Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Άρης Φακίνος-Τα παιδιά του Οδυσσέα


Άρης Φακίνος, "Τα παιδιά του Οδυσσέα" εκδόσεις Καστανιώτη


Μακριά από την πατρίδα μας δε θα επιζούσαμε παρά μονάχα όσο καιρό θα 'μεναν κολλημένοι στις ρίζες μας λίγοι σβόλοι από τη γη μας. (σελ. 7)


Τον Διομήδη δεν τον συγκινούσαν καθόλου τα πλούτη κι οι θησαυροί, οι φιλοδοξες εκστρατείες κι οι καταχτήσεις των Ελλήνων τον άφηναν αδιάφορο. Έλεγε πως δεν καταλάβαινε γιατί οι άνθρωποι σκοτώνονται και σφάζονται για να πάρουν ο ένας τον τόπο του άλλου, γιατί αλληλοτρώγονται για να ελέγχουν με το στρατό και τα καράβια τους στεριές και θάλασσες, γιατί, στα καλά του καθουμένου, τα βάζουν με τους γείτονές τους. Οι θεοί πρόσθετε, είχαν θελήσει όλους τους θνητούς λεύτερους πάνω στη γη, στην πατρίδα τους, μα όπως και για όλα τα ζωντανά πλάσματα τους είχαν ορίσει τα μέρη όπου θ' αναζητούσαν και θα 'βρισκαν τη θροφή τους, τους είχαν δείξει καλά μέχρι που είχαν δικαίωμα να περιπλανηθούν, που ακριβώς βρίσκονταν τα σύνορα της επικράτειάς τους. (σελ. 25)


Ο ένας μετά τον άλλο, σιγά σιγά, οι παλιοί κόσμοι έσβηναν γύρω τους σαν όνειρα, οι κοινωνίες που γνώριζαν ξέφτιζαν και διαλούσαν σαν πολυφορεμένα ρούχα, οι άνθρωποι άλλιώτευαν. Ελάχιστοι ήταν πια όσοι ρωτούσαν τους γέρους προεστούς και τους μάντεις περί του πρακτέου, όλο και λιγόστευαν αυτοί που πίστευαν στους πατρώους θεούς, που γονάτιζαν μπροστά στους βωμούς τους για να τους προσφέρουν θυσίες. Σιγά σιγά όλα άλλαζαν στον τόπο μας, οι βάρβαροι, που μας είχαν καταχτήσει αυτή τη φορά, επέβαλλαν με τη βία νέες θεότητες που θα κυβερνούσαν και θα ρύθμιζαν από δω και μπρος τη ζήση μας. (σελ. 38-39)


Ερχόταν τακτικά στην κάμαρή μου, εκεί που διάβαζα ή έγραφα, έπιανε κουβέντα μαζί μου και μου 'λεγε να κάνω υπομονή, να μη χάνω το θάρρος μου, να μη βαρυγκομώ για των δασκάλων μου τις απαιτήσεις. Όσα κι αν προλάβαινα να μάθω, χρήσιμα θα 'ταν, λίγα ή πολλά, αλήθειες ή ψέμματα. Αργότερα, σαν θα μεγάλωνα, όλα αυτά θα τα ξεκαθάριζα μονάχος μου, θα 'βγαζα άκρη με το δικό μου μυαλό, θα ξεδιάλεγα τις γνώσεις, όπως κάνουμε και με τα φασόλια: από τη μια μεριά τα τζούφια, για τα σκουπίδια, από την άλλη τα καλά, για το τσουκάλι μας. (σελ. 52)


Σε μια στιγμή ενώ ακούγονταν στο δρόμο μας πολυβολισμοί κι εκρήξεις, ο πατέρας μου ξεδίπλωσε ένα σεντόνι, τ' άπλωσε κατάχαμα μέσα στην κάμαρή μου και πήρε να ντανιάζει γρήγορα βιβλία, χαρτιά, τετράδια. Άδικα η μάνα μου του φώναζε να τα παρατήσει όλα σύξυλα και να κοιτάξει να γλυτώσει πρώτα τη ζωή του, πως θα 'πρεπε να φχαριστούσε το Θεό αν σε λίγες ώρες θα 'ταν η φαμίλια του ζωντανή και το σπίτι του ακόμα όρθιο. Εκείνος ούτε που την άκουγε καν, μάζευε ότι προλάβαινε, μου 'λεγε και του κατέβαζα από τα ράφια λεξικά, γραμματικές, συνταχτικά, άρπαξε ξαφνικά τον Όμηρο και τη Βίβλο, πρόσθεσε στο φορτίο του τον Πλάτωνα, τον Θουκυδίδη και τον Ησίοδο. (σελ. 55)


Δεν τον πείραζε, ο κάθε θνητός είναι αφέντης του εαυτού του, κάνει ότι μπορεί για να αλλάξει κάπως τις αποφάσεις που παίρνουν οι θεοί για λογαριασμό του. (σελ. 106)


Όλα έδειχναν ότι κάποτε, ήθελαν δεν ήθελαν, οι άνθρωποι θ' αναγκάζονταν να συμβιώσουν ειρηνικά, αδερφωμένα, μας περίμεναν όλους ρόδινες κι ευτυχισμένες εποχές, τα έθνη θα συνεργάζονταν, οι λαοί θα μόνιαζαν-οι συγκρούσεις, που προκαλούν τα σύνορα κι οι εθνικισμοί, θα 'ταν αδιανόητα πράγματα στο μέλλον. (σελ. 134-135)


Θεωρούσε τα βιβλία ιερά αλλά κι επίφοβα αντικείμενα, είχε ακούσει πως είχαν καταστρέψει την ζωή κάμποσων ανθρώπων, πως εξαιτίας τους μερικοί είχαν καταλήξει στις φυλακές, άλλοι βρίσκονταν μαντρωμένοι σε στρατόπεδα ή γερνούσαν στις εξορίες. Πως μπορούσε να ξεχάσει τις ατελείωτες στερήσεις που 'χε τραβήξει με τον πατέρα μου για να μάθω γράμματα, για να πάω σχολείο, για να βγάλω αργότερα το Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο, ώστε να βρω καμιά δουλειά και να μη χρειαστεί να φύγω, να ξενιτευτώ; Καμιά φορά, όταν ερχόταν στην κάμαρή μου για να συγυρίσει, την παρατηρούσα που στεκόταν μπροστά στη βιβλιοθήκη μου με δέος, που καθάριζε έναν έναν τους τόμους περνώντας τους με το ξεσκονόπανο απαλά, προσεχτικά, που τους κοίταζε συλλογισμένα και παρακαλεστικά, όπως ακριβώς έκανε όταν προσευχόταν σιωπηλα μπροστά σε μια εικόνα. (σελ. 174)


