Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Μάριος Χάκκας Ο ΜΠΙΝΤΕΣ


Μάριος Χάκκας, Ο ΜΠΙΝΤΕΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ [η νεοελληνική λογοτεχνία εικονογρφημένη, ζωγραφιές ΤΑΚΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ, επιλογή κειμένων ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ]

Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. [σελ.5]
Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. [σελ.11]
Πάντως, μ` αυτά και μ` αυτά, βρέθηκα μ` όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε. [σελ.16-17]
Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη. [σελ. 19]
Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ` έχωνε η γυναίκα στη σκάφη και έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι. [σελ. 22]
Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νοιώθω ευχάριστα σε τούτο τον χώρο, όλα τ` απαραίτητα είδη υγιεινής και φυσικά και μπιντέ. [σελ. 28- 30 ]
Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα; [σελ. 36]
Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ` τ` αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. Έστησα αυτί και κατάλαβα. [σελ. 41-42]

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Φ. Ντοστογιέβσκη-Έγκλημα και Τιμωρία (Τόμος 2ος)


Φ. Ντοστογιεβσκη, «Έγκλημα και Τιμωρία», μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβάστης, τόμος 2ος

…Μ’ αρέσει ν’ ακούω να λένε ψέματα! Τα ψέμα είναι το μόνο προνόμιο των ανθρώπων απέναντι στους άλλους οργανισμούς. Αν δεν πεις ψέματα ποτέ δεν θα φτάσεις στην αλήθεια! Αν είμαι άνθρωπος είναι γιατί λέω ψέματα. Σε καμιά αλήθεια δεν έφτασε ποτέ κανείς προτού πει ψέματα δεκατέσσερις φορές ίσως κ’ εκατόν δεκατέσσερις κι αυτό είναι και τιμητικό θάλεγα, όμως εμείς ούτε ψέματα δεν ξέρουμε να πούμε με πρωτοτυπία! Πεσ’ μου ψέματα, μα με τον δικό σου το προσωπικό τρόπο και τότε εγώ θα σε φιλήσω. Το να πεις ένα ψέμα δικό σου είναι, μπορώ να ισχυριστώ, προτιμότερο απ’ το να πεις μια κλεμένη αλήθεια. Στην πρώτη περίπτωση είσαι άνθρωπος, στη δεύτερη όμως ένας παπαγάλος. (σελ. 10)

Εδώ αδερφέ μου υπάρχει η αρχή του πουπουλένιου στρώματος. Εχ! Και δεν είναι μονάχα πουπουλένιο! Εδώ είναι κάτι ελκυστικό. Εδώ είναι το τέλος του κόσμου, είναι άγκυρα, απάνεμο λιμάνι, ομφαλός της γης, είναι ο κόσμος στηριγμένος επί τριών ιχθύων, είναι το άρωμα απ’ τις τηγανίτες, τα χορταστικά τσουρέκια, το βραδυνό σαμοβάρι, τα ήσυχα αναστενάγματα, οι ζεστές παντούφλες, οι βολικές ντορμέζες-με δυο λόγια σάμπως νάχεις πεθάνει και ταυτόχρονα να ζεις, και τα δυο κέρδη μονοκοπανιάς! Ε, αδερφέ μου, παραμίλησα σήμερα, ώρα να κοιμηθούμε! (σελ. 18)

