη τη μυρμηγκοφωλιά τους. Να ο σκοπός! Να το θυμάσαι αυτό! Αυτή είναι η συμβουλή μου για σένα! Ίσως να μιλάω για τελευταία φορά μαζί σου. Αν δεν έρθω αύριο, τότε θα τα μάθεις όλα και τότε θυμήσου αυτά τα λόγια μου. Και κάποτε, ύστερ’ από χρόνια, με την πείρα της ζωής, ίσως να καταλάβεις τι σημαίνανε. Αν πάλι έρθω αύριο, θα σου πω ποιος σκότωσε τη Λιζαβέτα! Αντίο! (σελ.133)

-Θα σας πω κάτι για τον εαυτό μου, πατερούλη μου Ροντιόν Ρομάνοβιτς, έτσι για να σας εξηγήσω, ας πούμε, το χαραχτήρα μου, συνέχισε στριφογυρίζοντας στο δωμάτιο ο Πορφύρης Πετρόβιτς και, όπως και πρώτα, σα ν’ απόφευγε να συναντήσει το βλέμα του επισκέπτη του.- Είμαι ξέρετε ανύπαντρος άνθρωπος, δεν έχω πολλές παρέες, ούτε σχέσεις, είμαι ένας άγνωστος και επί πλέον ξοφλημένος άνθρωπος…που πέρασαν πια τα νιάτα του και …και… τόχετε τάχα παρατηρήσει, Ροντιόν Ρομάνοβιτς, πως εδώ σε μας, δηλαδή εδώ στη Ρωσία και πολύ περισσότερο στους κύκλους της Πετρούπολης, όταν τύχει και συναντηθούν δυο έξυπνοι άνθρωποι όχι και τόσο πολύ γνώριμοι, μα-πώς να το πω- δυο άνθρωποι τέλος που εχτιμάει ο ένας τον άλλο, όπως καλή ώρα εμείς οι δυο…αν λοιπόν συναντηθούν δυο τέτοιοι άνθρωποι, τόχετε παρατηρήσει πως μπορεί να περάσει μισή ολόκληρη ώρα και να μην έχουν βρει ακόμα θέμα συνομιλίας-και κάθονται λοιπόν σαν κούτσουρα ο ένας απέναντι στον άλλο, και βρίσκονται κ’ οι δυο σε αμηχανία; Όλοι έχουν ένα θέμα συνομιλίας, οι κυρίες λόγου χάρη…οι άνθρωποι των σαλονιών οι αριστοκράτες πάντα έχουνε κάτι να πουν, c’ est de rigueur, μα ο μέσος άνθρωπος σαν και μας είναι πάντα ντροπαλός και λιγομίλητος…ο διανοούμενος εννοείται. Γιατί αν συμβαίνει άραγε κάτι τέτιο, πατερούλη; Μήπως δεν υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα ή μήπως είμαστε πολύ τίμιοι και δε θέλουμε να αλληλοκοροϊδευόμαστε; Ε, τι λέτε και σεις; Μα αφήστε λοιπόν το κασκετάκι σας-έτσι όπως το κρατάτε είναι σα να ετοιμάζεστε να φύγετε, και με φέρνετε στ’ αλήθεια σε δύσκολη θέση…Ενώ απεναντίας χάρηκα τόσο πολύ… (σελ. 139)

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Φ. Ντοστογιέβσκη-Έγκλημα και Τιμωρία(Τόμος 1ος)


Φ. Ντοστογιέβσκη, «Έγκλημα και Τιμωρία», μετάφραση Άρης Άλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστης

Μπήκαν στην αυλή κι ανέβηκαν στο τέταρτο πάτωμα. Όσο ανεβαίνανε, η σκάλα γινόταν όλο και πιο σκοτεινή. Η ώρα είταν έντεκα πάνω κάτω και, αν τέτοια εποχή οι νύχτες στην Πετρούπολη είναι σχεδόν λευκές, στο πάνω μέρος της σκάλας το σκοτάδι είταν πυκνό. (σελ. 27)