Ταξιδεύαμε χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς πηγαίναμε, πόσο θα κρατούσε η περιπλάνησή μας, ποιοι θα μας πρόσφεραν άσυλο και φιλοξενία, που τελικά θα κατασταλάζαμε. Με τα πρόσωπα κολλημένα στα φινιστίνια τ' αεροπλάνου, βλέπαμε για πρώτη φορά από τόσο ψηλά τη γη μας, το βλέμμα μας άγγιζε τις κορφές των αλλεπάλληλων κι άγριων βουνών της, κατέβαινε μέχρι τους λιγοστούς και φτωχούς κάμπους της. Εδώ κι εκεί, ανάμεσα σε προαιώνιους ελαιώνες, σ' αμπέλια και σε σπαρτά, ξεδιακρίναμε παλιά πέτρινα και μισογκρεμισμένα γεφύρια, χωριουδάκια, κοιμητήρια, καπνούς που ανάθρωσκαν, ήμεροι κι ειρηνικοί, από τις καμινάδες των σπιτιών της. (σελ. 236-237)

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρης Χατζής-Το διπλό βιβλίο


Δημήτρης Χατζής, "Το διπλό βιβλίο" εκδόσεις "Το Ροδακιό"


-ήθελα να κλάψω. Όχι γι' αυτούς, για την φτώχεια, για το ξυλάδικο-όχι. Ήθελα να κλάψω για μένα. Άλλο είναι αυτό, το τέτοιο κλάμα, εγώ δεν ξέρω βέβαια πως να το πω, να θέλεις να κλάψεις γιατί δεν έχεις πως αλλιώς να μιλήσεις με τον εαυτό σου.(σελ. 41)


Είναι τα τραίνα που φτάνουν από παντού, πάνε παντού-δεν ξέρεις εσύ το πούθε, δεν ξέρεις το πού. Ο μεγάλος κόσμος είναι, λοιπόν, το παντού. Και την έχω κάποτε την νοσταλγία του από κει που τα βλέπω-να φύγω μια μέρα μ' αυτά-τη νοσταλγία που δεν έχω για τη Σούρπη, για την Ελλάδα. Και λέω τότε πως ο μεγάλος κόσμος, αυτός μπορεί νά 'ναι η πατρίδα μου και νάτο, λοιπόν, πως έχω και γω μια πατρίδα. Μια καινούργια πατρίδα. Είναι μέσα στο μεγάλο κόσμο. (σελ. 58)


Δε με περιμένει κανένας εμένα, δεν έχω πουθενά που να θέλω να πάω, να γυρίσω κάπου. Σα να 'ναι το σπίτι μου, εδώ, εδώ κ' η πατρίδα μου, το κανένα σπίτι μου, η καμιά μου πατρίδα. Λένε στο καφενείο και για τους άλλους-πως ξένοι γινήκαμε όλοι στις μεγάλες αυτές πολιτείες. Αν είναι έτσι, λέω τότες εγώ-εγώ, λοιπόν, πρέπει να 'μαι ο πιο γνήσιος πολίτης της πολιτείας των ξένων-ο ιθαγενής. (σελ. 63)


Μου φαίνεται πως άδειασε ο κόσμος. Οι άνθρωποι ρουφήχτηκαν, νεκρά κι ακίνητα μένουν όλα-νεκρή πολιτεία. Μια φωτεινή ρεκλάμα παίζει στο βάθος του δρόμου-δε βγάζω τα γράμματα-δε βγάζω τίποτα-αναβοσβήνουν μονάχα. Και στέκομαι εκεί καρφωμένος στο πεζοδρόμιο, δεν ξέρω που βρίσκομαι. (σελ. 68)


Είναι καλές γυναίκες οι Γερμανίδες-έχω να το λέω.Τίμιος κόσμος-επειδή είναι λεύτερες. Ο λεύτερος άνθρωπος είναι τίμιος. Δε θέλουνε τίποτα, δε λένε ψέματα, δεν έχουν υποκρισίες, δεν το κρύβουνε γιατί βγήκαν αυτό το βράδυ. Φίφτυ-φίφτυ τον έχουνε τον έρωτα-όσα δίνεις, τόσα παίρνεις. (σελ.71)


Ο μικρός ράφτης της Σούρπης ονειρευότανε. Τον κόσμο-τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Ονειρευόταν. Αυτό που βρίσκεις εσύ να λείπει στο καφενείο, να λείπει στα κόμματα τα σημερινά. Ο μεγάλος μύθος. Ο ακέριος. (σελ. 84)


Έτσι πήγαμε όλη τη βδομάδα-κάθε βράδυ να 'μαστε μαζί, να μη χορταίνουμε ο ένας τον άλλο- κι όσο τη βλέπω τόσο να τη θέλω, όσο τη συλλογιέμαι τη μέρα τόσο να τη λαχταρώ για το βράδυ. Και να μη της βρίσκω κανένα ψεγάδι. Αυτός είναι ο έρωτας; λέω. Και δοξασμένο, ας είναι, λοιπόν, το όνομά του στους αιώνες των αιώνων αν είναι αυτός, αν είναι έτσι. Είταν αυτός. Είταν έτσι. (σελ. 102)


Εσείς εκεί στην πατρίδα σας, λέει, πεινούσατε, δεν είχατε δουλειά. Και ήρθατε εδώ. Μα πρέπει μια φορά να το καταλάβετε. Αυτό που βλέπετε γύρω σας, καλά μεροκάματα, άδειες, κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν είναι κανένας παράδεισος. Έχουν αίμα πίσω τους, σφαγές πολλά χρόνια, για να γίνουν έτσι. Και δεν θα σας αφήσουμε να μας τα χαλάσετε. Θα σας διώξουμε μέχρι τον έναν. Χίλιους σκλάβους να φέρουν από την Ελλάδα και την Τουρκία-εγώ για δυο ανθρώπους αυτή τη δουλειά δεν την κάνω. (σελ.142)


Από την σημείωση του εκδότη

Το διπλό βιβλίο μιλάει για δυο κόσμους, τον παλιό και τον καινούργιο, για τη συνάντησή τους. Είναι "βιβλίο της μοναξιάς" και είναι "της ελπίδας το βιβλίο". Έχει διπλό πρωταγωνιστή: τον συγγραφέα και τον ήρωά του. Αυτοί οι δυο στην τελευταία παράγραφο συναντιούνται, μια βιομηχανική οχλοβοή εμποδίζει τα λόγια τους ν' ακουστούν, σενεννογιούνται όμως και αφήνουν ανοιχτό ένα παράθυρο στο φως.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