Ενάμιση χρόνο τον ξέρω τον Ρόντια: Είναι πάντα σκυθρωπός, συνοφρυωμένος και περήφανος. Τον τελευταίο καιρό (μπορεί και από πολύ πριν) έγινε φιλύποπτος κ’ υποχονντριακός. Είναι μεγαλόψυχος και καλόκαρδος. Δεν του αρέσει να εκφράζει τα συναισθήματά του και προτιμάει να φανεί σκληρός παρά ν’ ανοίξει την καρδιά του. Για να λέμε την αλήθεια, πολλές φορές δεν είναι καθόλου υποχοντριακός μόνο ψυχρός και αδιάφορος μέχρι απανθωπίας-λες και συναλλάζονται μέσα του δυο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες. Μερικές φορές είναι τρομερά λιγομίλητος! Όλο βιάζεται, όλο και κάτι του φταίει, κι όμως μένει ξαπλωμένος και δεν κάνει τίποτα. Δεν ειρωνεύεται, όχι πως του λείπει το χιούμορ, μα σα να μην του περισσεύει καιρός γι’ αυτά τα μικροπράματα. Δεν ακούει με προσοχή αυτά που του λένε. Ποτέ δεν ενδιαφέρεται με κείνο που σε μια δεδομένη στιγμή ενδιαφέρονται όλοι οι άλλοι. Εχτιμάει υπερβολικά τον εαυτό του και νομίζω πως έχει κάποιο δικαίωμα να σκέφτεται έτσι. Τι άλλο να σας πω;…Νομίζω πως ο ερχομός σας θάχει σωτήρια επίδραση απάνω του. (σελ. 23)

«Λέει ψέματα» σκεφτόταν αυτός από μέσα του, δαγκώνοντας τα νύχια απ’ το θυμό του. «Είναι περήφανη! Δε θέλει να ομολογήσει πως της αρέσει να κάνει ευεργεσίες (υπεροψία) ω, ταπεινοί χαρακτήρες! Κι όταν αγαπάν ακόμα, είναι σα να μισούν…ω, πόσο τους μισώ όλους!» (σελ. 39-40)

…Δε βαρυέσαι! Είχα πάει κι άλλοτε στο εξωτερικό και πάντοτε ένιωσα σιχασιά. Κι όχι πως είταν τίποτα σιχαμερά, μα να…βραδιάζει, έχεις μπροστά σου τον κόλπο της Νάπολης, είναι η θάλασσα…κοιτάς και σε πιάνει μελαγχολία. Το πιο σιχαμερό είναι που πραγματικά σε πιάνει μια νοσταλγία, μ’ όλο που δεν ξέρεις γιατί ακριβώς! Όχι, στην πατρίδα μας είναι καλλίτερα: Εδώ τουλάχιστο κατηγορείς όλους τους άλλους και βγάζεις τον εαυτό σου λάδι. (σελ.90-91)

Η Σόνια δεν μπορούσε να διαβάσει άλλο, έκλεισε το βιβλίο και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα της.
-Αυτό είναι όλο για την ανάσταση του Λαζάρου, ψιθύρισε αυστηρά κι απότομα και γυρίζοντας αλλού το πρόσωπό της στάθηκε ακίνητη, μην τολμώντας να σηκώσει τα μάτια της και να τον κοιτάξει. Έτρεμε ακόμα σα νάχε πυρετό. Το κερί στο λιγδωμένο κηροπήγιο έφτανε στο τέλος του και τρεμόσβηνε, φωτίζοντας αχνά μέσα σε κείνο το φτωχικό δωμάτιο το φονιά και την πόρνη που είχαν διαβάσει μ’ έναν τόσο παράξενο τρόπο το αιώνιο βιβλίο. Περάσανε πέντε λεπτά, ίσως και περισσότερα. (σελ. 131-132)

Τι να κάνεις; Πρέπει να ξεκόψεις μια για πάντα, αυτό είναι όλο! Και να δεχθείς το μαρτύριο! Τι; Δεν καταλαβαίνεις; Αργότερα θα καταλάβεις…Ελευθερία και εξουσία, εξουσία το σπουδαιότερο! Εξουσία πάνω σ’ όλα τα «τρέμοντα καθάρματα» και πάνω σ’ όλη τη μυρμηγκοφωλιά τους. Να ο σκοπός! Να το θυμάσαι αυτό! Αυτή είναι η συμβουλή μου για σένα! Ίσως να μιλάω για τελευταία φορά μαζί σου. Αν δεν έρθω αύριο, τότε θα τα μάθεις όλα και τότε θυμήσου αυτά τα λόγια μου. Και κάποτε, ύστερ’ από χρόνια, με την πείρα της ζωής, ίσως να καταλάβεις τι σημαίνανε. Αν πάλι έρθω αύριο, θα σου πω ποιος σκότωσε τη Λιζαβέτα! Αντίο! (σελ.133)