-Το καημένο το κορίτσι!-είπε κοιτάζοντας την άδεια γωνιά του πάγκου.-Θα ξυπνήσει, θα κλάψει, ύστερα θα τα μάθει η μητέρα… Στην αρχή θα τη δείρει, κ’ ύστερα θα τη χτυπήσει με βέργες, έτσι που να πονέσει και να ταπεινωθεί. Ίσως να τη διώξει απ’ το σπίτι…Κι αν δεν τη διώξει, θα το μυριστούνε οι Ντάριες Φράντσοβνες και θ’ αρχίσει να βολοδέρνει το κορίτσι μου δω και κει…Ύστερα το νοσοκομείο (αυτό συμβαίνει πάντα με κείνες που ζουν μαζί με πολύ τίμιες μητέρες και κάνουν αταξίες στα κρυφά) ε, και ύστερα, ύστερα πάλι το νοσοκομείο κρασί, ταβέρνες και ξανά νοσοκομείο σε κάνα δυο χρόνια, σακάτισα, και θάναι δεκαοχτώ ή το πολύ δεκαενιά χρονών όλο και όλο… Σάμπως πρώτη μου φορά βλέπω κάτι τέτιες; Και πως γίνανε. Μα όλες τους έτσι γίνανε. Φτου! Και δεν πα να γίνανε! Λένε πως έτσι πρέπει να γίνεται. Ένα ποσοστό απ’ αυτές λένε, πρέπει να φεύγει κάθε χρόνο κάπου στο διάβολο, σίγουρα, για να φρεσκάρουν οι άλλοι, και να μην τους γίνεται εμπόδιο. Ποσοστό. Υπέροχες αλήθεια αυτές οι λέξεις: Είναι τόσο παρηγορητικές, τόσο επιστημονικές. Σου λένε: Ποσοστό…Που θα πει, πως δεν υπάρχει πια λόγος να χαλάς τη ζαχαρένια σου. Ε, βέβαια, αν είταν άλλη λέξη, τότε θάχες ίσως λόγους ν’ ανησυχήσεις… Και τι θα γίνει αν κ’ η Ντουνέτσκα πέσει κατά κάποιον τρόπο στο ποσοστό! Αυτή ή μια άλλη! (σελ. 52-53)

Ο Ρασκόλνικοβ είχε να περάσει απ’ το σπίτι του πάνω από τέσσερις μήνες τώρα, κι ο Ραζουμίχιν ούτε ήξερε καν την διεύθυσή του. Μια φορά μονάχα, εδώ και δυο μήνες, είχαν συναντηθεί τυχαία στο δρόμο, μα ο Ρασκόλνικοβ γύρισε αλλού το κεφάλι του και πέρασε μάλιστα στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να μην τον δει ο άλλος. Κι ο Ραζουμίχιν, μ’ όλο που τον είδε, πέρασε και δεν τον φώναξε, μη θέλοντας να ενοχλήσει το φίλο του. (σελ. 54)

Στις παθολογικές καταστάσεις τα όνειρα ξεχωρίζουν συνήθως για τη διαύγειά τους, την υπερβολή και τη μεγάλη ομοιότητα τους με την πραγματικότητα. Συναρμολογείται καμιά φορά ένας πίνακας τερατώδης, μα το περιβάλλον κι όλη η πορεία των γεγονότων είναι ταυτόχρονα τόσο πιθανά, και υπάρχουν τόσο λεπτές, αναπάντεχες, μα καλλιτεχνικά συνεπείς στην όλη εικόνα λεπτομέρειες, που δε θα μπορούσε να τις σοφιστεί ποτέ στον ξύπνο του αυτός ο ίδιος που βλέπει το όνειρα, έστω κι αν είναι καλλιτέχνης, σαν τον Πούσκιν ή τον Τουργκένιεβ. Τα τέτια όνειρα, όνειρα παθολογικά, τα θυμάται κανείς πάντοτε πολύν καιρό, και προκαλούν εντύπωση στον ξεχαρβαλωμένο και εξημένο κιόλας άνθρώπινο οργανισμό. (σελ. 56)