KARL MARX ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ


KARL MARX ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ [Παρέκβαση περί παραγωγικής εργασίας] Μετάφραση: ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Εκδόσεις ΑΓΡΑ 2005



Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θ’ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις. [σελ.5]

Και μόνο τα βασανιστήρια έγιναν αφορμή για τις ευφυέστερες μηχανικές εφευρέσεις, ενώ πλήθος τίμιοι χειρώνακτες απασχολούνται στην παραγωγή των σχετικών εργαλείων. [σελ. 7]

Ο εγκληματίας σπάζει τη μονοτονία και την καθημερινή ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προστατεύει από την τελμάτωση και προκαλεί την ανήσυχη ένταση και την κινητικότητα, χωρίς τις οποίες θα αμβλυνόταν ακόμη και η ορμή του ανταγωνισμού. Δίνει, λοιπόν, ένα κίνητρο στις παραγωγικές δυνάμεις. [σελ.8]

Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες; [σελ.9]

Ας αφήσουμε όμως τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: χωρίς εθνικό έγκλημα θα μπορούσε να υπάρξει η παγκόσμια αγορά; Θα υπήρχαν έθνη; Άραγε το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι, ταυτόχρονα, και δέντρο της γνώσης, από την εποχή του Αδάμ ως σήμερα; [σελ. 10]

Το κείμενο αυτό του Karl Marx γράφτηκε ανάμεσα στα 1860 και 1862. Οι εκδότες του το ενσωμάτωσαν στις Θεωρίες της υπεραξίας, τόμος IV του Κεφαλαίου. Η μετάφραση έγινε από τα γερμανικά. Ο τίτλος κάτω από τον οποίο παρουσιάζεται εδώ προέρχεται από μια γαλλική έκδοση του κειμένου. Τίτλος πρωτότυπου: Abschweifung : ( über productive Arbeit).

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Αβραάμ Γεοσούα-Ταξίδι στο τέλος της χιλιετίας


Αβραάμ Γεοσούα, "Ταξίδι στο τέλος της χιλιετίας", μετάφραση Μάγκυ Κοέν, εκδόσεις Καστανιώτη


Σε τέτοιους σκοτεινούς καιρούς, καθώς οι πίστεις οξύνονταν από τον φόβο που γεννούσε το πέρασμα από την μια χιλιετία στην άλλη, ήταν προτιμότερο να αποφεύγει κανείς τα συναπαντήματα με αλλόθρησκους και να αρκείται στην συναναστροφή με την φύση-τη θάλασσα για παράδειγμα-που, παρότι την κατηγορούμε συχνά για σκληράδα και πονηριά, δεν υπόσχεται ποτέ τίποτα περισσότερο απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει. (σελ. 16)


Αν τούτοι εδώ οι άπιστοι, μονολόγησε με την παράξενη ζήλεια ενός παλιού θαλασσόλυκου, καταφέρνουν να εξισορροπούν τόσο καλά τα ρεύματα και τους αέρηδες ώστε να διευκολύνουν το πέρασμα στους ταξιδιώτες, τότε, παρά την πρωτόγονη πίστη τους σε μια θεότητα που εξαφανίστηκε απ' τον τάφο της, έχουν ένα ελαφρύ πλεονέκτημα έναντι των μουσουλμάνων, που πιστεύουν στη μοίρα και το πεπρωμένο. Ωστόσο η αισιοδοξία που του ενέπνευσε ο ούριος άνεμος δεν πράυνε την ανησυχία του, μιας και ποτέ άλλοτε δεν είχε μανουβράρει ένα τόσο κοιλαράδικο ιστιοφόρο μέσα σ' ένα τόσο στενό θαλάσσιο μονοπάτι, ενώ η οινοποσία της προηγούμενης νύχτας του έσφιγγε τώρα το κεφάλι σαν σιδερένιο στεφάνι. (σελ. 74-75)


...είναι γνωστό άλλωστε πως η φύση της φαντασίωσης είναι να παραμένει ολάκερη στην φαντασία αυτού που την φαντάστηκε. (σελ. 86)


Όταν ο σταυρός στην κορυφή του καμπαναριού διαπέρασε την σάρκα της σελήνης-που ήταν ολοστρόγγυλη και κιτρινωπή σαν τα περίφημα τοπικά τυριά-κι ύστερα την άφησε να πέση μαλακά πίσω απ' την εκκλησία, και πυκνό σκοτάδι σκέπασε την κάμαρη όπου κάθοταν οι δυο τους, ο Αμπουλάφια ένιωσε μια ευχάριστη ζεστασιά ν' απλώνεται σ' όλο του το κορμί. (σελ. 88)


... κι όσο να ξυπνήσει ο Σεβιλλιάνος ραβίνος και να της πει όσα θα της έλεγε, αυτός ήταν υποχρεωμένος να της αποδείξει με πράξεις, όχι με λόγια, πως είχε άδικο και πως η αγάπη μπορούσε να πραγματωθεί σ' οποιονδήποτε χρόνο ή τόπο, αρκει να ήταν παρών ο εραστής. (σελ. 158)


Το αξιοπερίεργο ήταν πως δεν λυπόταν μήτε τον εαυτό του μήτε τις δυο του συμβίες, που υποχρεώθηκαν να αποχωριστούν τα παιδιά και τα σπίτια τους, αλλά τον Ισμαηλίτη συνεταίρο του, τον Αμπού Λούτφι, που καθόταν τώρα-έτσι τον φανταζόταν ο Μπεν Ατάρ- στο σκοτεινό αμπάρι του πλοίου, σιμά στη μοναχική καμήλα, και προσεύχοταν στο Αλλάχ για την επιτυχία του Εβραίου συνεταίρου του, αν και ποτέ των ποτών, όσο και να του το εξηγούσαν, δεν θα μπορούσε να καταλάβει γιατί ένας Εβραίος έμπορος, που ζούσε με τις δυο συμβίες απολαμβάνοντας τον σεβασμό τόσο των Εβραίων όσο και των Ισμαηλιτών, έδινε σημασία στην αποκήρυξη κάποιων μακρινών Εβραίων που κατοικούσαν σε σκοτεινά δάση, στις όχθες ορμητικών ποταμών, στην καρδιά μιας νεφελοσκέπαστης ηπείρου. (σελ. 187)


Τόσα μερόνυχτα στη θάλασσα δεν είχε πάψει να μελετά τούτο το θαυμάσιο άνθρωπο, όμως μονάχα τώρα, στο Βιλζούιφ, ανακάλυψε την ουσία της ύπαρξης του: ήταν ένας ερωτευμένος άνθρωπος, ένας φιλόσοφος και μέγας σοφός της αγάπης, που είχε έρθει απ' τα ξένα για να δηλώσει δημόσια πως ήταν μπορετό να έχει κανείς δυο συμβίες και να τις αγαπά εξίσου. (σελ. 201)