-Θα σας πω κάτι για τον εαυτό μου, πατερούλη μου Ροντιόν Ρομάνοβιτς, έτσι για να σας εξηγήσω, ας πούμε, το χαραχτήρα μου, συνέχισε στριφογυρίζοντας στο δωμάτιο ο Πορφύρης Πετρόβιτς και, όπως και πρώτα, σα ν’ απόφευγε να συναντήσει το βλέμα του επισκέπτη του.- Είμαι ξέρετε ανύπαντρος άνθρωπος, δεν έχω πολλές παρέες, ούτε σχέσεις, είμαι ένας άγνωστος και επί πλέον ξοφλημένος άνθρωπος…που πέρασαν πια τα νιάτα του και …και… τόχετε τάχα παρατηρήσει, Ροντιόν Ρομάνοβιτς, πως εδώ σε μας, δηλαδή εδώ στη Ρωσία και πολύ περισσότερο στους κύκλους της Πετρούπολης, όταν τύχει και συναντηθούν δυο έξυπνοι άνθρωποι όχι και τόσο πολύ γνώριμοι, μα-πώς να το πω- δυο άνθρωποι τέλος που εχτιμάει ο ένας τον άλλο, όπως καλή ώρα εμείς οι δυο…αν λοιπόν συναντηθούν δυο τέτοιοι άνθρωποι, τόχετε παρατηρήσει πως μπορεί να περάσει μισή ολόκληρη ώρα και να μην έχουν βρει ακόμα θέμα συνομιλίας-και κάθονται λοιπόν σαν κούτσουρα ο ένας απέναντι στον άλλο, και βρίσκονται κ’ οι δυο σε αμηχανία; Όλοι έχουν ένα θέμα συνομιλίας, οι κυρίες λόγου χάρη…οι άνθρωποι των σαλονιών οι αριστοκράτες πάντα έχουνε κάτι να πουν, c’ est de rigueur, μα ο μέσος άνθρωπος σαν και μας είναι πάντα ντροπαλός και λιγομίλητος…ο διανοούμενος εννοείται. Γιατί αν συμβαίνει άραγε κάτι τέτιο, πατερούλη; Μήπως δεν υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα ή μήπως είμαστε πολύ τίμιοι και δε θέλουμε να αλληλοκοροϊδευόμαστε; Ε, τι λέτε και σεις; Μα αφήστε λοιπόν το κασκετάκι σας-έτσι όπως το κρατάτε είναι σα να ετοιμάζεστε να φύγετε, και με φέρνετε στ’ αλήθεια σε δύσκολη θέση…Ενώ απεναντίας χάρηκα τόσο πολύ… (σελ. 139)

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Φ. Ντοστογιέβσκη-Έγκλημα και Τιμωρία(Τόμος 1ος)


Φ. Ντοστογιέβσκη, «Έγκλημα και Τιμωρία», μετάφραση Άρης Άλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστης

Μπήκαν στην αυλή κι ανέβηκαν στο τέταρτο πάτωμα. Όσο ανεβαίνανε, η σκάλα γινόταν όλο και πιο σκοτεινή. Η ώρα είταν έντεκα πάνω κάτω και, αν τέτοια εποχή οι νύχτες στην Πετρούπολη είναι σχεδόν λευκές, στο πάνω μέρος της σκάλας το σκοτάδι είταν πυκνό. (σελ. 27)

