Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίταλο Καλβίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίταλο Καλβίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ίταλο Καλβίνο-Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές

Ίταλο Καλβίνο, «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές», μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Θεμέλιο


«Παιδιά», αρχίζει να μιλά, σαν να μην θέλει να δυσαρεστήσει κανέναν, ούτε τον Ζερβοχέρη, «ο καθένας ξέρει γιατί κάνει τον αντάρτη. Εγώ έκανα τον γανωτή και γύριζα όλα τα χωριά, η φωνή μου ακουγόταν από μακριά και οι γυναίκες έτρεχαν να πάρουν τις τρύπιες κατσαρόλες για να μου τις δώσουν να τις διορθώσω. Πήγαινα στα σπίτια και αστειευόμουνα με τις υπηρέτριες, κι αυτές μερικές φορές μου έδιναν αυγά και ένα ποτήρι κρασί. Καθόμουνα να γανώσω τις κατσαρόλες σε ένα χωράφι και γύρω μου μαζεύονταν πάνα τα παιδιά και με κοίταζαν να δουλεύω. Τώρα πια δεν μπορώ να πάω στα χωριά, διότι θα με συλλάβουν, κι άλλωστε οι βομβαρδισμοί έχουν καταστρέψει τα πάντα. Γι’ αυτό κάνουμε τους αντάρτες:  ώστε αν μπορέσω να ξανακάνω τον γανωτή, ώστε να υπάρχει κρασί και αυγά σε καλή τιμή, ώστε να μη μας συλλαμβάνουν και να μην υπάρχουν πλέον σπίτια που θα σου κλείνουν την πόρτα κατάμουτρα, κι ότι δεν θα αναγκάζεσαι να μπαίνεις τη νύχτα στα κοτέτσια. Κομμουνισμός σημαίνει ότι, αν μπεις σε ένα σπίτι και τρώνε σούπα, θα σου δώσουν κι εσένα σούπα, ακόμα κι αν είσαι γανωτής, κι αν τρώνε τα Χριστούγεννα πανετόνε, θα σου δώσουν πανετόνε. Αυτό είναι κομμουνισμός. Για παράδειγμα, εδώ όλοι είμαστε φίσκα στην ψείρα, ακόμα λίγο οι ψείρες θα μας πάρουν και θα μας σηκώσουν. Πήγα λοιπόν στο αρχηγείο, κι εκεί είδα ότι έχουν εντομοκτόνα σε σκόνη. Τότε τους είπα: ωραίοι κομμουνιστές είσαστε, ποτέ δεν στείλατε στη μονάδα μας απ’ αυτή τη σκόνη. Κι εκείνοι είπαν ότι εντάξει, θα μας στείλουν την σκόνη. Ορίστε, αυτό είναι κομμουνισμός». (σελ. 135-136)

Ο Φεριέρα μουρμουρίζει μέσα από τα γένια του: «Επομένως μου λες ότι το πνεύμα των δικών μας … και αυτό της μαύρης ταξιαρχίας … είναι το ίδιο πράγμα;».
«Το ίδιο πράγμα, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, ναι, ας πούμε το ίδιο πράγμα…»
Ο Κιμ έχει σταματήσει και δείχνει με το δάχτυλο λες και διαβάζει και φοβάται μη χάσει κάποια γραμμή. «Το ίδιο πράγμα αλλά και το εντελώς διαφορετικό. Διότι απ’ αυτή την πλευρά έχουμε δίκιο, ενώ από ‘κει έχουν άδικο.  Εδώ προσπαθούμε να σπάσουμε τις αλυσίδες, ενώ εκεί προσπαθούν να τις ενισχύσουν. Αυτό το αβάσταχτο βάρος που νιώθουν μέσα τους οι άνδρες του Ντόμπρου, αυτό το βάρος που νιώθουμε όλοι μας, εγώ, εσύ, αυτή η αρχαία οργή που υπάρχει μέσα σε όλους μας και που εκδηλώνεται με πυροβολισμούς, με σκοτωμένους εχθρούς, είναι η ίδια που κάνει και τους φασίστες να πυροβολούν, που τους οδηγεί να σκοτώνουν με την ίδια ελπίδα της κάθαρσης, της λύτρωσης. Στο σημείο αυτό έρχεται να παίξει ένα ρόλο η Ιστορία. Διότι εμείς, στα πλαίσια της Ιστορίας, είμαστε με το μέρος της λύτρωσης, ενώ εκείνοι όχι. Σε μας τίποτα δεν χάνεται, καμιά κίνηση, κανένας πυροβολισμός, παρ’ ότι όμοιος με τον δικό τους, με καταλαβαίνεις; Τίποτα δεν πάει χαμένο, όλα είναι χρήσιμα για την απελευθέρωση, αν όχι τη δική μας, τουλάχιστον των παιδιών μας, για την οικοδόμηση μιας ανθρωπότητας που δεν θα έχει πλέον οργή, μια ανθρωπότητας γαλήνιας, όπου θα μπορείς να μην είσαι κακός. Η άλλη πλευρά είναι η πλευρά των χαμένων κινήσεων, των άχρηστων θυμών, είναι χαμένοι και άχρηστοι ακόμα κι αν κερδίσουν, διότι δεν δημιουργούν ιστορία, δε βοηθούν στην χειραφέτηση αλλά στην διαιώνιση του θυμού και του μίσους, αφού μετά από είκοσι ή εκατό ή χίλια χρόνια θα ξαναβρεθούμε, εμείς και εκείνοι, να πολεμάμε με το ίδιο ανώνυμο μίσος στα μάτια, εμείς για να απελευθερωθούμε, εκείνοι για να παραμείνουν σκλάβοι. Αυτή είναι η εικόνα του αγώνα, η αληθινή ουσία, πέρα από κάθε επίσημη ερμηνεία. Μια στοιχειώδης, ανώνυμη ώθηση ανθρώπινης λύτρωσης από όλες τις ταπεινώσεις που έχουμε ζήσει: για τον εργάτη από την εκμετάλλευσή του, για τον αγρότη από την αμορφωσιά του, για τον μικροαστό από τις αναστολές του, για τον παρία από την διαφθορά του. Εγώ νομίζω ότι η πολιτική μας δουλειά πρέπει να είναι αυτή, να χρησιμοποιήσουμε ακόμα και την ανθρώπινη μιζέρια, να τη χρησιμοποιήσουμε εναντίον του εαυτού της, για την δική μας λύτρωση, έτσι όπως οι φασίστες χρησιμοποιούν τη μιζέρια για να διαιωνίσουν την μιζέρια, τον άνθρωπο εναντίον του ανθρώπου». (σελ. 149-151)