Η ανέλπιστη νίκη του στο Βιλζούιφ είχε διδάξει τον Ανδαλουσιάνο ραβίνο έναν απλό κανόνα: όποιος διαλέξει τους δικαστές ελέγχει και την ετυμηγορία και δεν χρειάζονται μήτε περισπούδαστοι λόγοι μήτε αποδείξεις απ' τις γραφές. (σελ. 275)


Ωστόσο όλη η δύναμη και η νοστιμιά της διπλής αγάπης ενέκειτο στο ότι ανάγκαζε καθένα από τα μέλη της ν' αποχωρίζεται από καιρό σε καιρό το σύντροφό του, ώστε να μπορέσει να αφομοιώσει ολότελα ότι του προσφέρθηκε προτού ζητήσει κι άλλο. (σελ. 281)


Μέσα απ΄το μίγμα των Αραβοεβραϊκών που έβγαιναν απ΄το μικρό της στόμα πρόβαλλε λίγο-λίγο η πρωτάκουστη αλήθεια: η νεαρή γυναίκα ήταν πρόθυμη να υπόκειται σε διπλό γάμο αρκεί να μπορούσε και η ίδια να συνάψει ένα διπλό γάμο. Δεν είχε τίποτα ενάντια στην πρώτη συμβία-άλλωστε είχε εκτιμήσει την υπομονή της και την καλοσύνη της στην διάρκεια του κοινού τους ταξιδιού στη θάλασσα και στη στεριά-ένιωθε όμως απύθμενη ζήλεια για ένα σύζυγο που είχε δυο συμβίες ενώ εκείνες τον είχαν ένα και μοναδικό.(σελ. 306-307)


Το πρωινό φως γρατζούνιζε τα κιτρινωπά παράθυρα κι εκείνη επέμενε να του εξηγεί ότι, ενώ ο άντρας ζητούσε διπλή σωματική ένωση, η γυναίκα ζητούσε διπλή ψυχική ένωση, όπως αυτή με την αδύναμη ψυχούλα που φώλιαζε μεσ' την μήτρα της. (σελ. 315)


Ψηλάφισε πασπατευτά γύρω του να δει αν το παλιό φτερό και το μελανοδοχείο βρίσκονταν ακόμη ανάμεσα στα σανίδια της καμπίνας, δεν βρήκε όμως τίποτα. Έτσι, αναγκάστηκε, με υπόκρουση το αδιάκοπο, μακρόσυρτο μοιρολόι του Μπεν Ατάρ, να φυλάξει στο μυαλό του τον πρώτο στίχο που σχηματίστηκε μέσα στου:

Υπάρχει θάλασσα που να μη μέριαζα για να σε δω εσέ...(σελ. 415)

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Lewis Carroll-Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων

Lewis Carroll, "Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων", μετάφραση Ρένα Ρώσση-Ζαίρη, εικονογράφηση Petee Weevers, εκδόσεις Ρώσση

Έφαγε ένα μικρό κομμάτι και είπε ανήσυχη στον εαυτό της, "Τι θα γίνει τώρα;" βάζοντας το χέρι της πάνω στο κεφάλι της για να νιώσει αν θα μεγαλώσει ή αν θα μικρύνει.
Έμεινε όμως κατάπληκτη σαν είδε ότι παρέμενε η ίδια. Βέβαια αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τρώει κανείς κέικ, μα η Αλίκη είχε τόσο πολύ συνηθίσει στα περίεργα και τα αλλόκοτα που της φαίνοταν ανόητο και ανιαρό να γίνονται όλα φυσιολογικά. (σελ. 18)

"... Το έχω αποφασίσει. Αν έχω γίνει Μέιμπελ, προτιμώ να μείνω εδώ κάτω! Και δεν θα βγάλουν τίποτα, αν κοιτάξουν κάτω και φωνάξουν, "έλα πάνω χρυσό μου!" Το μόνο που θα κάνω είναι να τους κοιτάξω και να πω: "ποια είμαι τελικά, πέστε μου το πρώτα και μετά, αν μου αρέσω, θα ανέβω. Αλλιώς, θα κάτσω εδώ κάτω, μέχρι να γίνω κάποιος άλλος"." (σελ 23)

Η Αλίκη απάντησε μάλλον ντροπαλά. "Καλά.. καλά ούτε κι εγώ δεν ξέρω κύριε. Τουλάχιστον τώρα. Ξέρω όμως ποια ήμουν όταν ξύπνησα σήμερα το πρωί. Νομίζω όμως ότι άλλαξα άπειρες φορές από τότε". (σελ. 47)

"Κόψτε της το κεφάλι!" ούρλιαξε η βασίλισσα. Κανένας δεν κουνήθηκε.
"Ποιος νοιάζεται για σας;" είπε η Αλίκη, που είχε ξαναβρεί το κανονικό της ύψος. "Δεν είστε τίποτα άλλο από ένα πακέτο τραπουλόχαρτα!"

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Ευγένιος Τριβιζάς-Οι δραπέτες της σκακιέρας



Ευγένιος Τριβιζάς, "Οι δραπέτες της σκακιέρας", εικόνες Ράνια Βαρβάκη, εκδόσεις Καλέντης

Όταν οι νότες του δειλινού φτερουγίζουν στα διάφανα βάθη του καθρέφτη, όταν οι αναλαμπές του τζακιού κεντούν ροδοπέταλα στις ράχες των παλιών βιβλίων, τότε... κάτι μέσα μου σκιρτά...κοιτώ γύρω... τα σκονισμένα λεξικά, το βαλσαμωμένο γεράκι... όλα σιωπηλά... Όμως εκείνη η φεγγαραχτίδα, ζωγραφίζει ένα μονοπάτι, μια αέρινη κορδέλα που γλιστρά και χάνεται... εκεί, ανάμεσα στα μεταξένια στόρια. (σελ. 19)





Έλα πάμε εκεί που δεν έφτασε άλλο πιόνι!
Έλα πάμε εκεί που η νύχτα τελειώνει!
Έλα πάμε εκεί που χαράζει η μέρα!
Έλα να ταξιδέψουμε πέρα απ' τη σκακιέρα! (σελ. 20)








Αν το καθήκον αψηφεί κάθε ξελογιασμένο πιόνι...τότε τελειώνει το παιχνίδι! Το παιχνίδι το παντοτινό... που ποτέ δεν τελειώνει! (σελ. 30)

-Πόσα αστέρια μέτρησες;
-Χίλια και άλλα τόσα...
-Που είναι ο γλάρος;
-Νάτος!
-Όχι χνούδι είναι.
-Χνούδι από σύννεφο περαστικό...(σελ. 60)