-…Θεέ μου, ας τελειώνανε πια όλ’ αυτά!» Έκανε να ριχτεί στα γόνατα να προσευχηθεί, μα έβαλε αμέσως τα γέλια-δεν κορόϊδευε την προσευχή, μα τον εαυτό του…(σελ. 92)

-Σας απαγορεύω να φωνάζετε!
-Δεν φωνάζω καθόλου, μιλάω πολύ κανονικά. Εσείς μου βάλατε τις φωνές, όμως εγώ είμαι φοιτητής και δεν επιτρέπω σε κανέναν να μου βάζει τις φωνές.
Ο βοηθός κόρωσε τόσο πολύ, που για μια στιγμή δεν μπορούσε να προφέρει τίποτα και μόνο λίγο σάλιο πιτσίλισε τα μουστάκια του. Πετάχτηκε όρθιος.
-Κάντε μου τη χάρη να σωπάσετε! Ξέρετε σε ποιον μιλάτε; Δεν επιτρέπω αυθάδειες κύριε!
-Κι εσείς; Ξέρετε σε ποιον μιλάτε;-ξεφώνισε ο Ρασκόλνικοβ-κ’ εχτός που φωνάζετε, καπνίζετε κιόλας, που θα πει πως μας γράφετε όλους στα παλιά σας παπούτσια.
Σαν τόπε αυτό ο Ρασκόλνικοβ, ένιωσε μιαν ανέκφραστη αγαλίαση.
Ο γραμματέας τονέ κοίταζε χαμογελώντας. Ο ευέξαπτος υπαστυνόμος είταν φανερά ταραγμένος. (σελ. 96)

…Ο Ζαμέτοβ είναι εξαίρετος άνθρωπος.
-Λαδώνεται όμως.
-Ε, ας λαδώνεται, το ίδιο μου κάνει! Και τι μ’ αυτό! Φώναξε ξαφνικά ο Ραζουμίχιν, που θύμωσε κάπως αφύσικα.
-Μήπως τάχα σου τον παίνεσα που λαδώνεται; Είπα μονάχα πως στο είδος του είναι καλός! Μ’ αν εξετάσεις τον καθένα απ’ όλες τις μεριές, θα τους βρεις όλους σκάρτους, όλους, ως τον τελευταίο! Μάλιστα είμαι βέβαιος πως σε μια τέτια περίπτωση δε θάδινε κανείς ούτε μια ψητή κρεμύδα για την αρχοντομουτσουνάρα μου, για όλον όπως είμαι, μαζί με τα εντόσθια, κι ακόμα αν παίρνανε και σένα για συμπλήρωμα. (σελ. 130)

-Γιατί ξέρεις ποιο είναι αυτό που με δαιμονίζει περισσότερο απ’ όλα. Όχι πως λένε ψέματα, το ψέμα πάντα μπορείς να το συχωρέσεις. Το ψέμα είναι πάντα καλό, γιατί οδηγεί στην αλήθεια. Όχι, αυτό που με δαιμονίζει είναι που λένε ψέματα κ’ ύστερα τα προσκυνάνε κιόλας…(σελ. 132)

«Να πάω λοιπόν, γιατί όχι;» σκεφτόταν ο Ρασκόλνικοβ σταματώντας καταμεσίς στο δρόμο, στη γωνιά, και κοιτάζοντας γύρω του, σα να περίμενε από κάποιον μια τελική συμβουλή. Μα κανένας δεν απάντησε από πουθενά, όλα είταν έρημα και νεκρά σαν τις πέτρες που πατούσε, γι αυτόνε νεκρά, γι αυτόνε μόνο…(σελ. 170)