Η θάλασσα, που χτες ήταν ο σκοτεινός πάτος ενός σύννεφου στα περιθώρια του ουρανού, γίνεται σιγά σιγά μια γραμμή με όλο και πιο έντονο χρώμα, και τώρα είναι μια μεγάλη γαλάζια κραυγή πίσω από τους λόφους και τα σπίτια. (σελ. 195-196)

Ο συγγραφέας για το έργο του

Τι ενδιαφέρον παρουσιάζει κάποιος που είναι ήδη ήρωας, κάποιος που έχει ήδη ταξική συνείδηση; Είναι η διεργασία για να φτάσει κανείς μέχρι εκεί, αυτό που πρέπει να δείχνουμε! Όσο θα υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που δεν έχει συνείδηση, υποχρέωση μας είναι να ασχοληθούμε με αυτόν, μόνο με αυτόν.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Italo Calvino-Τα κοσμοκωμικά

Ίταλο Καλβίνο, "Τα κοσμοκωμικά", μετάφραση από τα ιταλικά Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Αστάρτη.


Δε σκεφτόμουν παρά τη Γη. Μονάχα η Γη έκανε τον καθένα μας να είναι ο εαυτός του και όχι κάποιος άλλος˙ εκεί πάνω, ξεκομμένοι από τη Γη, ήταν σαν εγώ να μην ήμουν πια εγώ, ούτε εκείνη για μένα η γνωστή εκείνη. Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω στη Γη και έτρεμα στην ιδέα πως ίσως την είχα χάσει για πάντα. Η πλήρωση του ερωτικού μου ονείρου είχε διαρκέσει μονάχα τη στιγμή της ένωσής μας ενώ στροβιλιζόμασταν ανάμεσα στη Γη και τη Σελήνη˙ χωρίς το γήινο έδαφός μου, ο έρωτάς μου δε γνώριζε παρά τη βασανιστική νοσταλγία των όσων μας έλειπαν˙ ένα πού, ένα γύρω, ένα μετά. (σελ. 22, "Η απόσταση της Σελήνης").

Δεν τη βρήκα ούτε εκείνη τη νύχτα, ούτε τις μέρες και τις νύχτες που ακολούθησαν. Ολόγυρα ο κόσμος πρόβαλλε συνεχώς καινούργια χρώματα˙ ροζ σύννεφα συγκεντρώνονταν σε βιολετιούς σωρούς που εξαπολύανε χρυσούς κεραυνούς˙ μετά τις ατέλειωτες καταιγίδες ουράνια τόξα φανέρωναν χρωματισμούς που κανένας ποτέ δεν είχε δει, σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Η χλωροφύλλη είχε αρχίσει ήδη την έφοδό της: μούσκλια και φτέρες πρασίνιζαν στις κοιλάδες που τώρα τις διέσχιζαν χείμαρροι. Ναι, αυτό ήταν ένα σκηνικό ισάξιο της ομορφιάς της Άυλ˙ εκείνη, όμως, δε βρίσκονταν πουθενά! Και χωρίς την Άυλ όλη τούτη η πολύχρωμη μεγαλοπρέπεια μου φαινόταν άχρηστη, άδικα σπαταλημένη. (σελ. 73, "Χωρίς χρώματα").

Κοίταξα τη Λλλ, σίγουρος πως θα τη δω να κάνει μεταβολή και να φεύγει με ένα σκανδαλισμένο σκούξιμο. Δεν είχα υπολογίσει όμως πόσο δυνατή ήταν μέσα της η συνήθεια να αγνοεί τις χυδαιότητες του κόσμου γύρω της. (σελ. 95, "Ο υδρόβιος προπάππος").