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Μάρσια Λόου-Ποδήλατο:όχημα για έναν μικρό πλανήτη


Μάρσια Λόου, "Ποδήλατο:όχημα για έναν μικρό πλανήτη, μετάφραση σύλλογος φίλων του ποδηλάτου, επιμέλεια Κώστας Καβουλάκος, εκδόσεις Κομμούνα 1991




Σε βιομηχανικές χώρες-όπου οι επίσημες προσπάθειες για ενθάρρυνση της χρήσης μέσων μαζικής μεταφοράς συναντούν συχνά την άρνηση των συνηθισμένων στην εξατομικευμένη μεταφορά ανθρώπων- το ποδήλατο είναι το μόνο όχημα που απαντά στα προβλήματα, που δημιούργησε το αυτοκίνητο στην πόλη, αποτελώντας ταυτόχρονα μια βολική ιδιωτική λύση μεταφοράς. (σελ. 12)




Μεγιστοποιώντας μάλιστα την χρήση ποδηλάτων και μέσων μαζικής μεταφοράς, είναι δυνατόν να ανακοπεί η απότομη αύξηση της χρήσης του αυτοκινήτου, πριν ο αέρας της πόλης γίνει ακατάλληλος για την αναπνοή και η κυκλφορία οδηγηθείσε πλήρη ακινησία τις ώρες της αιχμής. (σελ. 14)




Στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο 1 στα 40 ποδήλατα χρησιμοποιείται για καθημερινή μετακίνηση. Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση της καλής σωματικής κατάστασης, για αθλητισμό ή παιχνίδι ή απλώς αφήνονται να αραχνιάσουν στα υπόγεια. (σελ. 19)




Το αυτοκίνητο-το οποίο έφερε στη βιομηχανική κοινωνία έναν πρωτόγνωρο τρόπο ατομικής μετακίνησης και άνεσης-θεωρείτο για καιρό το όχημα του μέλλοντος. Όμως οι χώρες, οι οποίες έχουν καταλήξει να είναι εξαρτημένες από το αυτοκίνητο, πληρώνουν ένα τρομερό τίμημα κάθε χρόνο:τον όλο και βαρύτερο φόρο σε δυστυχήματα, ατμοσφαιρική ρύπανση, κυκλοφοριακή συμφόρηση και κόστος του πετρελαίου. (σελ. 24)




Στις πιο μεγάλες πόλεις του κόσμου, με τη χειρότερη συμφόρηση, η κυκλοφορία φαίνεται ότι θα γίνει αδύνατη πριν τελειώσει το πετρέλαιο. (σελ. 28)




Η χρήση καυσίμων που προέρχονται από την καλλιέργεια των δημητριακών επιφυλάσσει τις δικές της περιβαλλοντικές παρενέργειες, καθώς και την πιθανότητα μιας σύγκρουσης με την παραγωγή ειδών διατροφής. (σελ. 31)






Οι συγκοινωνιολόγοι καταλήγουν στο ότι η κατασκευή νέων αυτοκινητοδρόμων απλώς προσελκύει περισσότερα αυτοκίνητα, καθώς ένα μέρος από τους επιβάτες των δημοσίων συγκοινωνιών γίνονται οδηγοί αυτοκινήτων και νέοι συνοικισμοί αναπτύσσονται κατά μήκος των νέων δρόμων. (σελ. 31)




Για κάθε άτομο που χρησιμοποιεί ποδήλατο αντί για αυτοκίνητο κατά τις μετακινήσεις του, έχουμε λιγότερη ρύπανση, λιγότερη κατανάλωση καυσίμων και κατάληψη λιγότερου χώρου στους δρόμους. Η μεταφορά με ποδήλατο χωρίς να αντικαθιστά όλες τις μετακινήσεις με αυτοκίνητο θα μπορούσε να το υποκαταστήσει κυρίως στις μικρές διαδρομές, δηλαδή αυτές που προκαλούν την μεγαλύτερη ρύπανση, καθώς μια κρύα μηχανή δεν κάνει σωστή καύση του καυσίμου.(σελ. 32)




Μια διαδρομή 16 χιλιομέτρων με ποδήλατο απαιτεί 350 θερμίδες ενέργειας όση περιέχεται σε ένα πιάτο ρύζι. Για την ίδια διαδρομή, ένα αυτοκίνητο χρειάζεται 18600 θερμίδες ενέργειας ή αλλιώς πάνω από 2 λίτρα βενζίνη. (σελ. 34)




Το γεγονός ότι οι άνθρωποι αρέσκονται να κάνουν ποδήλατο για να κρατούν την φόρμα τους αποδεικνύεται από την δημοτικότητα των στατικών ποδηλάτων αδυνατίσματος, η ειρωνία είναι ωστόσο ότι πολύς κόσμος πηγαίνει με το αυτοκίνητο μέχρι το γυμναστήριο για να κάνει ποδήλατο. (σελ. 38)




Η εμπειρία της Ασίας έχει δείξει ότι η δημιουργία μιας ποδηλατοβιομηχανίας αποτελεί εγχείρημα σχετικά μικρού κινδύνου για τις αναπτυσσόμενες χώρες, που έχουν μικρή βιομηχανική βάση. Ένα μικρό εργοστάσιο συναρμολόγησης και ένα εργαστήριο επισκευών μπορούν να λειτουργήσουν με εργαλεία κόστους 200 δολαρίων, ενώ 100 ποδήλατα μπορούν να κατασκευαστούν με την ενέργεια και τα υλικά που χρειάζεται ένα μεσαίου μεγέθους αυτοκίνητο. (σελ. 51)




"Το μόνο που πρέπει να γίνει είναι να καταστεί ευκολότερο να καβαλήσεις ένα ποδήλατο από το να πάρεις το αυτοκίνητο. Ο κόσμος θα προχωρήσει από μόνος του από κει και πέρα. (σελ. 65)




Κάθε φορά που ένας οδηγός μετακινείται με ποδήλατο αντί για αυτοκίνητο, κερδίζει όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η κοινωνία ως σύνολο.(σελ. 75)




... το ποδήλατο είναι το όχημα μιας νέας νοοτροπίας. Αμφισβητεί αθόρυβα ένα σύστημα αξιών, που προωθεί την εξάρτηση, τη σπατάλη, την ανισότητα στην μετακίνηση και την καθημερινή σφαγή...Υπάρχει λόγος να βοηθήσουμε το ποδήλατο να γνωρίσει μια νέα χρυσή εποχή. (σελ. 75)




Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Jose' Saramago-Το ταξίδι του ελέφαντα

Jose' Saramago, "Το ταξίδι του ελέφαντα", μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια, εκδόσεις Καστανιώτη.