-Το καημένο το κορίτσι!-είπε κοιτάζοντας την άδεια γωνιά του πάγκου.-Θα ξυπνήσει, θα κλάψει, ύστερα θα τα μάθει η μητέρα… Στην αρχή θα τη δείρει, κ’ ύστερα θα τη χτυπήσει με βέργες, έτσι που να πονέσει και να ταπεινωθεί. Ίσως να τη διώξει απ’ το σπίτι…Κι αν δεν τη διώξει, θα το μυριστούνε οι Ντάριες Φράντσοβνες και θ’ αρχίσει να βολοδέρνει το κορίτσι μου δω και κει…Ύστερα το νοσοκομείο (αυτό συμβαίνει πάντα με κείνες που ζουν μαζί με πολύ τίμιες μητέρες και κάνουν αταξίες στα κρυφά) ε, και ύστερα, ύστερα πάλι το νοσοκομείο κρασί, ταβέρνες και ξανά νοσοκομείο σε κάνα δυο χρόνια, σακάτισα, και θάναι δεκαοχτώ ή το πολύ δεκαενιά χρονών όλο και όλο… Σάμπως πρώτη μου φορά βλέπω κάτι τέτιες; Και πως γίνανε. Μα όλες τους έτσι γίνανε. Φτου! Και δεν πα να γίνανε! Λένε πως έτσι πρέπει να γίνεται. Ένα ποσοστό απ’ αυτές λένε, πρέπει να φεύγει κάθε χρόνο κάπου στο διάβολο, σίγουρα, για να φρεσκάρουν οι άλλοι, και να μην τους γίνεται εμπόδιο. Ποσοστό. Υπέροχες αλήθεια αυτές οι λέξεις: Είναι τόσο παρηγορητικές, τόσο επιστημονικές. Σου λένε: Ποσοστό…Που θα πει, πως δεν υπάρχει πια λόγος να χαλάς τη ζαχαρένια σου. Ε, βέβαια, αν είταν άλλη λέξη, τότε θάχες ίσως λόγους ν’ ανησυχήσεις… Και τι θα γίνει αν κ’ η Ντουνέτσκα πέσει κατά κάποιον τρόπο στο ποσοστό! Αυτή ή μια άλλη! (σελ. 52-53)

Ο Ρασκόλνικοβ είχε να περάσει απ’ το σπίτι του πάνω από τέσσερις μήνες τώρα, κι ο Ραζουμίχιν ούτε ήξερε καν την διεύθυσή του. Μια φορά μονάχα, εδώ και δυο μήνες, είχαν συναντηθεί τυχαία στο δρόμο, μα ο Ρασκόλνικοβ γύρισε αλλού το κεφάλι του και πέρασε μάλιστα στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να μην τον δει ο άλλος. Κι ο Ραζουμίχιν, μ’ όλο που τον είδε, πέρασε και δεν τον φώναξε, μη θέλοντας να ενοχλήσει το φίλο του. (σελ. 54)

Στις παθολογικές καταστάσεις τα όνειρα ξεχωρίζουν συνήθως για τη διαύγειά τους, την υπερβολή και τη μεγάλη ομοιότητα τους με την πραγματικότητα. Συναρμολογείται καμιά φορά ένας πίνακας τερατώδης, μα το περιβάλλον κι όλη η πορεία των γεγονότων είναι ταυτόχρονα τόσο πιθανά, και υπάρχουν τόσο λεπτές, αναπάντεχες, μα καλλιτεχνικά συνεπείς στην όλη εικόνα λεπτομέρειες, που δε θα μπορούσε να τις σοφιστεί ποτέ στον ξύπνο του αυτός ο ίδιος που βλέπει το όνειρα, έστω κι αν είναι καλλιτέχνης, σαν τον Πούσκιν ή τον Τουργκένιεβ. Τα τέτια όνειρα, όνειρα παθολογικά, τα θυμάται κανείς πάντοτε πολύν καιρό, και προκαλούν εντύπωση στον ξεχαρβαλωμένο και εξημένο κιόλας άνθρώπινο οργανισμό. (σελ. 56)