Όλοι αυτοί είχαν ξεχάσει -το ξέρω- κάτι που τους έκανε καλύτερους από μένα, εξαίσιους, όπως έκανε κι εμένα, μπροστά τους, μια μετριότητα. Κι όμως, με τίποτα στον κόσμο, δε θα άλλαζα τον εαυτό μου με το δικό τους. (σελ. 101, "Ο υδρόβιος προπάππος").

Άναψε έτσι μια γενική συζήτηση. Το περίεργο ήταν ότι κανείς δε λάβαινε υπόψη του το ενδεχόμενο να ήμουν Δεινόσαυρος˙ το μόνο πράγμα που μου καταλόγιζαν, ήταν ότι ήμου ένας Διαφορετικός, ένας Ξένος, άρα ένας Αναξιόπιστος˙ όλοι συζητούσαν το κατά πόσο η παρουσία μου κοντά τους πολλαπλασίαζε τον κίνδυνο μιας πιθανής επιστροφής των Δεινοσαύρων. (σελ. 125-126, "Οι Δεινόσαυροι").

Τι έπρεπε να κάνω; Εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Η φωνή του αίματος με καλούσε να λιποτακτήσω και να ενωθώ με τ' αδέλφια μου˙ αν, όμως, ήθελα να φανώ έντιμος απέναντι στους Καινούριους που με είχαν περιμαζέψει και φιλοξενήσει και εμπιστευτεί, τότε έπρεπε να πάρω το δικό τους μέρος˙ παράλληλα, ήξερα καλά πως ούτε οι Δεινόσαυροι ούτε οι Καινούριοι άξιζαν να κουνήσω έστω το μικρό μου δάχτυλο για χάρη τους. Αν οι Δεινόσαυροι προσπαθούσαν να επιβάλουν πάλι την κυριαρχία τους με εισβολές και γενοκτονίες, σήμαινε πως δεν είχαν διδαχτεί τίποτα από την εμπειρία τους και πως είχαν επιβιώσει μονάχα από λάθος. Και οι Καινούριοι, προσφέροντας σ' εμένα την αρχηγία, έβρισκαν την πιο συμφέρουσα γι' αυτούς λύση: άφηναν όλες τις ευθύνες σ' έναν ξένο, που μπορούσε να γίνει ο σωτήρας τους αλλά και, σε περίπτωση ήττας, ο αποδιοπομπαίος τράγος, κατάλληλος για να προσφερθεί στον εχθρό σαν δώρο, όπως επίσης και ένας προδότης που, παραδίνοντάς τους στα χέρια του εχθρού, μπορούσε να κάνει πραγματικότητα το ανομολόγητο όνειρό τους να υποδουλωθούν στους Δεινόσαυρους. Δεν ήθελα, με άλλα λόγια, να ξέρω ούτε για τους μεν ούτε για τους δε˙ ας έβγαζαν μόνοι τους τα μάτια μεταξύ τους! Εγώ αδιαφορούσα και για τις δυο πλευρές. Έπρεπε να φύγω το γρηγορότερο, να τους αφήσω να βράσουν στο ζουμί τους, να μην έχω καμιά σχέση μ' όλες αυτές τις ξεπερασμένες ιστορίες. (σελ. 130, "Οι Δεινόσαυροι").

Για παράδειγμα, θυμόμουν μια μέρα κατά τη διάρκεια της οποίας ήμουν πραγματικά ο εαυτός μου, δηλαδή εκείνος ο εαυτός μου τον οποίο προτιμούσα να βλέπουν οι άλλοι. Από εκείνη τη μέρα -έκανα γρήγορα τους υπολογισμούς μου- είχαν περάσει ακριβώς εκατό εκατομμύρια χρόνια. (σελ. 160-161, "Τα έτη φωτός").

Μπορούσα να τη σκέφτομαι με εξαιρετική ακρίβεια, κι όχι τόσο να σκέφτομαι πώς ήταν φτιαγμένη (πράγμα που θα συνιστούσε ένα μάλλον κοινότοπο και χοντροκομμένο τρόπο να τη σκέφτεται κανείς) αλλά πώς θα μπορούσε να μεταμορφωθεί, αν έπαιρνε μια από τις αμέτρητες δυνατές μορφές, παραμένοντας όμως πάντα ο εαυτός της. Φανταζόμουν, δηλαδή, όχι τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει αλλά την ιδιαίτερη ποιότητα που η ίδια θα έδινε σ' εκείνες τις μορφές (σελ. 177-178, "Η σπειροειδής γραμμή").

Ζήλευα, τώρα μπορώ να το ομολογήσω, όχι τόσο γιατί δυσπιστούσα απέναντί της αλλά γιατί ένιωθα ανασφαλής με τον ίδιο μου τον εαυτό: ποιος μπορούσε να με βεβαιώσει ότι εκείνη είχε καταλάβει καλά ποιος ήμουν; (σελ. 178, "Η σπειροειδής γραμμή").