Πρόσεχε, γιε μου, η επαναλαμβανόμενη κολακεία καταντά αναπόφευκτα μη ικανοποιητική και επομένως πληγώνει όσο και μια προσβολή (σελ. 17).

[...] σκαρφάλωσε με δυσκολία στη ράχη του αλόγου του λοχία και προχώρησε, προσευχόμενος, με φωνή που κι ο ίδιος μετά βίας άκουγε, ένα ατέρμονο πάτερ ημών, παράκληση της ιδιαίτερης εκτίμησής του ειδικά για κείνο που λέει, άφες ημίν τα οφειλήμματα ημών. Το κακό, που υπάρχει παντού, και καμιά φορά βγάζει την ουρά του απ' έξω για να μην έχουμε αυταπάτες για τη φύση του ζώου, έρχεται με την επόμενη φράση, εκεί που λέει πως είναι υποχρέωσή μας ως χριστιανών να συγχωρούμε κι εμείς τους οφειλέτες μας. Και τα δυο μαζί δεν χωράνε, ή το ένα ή το άλλο, γρύλιζε ο αγωγιάτης, αν ο ένας συγχωρεί κι ο άλλος δεν πληρώνει, τότε ποιο είναι το όφελος της συναλλαγής, αναρωτιόταν. (σελ. 46).

Ε λοιπόν, δυο άντρες που πρέπει να βαδίζουν μαζί για δυο ή τρεις ώρες απανωτές, ακόμα κι αν φανταστούμε πως έχουν μεγάλη επιθυμία για επικοινωνία, θα καταλήξουν μοιραία, αργά ή γρήγορα, να πέσουν σε αμήχανες σιωπές κι ίσως ακόμα να μισηθούν. Κάποιοι απ' αυτούς ίσως να μη σταθούν ικανοί ν' αντισταθούν στον πειρασμό να πετάξουν τον άλλον απ' την όχθη. Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι λένε πως το τρία το θέλει κι ο θεός, είναι ο αριθμός της ειρήνης, ο αριθμός της ομόνοιας. Ανα τρεις τουλάχιστον ο καθένας θα μπορεί να σωπάσει για μερικά λεπτά χωρίς να χτυπάει στο μάτι. Το πρόβλημα είναι αν ένας απ' όλους αρχίσει να σκέφτεται να εξολοθρεύσει τον άλλο για να του μείνουν οι προμήθειες και καλέσει τον τρίτο να συνεργαστούν στην κατακριτέα πράξη, κι εκείνος του απαντήσει, με λύπη, Δεν μπορώ, έχω υποσχεθεί να βοηθήσω να σκοτώσουμε εσένα. (σελ. 95).

Κρίμα. Είμαστε, όλο και περισσότερο, τα ελαττώματα που έχουμε, και όχι τα προτερήματά μας. (σελ. 112).

Και τι περιμένετε, πανοοσιότατε, από μένα, Να φέρεις τον ελέφαντα στην πόρτα της βασιλικής και να τον κάνεις να γονατίσει, Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, Να προσπαθήσεις, Φαντάζεστε, πανοσιότατε, να φέρω ως εκεί τον ελέφαντα κι αυτός ν' αρνηθεί να γονατίσει, παρότι δεν καταλαβαίνω καλά αυτά τα θέματα, υποθέτω πως χειρότερο κι απ' το να μη γίνει θαύμα είναι να βρεθούμε μ' ένα αποτυχημένο θαύμα, Ποτέ δεν είναι αποτυχημένο αν υπάρχουν μάρτυρες, Και ποιοι θα είναι αυτοί οι μάρτυρες, Κατά πρώτον, ολόκληρη η εκκλησιαστική κοινότητα της βασιλικής και όσους διαθέσιμους χριστιανούς καταφέρουμε να συγκεντρώσουμε στην είσοδο του ναού, κατά δεύτερον, η δημόσια γνώμη που, όπως γνωρίζουμε, είναι ικανή να πάρει όρκο για κάτι που δεν είδε και να επιβεβαιώσει αυτό που δεν ξέρει, Και, επιπλέον, να πιστέψει σε θαύματα που δεν συνέβησαν ποτέ, ρώτησε ο μαχούτ, Αυτά είναι και τα πιο νόστιμα, έχουν μπελά μέχρι να τα ετοιμάσεις, αλλά η προσπάθεια που απαιτούν συνήθως ανταμείβεται , εξάλλου ανακουφίζουμε τους αγίους μας από την παραπάνω ευθύνη, και το θεό, Το θεό ποτέ δεν τον ενοχλούμε για να κάνει θαύματα, πρέπει να σεβόμαστε την ιεραρχία, το πολύ να ανατρέξουμε στην παναγία, που είναι επίσης προικισμένη με θαυματουργά ταλέντα, Δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου, είπε ο μαχούτ, αλλά στην καθολική σας εκκλησία κυκλοφορεί πολύς κυνισμός, Ίσως, αλλά αν σου μιλώ με τόση ειλικρίνεια, απάντησε ο ιερέας, είναι για να καταλάβεις ότι στ' αλήθεια χρειαζόμαστε αυτό το θαύμα, αυτό η οποιοδήποτε άλλο, Γιατί, Γιατί ο λούθηρος, έστω και νεκρός, εξακολουθεί να κάνει μεγάλη ζημιά στην αγία θρησκεία μας, οτιδήποτε μπορεί να μας βοηθήσει να ελαττώσουμε τον αντίκτυπο της προτεσταντικής κατήχησης είναι καλοδεχούμενο [...] (σελ. 144).

[...] σκέφτεται πως, παρά την υπερπληθώρα θεών, ημίθεων και δαιμονίων, που τα κατακλύζει, είναι πολύ λιγότερες οι προκαταλήψεις στα μέρη όπου γεννήθηκε απ' ότι σ' αυτή την πλευρά της πολιτισμένης και χριστιανικής ευρώπης, που έχει φτάσει ν' αγοράζει στα τυφλά μια τρίχα ελέφαντα και να πιστεύει ευλαβικά στις μπούρδες του πωλητή. Να καταντάς να πληρώνεις για τα ίδια σου τα όνειρα, μεγαλύτερη απελπισία δεν υπάρχει. (σελ. 148).

Μαχουτ, Μάλιστα, κύριε, μαχούτ είναι το όνομα που δίνουν σ' αυτούς που οδηγούν τους ελέφαντες, Αφού είναι έτσι, τότε ο καρχηδόνιος σταρτηγός θα πρέπει να είχε μαχούτ στο στρατό του, Δεν θα πήγαινε πουθενα με τους ελέφαντες χωρίς κάποιον να τους οδηγεί, Τους πήγε μέχρι τον πόλεμο, Τον πόλεμο των ανθρώπων, Αν το καλοσκεφτούμε, δεν υπάρχει και άλλος. Ο άνθρωπος ήταν φιλόσοφος. (σελ. 162).