-…Θεέ μου, ας τελειώνανε πια όλ’ αυτά!» Έκανε να ριχτεί στα γόνατα να προσευχηθεί, μα έβαλε αμέσως τα γέλια-δεν κορόϊδευε την προσευχή, μα τον εαυτό του…(σελ. 92)

-Σας απαγορεύω να φωνάζετε!
-Δεν φωνάζω καθόλου, μιλάω πολύ κανονικά. Εσείς μου βάλατε τις φωνές, όμως εγώ είμαι φοιτητής και δεν επιτρέπω σε κανέναν να μου βάζει τις φωνές.
Ο βοηθός κόρωσε τόσο πολύ, που για μια στιγμή δεν μπορούσε να προφέρει τίποτα και μόνο λίγο σάλιο πιτσίλισε τα μουστάκια του. Πετάχτηκε όρθιος.
-Κάντε μου τη χάρη να σωπάσετε! Ξέρετε σε ποιον μιλάτε; Δεν επιτρέπω αυθάδειες κύριε!
-Κι εσείς; Ξέρετε σε ποιον μιλάτε;-ξεφώνισε ο Ρασκόλνικοβ-κ’ εχτός που φωνάζετε, καπνίζετε κιόλας, που θα πει πως μας γράφετε όλους στα παλιά σας παπούτσια.
Σαν τόπε αυτό ο Ρασκόλνικοβ, ένιωσε μιαν ανέκφραστη αγαλίαση.
Ο γραμματέας τονέ κοίταζε χαμογελώντας. Ο ευέξαπτος υπαστυνόμος είταν φανερά ταραγμένος. (σελ. 96)

…Ο Ζαμέτοβ είναι εξαίρετος άνθρωπος.
-Λαδώνεται όμως.
-Ε, ας λαδώνεται, το ίδιο μου κάνει! Και τι μ’ αυτό! Φώναξε ξαφνικά ο Ραζουμίχιν, που θύμωσε κάπως αφύσικα.
-Μήπως τάχα σου τον παίνεσα που λαδώνεται; Είπα μονάχα πως στο είδος του είναι καλός! Μ’ αν εξετάσεις τον καθένα απ’ όλες τις μεριές, θα τους βρεις όλους σκάρτους, όλους, ως τον τελευταίο! Μάλιστα είμαι βέβαιος πως σε μια τέτια περίπτωση δε θάδινε κανείς ούτε μια ψητή κρεμύδα για την αρχοντομουτσουνάρα μου, για όλον όπως είμαι, μαζί με τα εντόσθια, κι ακόμα αν παίρνανε και σένα για συμπλήρωμα. (σελ. 130)

-Γιατί ξέρεις ποιο είναι αυτό που με δαιμονίζει περισσότερο απ’ όλα. Όχι πως λένε ψέματα, το ψέμα πάντα μπορείς να το συχωρέσεις. Το ψέμα είναι πάντα καλό, γιατί οδηγεί στην αλήθεια. Όχι, αυτό που με δαιμονίζει είναι που λένε ψέματα κ’ ύστερα τα προσκυνάνε κιόλας…(σελ. 132)

«Να πάω λοιπόν, γιατί όχι;» σκεφτόταν ο Ρασκόλνικοβ σταματώντας καταμεσίς στο δρόμο, στη γωνιά, και κοιτάζοντας γύρω του, σα να περίμενε από κάποιον μια τελική συμβουλή. Μα κανένας δεν απάντησε από πουθενά, όλα είταν έρημα και νεκρά σαν τις πέτρες που πατούσε, γι αυτόνε νεκρά, γι αυτόνε μόνο…(σελ. 170)

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Μισέλ Τουρνιέ-Παρασκευάς ή στις μονές του Ειρηνικού


Μισέλ Τουρνιέ, «Παρασκευάς ή στις μονές τους Ειρηνικού», μετάφραση Χρήστος Λάζος, εκδόσεις Εξάντας

Έβαλε να μαζέψουν μερικά πανιά και διέταξε τον τιμονιέρη ν’ αφήσει το καράβι να το πηγαίνει ο καιρός. Από κείνη τη στιγμή θα έλεγες πως η φουρτούνα χάρηκε για την υποταγή της Βιργινίας. Την άφηνε να κυλάει μαλακά, χωρίς τραντάγματα, πάνω στη μανιασμένη θάλασσα, που ξαφνικά φαινόταν να αδιαφορεί για το καράβι. Αφού έβαλε να μαζέψουν προσεκτικά όλα τα κουβούσια, ο Βαν Ντέυσελ μάζεψε το πλήρωμα στον κουραδόρο-έξω από έναν άνδρα και τον Τεν, τον σκύλο του καραβιού, που θα έκαναν την πρώτη βάρδια. Ύστερα κλείστηκε στην καμπίνα του, έχοντας γύρω του όλες τις παρηγοριές της ολανδέζικης φιλοσοφίας, μια νταμιζάνα τζιν, τυρί με κύμινο, γαλέτες από σίκαλη, μια τσαγιέρα βαριά σαν κοτρώνα, καπνό και πίπα. (σελ. 11)

Καθώς ο φόβος προστέθηκε στην υπερβολική κούραση, μια αιφνίδια οργή πλημμύρησε τον Ροβινσώνα. Σήκωσε το ρόπαλό του και το κατέβασε μ’ όλη του τη δύναμη ανάμεσα στα κέρατα του τράγου. Ακούστηκε ένα υπόκωφο τρίξιμο, το ζώο έπεσε στα γόνατα κι έπειτα σωριάστηκε στη γη με το πλευρό. Ήταν το πρώτο ζωντανό που ο Ροβινσώνας είχε συναντήσει στο νησί. Και το είχε σκοτώσει. (σελ. 17)

Τούτη η κλεψύδρα ήταν για τον Ροβινσώνα η πηγή μιας τεράστιας ανακούφισης. Όταν άκουγε-την ημέρα ή την νύχτα- το ρυθμικό ήχο από τις σταγόνες που έπεφταν μέσα στη λεκάνη, ένιωθε με περηφάνια πως ο χρόνος δεν κυλούσε πια ερήμην του σε μια σκοτεινή άβυσσο, αλλά πως από εκείνη τη στιγμή είχε ρυθμιστεί, είχε υποταχθεί, με δυο λόγια είχε κι αυτος εξημερωθεί, όπως σιγά-σιγά θα εξημερώνοταν κι ολόκληρο το νησί από τη δύναμη της ψυχής ενός μόνον ανθρώπου. (σελ. 66)

Ο ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ Η ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ΤΗΝ 1000ΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
ΑΡΘΡΟΝ ΙΙΙ- Όστις εμόλυνεν την νήσον δια των περιττωμάτων του θα τιμωρείται δια μονοήμερου νηστείας.
Σχόλιο-Νέα επεξήγηση της αρχής της λεπτής αντιστοιχίας ανάμεσα στο σφάλμα και στην ποινή.
ΑΡΘΡΟΝ ΙΥ…(σελ. 72-73)

Και ξαφνικά κάτι άστραψε μέσα του. Το υποκείμενο αποσπάται από το αντικείμενο απογυμνώνοντάς το από ένα μέρος του χρώματος και του βάρους του. Κάτι έσπασε μέσα στον κόσμο και μια ολόκληρη επιφάνεια των πραγμάτων καταρρέει και γίνεται εγώ. Κάθε αντικείμενο υποβαθμίζεται κι επωφελείται αντίστοιχα ένα υποκείμενο. Το φως γίνεται μάτι, και δεν υπάρχει πια καθ’ εαυτό: δεν είναι πια παρά ένα ερέθισμα του αμφιβληστροειδούς. Η μυρωδιά γίνεται ρουθούνι-κι ο κόσμος αποκαλύπτεται άοσμος. Η μουσική του ανέμου ανασκευάζεται: δεν ήταν παρά μια δόνηση του τυμπάνου. Στο τέλος ολόκληρος ο κόσμος απορροφάται από την ψυχή μου, που είναι η ίδια η ξεριζωμένη από το νησί ψυχή της Σπεράντζας που με τη σειρά της πεθαίνει κάτω από το βλέμμα μου, βλέμμα σκεπτικιστή. (σελ. 96)