Έκανα ό,τι μπόρεσα, κύριέ μου, γι' αυτό είμαι ο μαχούτ. Αν όλοι οι άνθρωποι έκαναν ό,τι μπορούσαν, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος. (σελ. 191).

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ανίτα Νταϊαμάντ-Η κόκκινη σκηνή


Ανίτα Νταϊμάντ, "Η κόκκινη σκηνή", μετάφραση Θεοδώρα Δαρβίρη, εκδόσεις Λιβάνη


Οι κόρες ανακούφιζαν τις μητέρες τους από τα βάρη: βοηθούσαν στον αργαλειό, στο άλεσμα, στο καθήκον της ακατάπαυστης φροντίδας των μικρών αγοριών, που ουρούσαν πάντα στις γωνιές των σκηνών ό,τι κι αν τους έλεγαν. (σελ. 17)


Αρκούσε ελάχιστος χρόνος για να διαπιστώσει κανείς πως η Βαλλά ήταν καλή. Ήταν καλή με τον τρόπο που το γάλα γίνεται καλό, με τον τρόπο που η βροχή είναι καλή. Η Βαλλά παρατηρούσε τον ουρανό και τα ζώα, παρατηρούσε και την οικογένειά της. Από τις σκοτεινές γωνιές των σκηνών, είδε την Λεία να κρύβει την ταπείνωσή της όταν οι άνθρωποι την κοίταζαν. Η Βαλλά πρόσεξε τον φόβο της Ραχήλ για το σκοτάδι και τις αϋπνίες της Ζελφάς. Η Βαλλά ήξερε πως ο Λάβαν ήταν τόσο τιποτένιος όσο και ηλίθιος. (σελ. 37)


Η Λεία θυμόταν κάθε μπουκιά του. "Βουτούσε τη χαψιά του στη σάλτσα από το αρνάκι ξανά και ξανά και πήρε τρεις φορές ψωμί. Πρόσεξα ότι του άρεσαν τα γλυκά και πως προτιμούσε την μπύρα που είχε βράσει μαζί με μέλι από το πικρό ποτό που κατέβαζε μονορούφι ο Λάβαν. Ήξερα τι ικανοποιούσε τη γεύση του, σκέφθηκα. Άρα θα ήξερα πως να τον ικανοποιήσω ολόκληρο". (σελ. 40)


Δυο μήνες μετά τον θάνατο της Αδάς, μπήκε και η Βαλλά στην κόκκινη σκηνή.Χωρίς την Αδά, και εφόσον δεν υπήρχε καμιά άλλη μεγαλύτερη για να αναλάβει αυτό το ρόλο, η Λεία, ενώ ακόμα θήλαζε το γιο της, έγινε η φιλόξενη μητέρα. Καλωσόρισε την καινούργια σύντροφο και της έμαθε πως να ελέγχει τη ροή του αίματος, πως να γιορτάζει στο καινούργιο φεγγάρι, πως να συμμετέχει στον κύκλο του σώματος της με την επανάληψη της ζωής. (σελ. 78)


Στην κόκκινη σκηνή γνωρίζαμε πως ο θάνατος ήταν η σκιά της γέννησης, το τίμημα που πληρώνουν οι γυναίκες για την ζωή που χαρίζουν. Έτσι η λύπη μας μετριαζόταν. (σελ.83)


Βέβαια σε αντίθεση με τους γιους της Ζελφάς, αυτά τα δίδυμα έμοιαζαν τόσο πολύ που, όταν ήταν παιδιά, ούτε η μητέρα τους δεν μπορούσε πάντα να τα ξεχωρίζει. Μόνο η Βαλλά, που μπορούσε να δει κάθε φύλλο ενός δένδρου να λάμπει με το δικό του φως, δεν τους μπέρδεψε ποτέ, κι αυτά αγαπούσαν το ένα το άλλο με ένα είδος ήρεμης αρμονίας που δεν ένιωσαν ποτέ τα άλλα μου αδέλφια. (σελ. 99)


Ο κόσμος μου ήταν γεμάτος με μητέρες και αδέλφια, δουλειά και παιχνίδια, καινούργια φεγγάρια και καλό φαγητό. Οι λόφοι στο βάθος περιέκλειαν τη ζωή μου σ' ένα κύπελλο γεμάτο με όλα όσα θα μπορούσα να επιθυμήσω. (σελ. 128)


"...Μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως οι θεοί είναι όνειρα και ιστορίες για να περνάμε τις κρύες νύχτες και να διώχνουμε τις σκοτεινές σκέψεις". Η Λεία άρπαξε την αδελφή της από τους ώμους. ¨Καλύτερα να εμπιστευτείς τα χέρια τα δικά μου και του Ιακώβ παρά τις ιστορίες που είναι καμωμένες από άνεμο και φόβο". (σελ. 137)


¨Εκείνοι που βρίσκονται ψηλά δε μας έχουν πραγματικά ανάγκη. Οι προσφορές και οι προσευχές μας δεν είναι περισσότερο σημαντικές από το κελάηδημα των πουλιών ή το τραγούδι των μελισσών. Τουλάχιστον οι δοξολογίες τους είναι εξασφαλισμένες". (σελ. 244)


Καθώς η κοιλιά μου φούσκωνε, οι γυναίκες του σπιτιού με κανάκευαν. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε γεννηθεί μωρό στην οικογένεια του Ναχτ-Ρα, και ο ερχομός του γιου μου τους γέμιζε αδημονία. Μου ετοίμαζαν υπέροχα φαγητά, που μου φαίνονταν τόσο εξωτικά όσο τα λουλούδια του μονίμως ανθισμένου κήπου πίσω από το σπίτι. Έτρωγα πεπόνια με πορτοκαλιά φλούδα και πεπόνια με ροζ φλούδα, και οι χουρμάδες δεν έλειπαν ποτέ. (σελ. 320)


Γιατί δεν μου είχε πει κανείς πως το σώμα μου θα γινόταν πεδίο μάχης, τόπος υπέρτατης δοκιμασίας, θυσιαστήριο; Γιατί δεν ήξερα πως η γέννα είναι η υπέρβαση των ορίων, η αιχμή όπου οι γυναίκες ανακάλυπταν το κουράγιο να γίνουν μητέρες; Αλλά φυσικά δεν υπάρχει τρόπος να το πει κανείς αυτό ή να το ακούσει. Ώσπου να σταθείς πάνω στις πλάκες, δεν έχεις ιδέα πως ο θάνατος περιμένει στη γωνία, έτοιμος να πάρει το μερτικό του. (σελ. 323)


...μα τότε το μωρό έβηξε κι ένα άγριο κλάμα διέλυσε τις αμφιβολίες. Η σκοτεινή γωνιά φωτίστηκε. Ο θάνατος δεν χασομεράει όταν έχει νικηθεί. Οι φωνές τεσσάρων γυναικών ακούστηκαν γύρω μου, φλύαρες και δυνατές. Αφέθηκα να πέσω στο αχυρόστρωμα εξουθενωμένη, κι αυτό είναι το τελευταίο που θυμάμαι. (σελ. 326)



Έπρεπε να υπάρχει ένα τραγούδι γι' αυτή τη στιγμή ή μια προσευχή. Ίσως όμως να μην υπάρχει επειδή οι λέξεις είναι πολύ ανεπαρκείς για να εκφράσουν τα συναισθήματα της ώρας τούτης. Όπως κάθε μητέρα από την εποχή της πρώτης μητέρας, ένιωσα μαζί συγκίνηση και θλίψη, απέραντη ευτυχία και ερημιά. Είχα αφήσει πίσω μου το κορίτσι που ήμουν κάποτε. Είδα τον εαυτό μου βρέφος στην αγκαλιά της μητέρας μου κι έριξα ένα φευγαλέο βλέμμα στο θάνατό μου. Έκλαψα, χωρίς να ξέρω αν χαιρόμουν ή θρηνούσα. Οι μητέρες μου και οι μητέρες τους ήταν μαζί μου καθώς κρατούσα το μωρό μου. (σελ. 327)


Πρώτη φορά έβλεπα ανθρώπους να νιώθουν τόσο άνετα με τον εαυτό τους και ο ένας με τον άλλο, και αναρωτιόμουν πως συνέβαινε αυτό. Ίσως επειδή δεν υπήρχαν αφεντικά ή φρουροί στη φελούκα, ούτε καν γραφείς. Μόνο τεχνίτες με τις οικογένειες τους, που γύριζαν στο σπίτι τους. (σελ. 382)


Ζήτησα να μου φέρουν δροσερό νερό για να πλύνω το πρόσωπο της μητέρας, φρέσκο άχυρο, άνθη λωτού για να φρεσκάρω τον αέρα του δωματίου και πέντε θεραπενίδες, που συγκεντρώθηκαν γύρω από την κυρία τους για να την ενθαρρύνουν. Μερικές φορές είναι ευκολότερο για τους φτωχούς, σκέφτηκα. Ακόμα και εκείνοι που δεν έχουν οικογένεια ζουν τόσο κοντά στους γείτονές τους που οι φωνές μιας μητέρας που γεννά τραβούν τις άλλες γυναίκες σαν τις χήνες, που ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του αρχηγού του σμήνους όταν πετούν. Οι πλούσιες όμως περιβάλλονται από θεραπενίδες που φοβούνται πολύ τις κυρίες τους για να τους συμπεριφερθούν σαν αδελφές. (σελ. 407)


Την στιγμή πριν περάσω στην άλλη μεριά, ήξερα πως οι ιερείς και οι μάγοι της Αιγύπτου ήταν ηλίθιοι και τσαρλατάνοι που υπόσχονταν να παρατείνουν τις ομορφιές της ζωής πέρα από τον κόσμο που μας δίνεται. Ο θάνατος δεν είναι εχθρός, μα το θεμέλιο της ευγνωμοσύνης και της συμπόνοιας, και τέχνη. Απ' όλες τις απολαύσεις της ζωής, μόνο η αγάπη δεν χρωστά τίποτα στο θάνατο. (σελ. 457)


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ-Ο Βασιλιάς Ερρίκος ο Ε'


Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, "Ο Βασιλιάς Ερρίκος ο Ε'", μετάφραση Βασίλη Ρώτα, εκδόσεις Επικαιρότητα

Έχεις το δίκιο και τα μέσα και την δύναμη. (σελ. 29)

Αλλ' αν σε μικροσφάλματα, που κάνει η μέθη,
δεν κλείνουμε τα μάτια, πόσο θα 'πρεπε
να τα γουρλώνουμε, όταν βγαίνουνε μπροστά μας
εγκλήματα μεγάλα, καλομασημένα,
καλοκαταπιωμένα, καλοχωνεμένα; (σελ. 47-48)

Ποιο χαλινάρι δύναται να συγκρατήσει
τη λυσσασμένη ασέλγεια, όταν πάρει τον κατήφορο;
Του κάκου τους ξεφρενιασμένους μας στρατιώτες
θα τους προστάζουμε να πάψει η λεηλασία.
Γι' αυτό πολίτες του Αρφλέρ, να λυπηθείτε
την πόλη σας και τους κατοίκους, όσο ακόμα
με πειθαρχία τους στρατιώτες μου υποτάζω,
κι όσο το αγέρι δροσερό της καλοσύνης
και μετριοπάθειας σκορπάει τα βρώμικα
και μολυσμένα σύννεφα της αρπαγής,
του άνομου φόνου και της χτηνωδίας. Αν όχι,
τότε σε λίγο ετοιμαστείτε για να ιδείτε
τον αιμοβόρο και στραβό στρατιώτη
να βάζει τα βρωμόχερά του στα σγουρά
των κοριτσιών σας που στριγγά θα ξεφωνίζουν,
τους πατεράδες σας να σέρνονται από τα ψαρά τους γένια,
τα σεβαστά κεφάλια τους να σπάζονται στους τοίχους,
στις λόγχες καρφωμένα τα γυμνά σας βρέφη,
ενώ τρελές μανάδες με ουρλιαχτό και σκούσμα
θα σκίζουνε τα σύννεφα, καθώς Εβραίες
μπροστά στου Ηρώδη τους μαυρόψυχους φονιάδες. (σελ. 72-73)

Γιατί όταν η καλοσύνη και η σκληράδα παίζουν ένα βασίλειο, ο μαλακότερος παίχτης κερδίζει. (σελ. 84)

Όμορφη και πεντάμορφη μου Κατερίνα,
μάθε σ' έναν στρατιώτη λόγια που τρυπώνουν
σε μιας κυρίας τ' αφτί και πρόθυμα μιλάνε
για την αγάπη του στην όμορφη καρδιά της. (σελ. 148)

Παρηγοριά μου είναι πως τα γερατειά, που χαλούν την ομορφιά, δε μπορούν να χειροτερέψουν τη φάτσα μου, με παίρνεις, αν με πάρεις, στη χειρότερή μου κατάσταση, και θα με υποφέρεις, όλο και καλύτερα-και γι' αυτό, πες μου όμορφη Κατερίνα: με θέλεις; (σελ. 153)