Βάζοντας σε κίνδυνο την ψυχή μου, την ζωή μου και την ακεραιότητα της Σπεράντζας, εξερεύνησα τους δρόμους της μητέρας γης. Ίσως αργότερα, όταν τα γηρατειά θα έχουν κάνει το κορμί μου στείρο και θα έχουν ξεράνει τον ανδρισμό μου, θα κατέβω στην κυψελίδα για τελευταία φορά. Και δεν θα ξανανέβω πια. Έτσι θα δώσω στο κουφάρι μου τον πιο τρυφερό, τον πιο μητρικό τάφο. (σελ. 112)

Πόσο στενά έσμιγαν η ζωή και ο θάνατος, με πόση σοφία είχαν συγχωνευτεί σ’ αυτό το στοιχειώδες επίπεδο! Το πέος του, σαν υνί έσκαψε το χώμα και χύθηκε εκεί με απέραντη συμπόνια για όλα τα πλάσματα της δημιουργίας. Παράδοξες σπορές, κατ’ εικόνα και ομοίωση του μεγάλου ερημίτη του Ειρηνικού! Εδώ κείται τώρα, αποκαμωμένος, αυτός που παντρεύτηκε τη γη και νομίζει- μικρός φοβητσιάρης βάτραχος κολλημένος στο δέρμα της γήινης σφαίρας- πως γυρίζει μαζί της με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε χώρους άπειρους. (σελ. 123)

Μια ολόκληρη ζωή σκεφτόταν τα μυστήρια της δημιουργίας. Μου εξηγούσε πως η ζωή έγινε ένας κονιορτός άπειρων ατόμων, που λίγο ως πολύ ήσαν διαφορετικά το ένα από το άλλο, για να έχουν έναν εξίσου άπειρο αριθμό πιθανοτήτων να επιβιώσουν μέσα στην αστάθεια του περιβάλλοντος…Κατά την γνώμη του, η αναγκαιότητα της αναπαραγωγής, δηλαδή το πέρασμα από ένα άτομο σε ένα άλλο πιο νέο, ήταν αποτέλεσμα του πλήθους των ατόμων, κι επέμενε στην ανάγκη να θυσιάζεται το άτομο στο είδος, πράγμα που γίνεται πάντα, μυστικά, κατά την πράξη της τεκνοποιίας. Έτσι η σεξουαλικότητα ήταν, όπως έλεγε, η ζωντανή απειλητική και θανάσιμη παρουσία του είδους μέσα στο άτομο. Η τεκνοποιία φέρνει στο φως την επόμενη γενιά που, αθώα αλλά αδυσώπητα, ωθεί την προηγούμενη προς τον εκμηδενισμό. Μόλις οι γονείς πάψουν να είναι απαραίτητοι, αρχίζουν να γίνονται βάρος. Το παιδί πετάει τους γεννήτορές του στα σκουπίδια, με την ίδια φυσικότητα που δέχτηκε από αυτούς όλα όσα χρειαζόταν για να μεγαλώσει. Κατά συνέπεια το ένστιχτο που κάνει τα δυο φύλα να κλίνουν το ένα προς το άλλο είναι ένα ένστιχτο θανάτου. Επιπλέον είναι αλήθεια ότι η φύση θεώρησε πως έπρεπε να κρύψει το παιχνίδι της-που ωστόσο παραμένει διαφανές. Φαινομενικά οι εραστές επιδιώκουν μια εγωιστική απόλαυση, ενώ την ίδια στιγμή περπατούν το δρόμο της πιο τρελής άρνησης του εαυτού τους. (σελ. 127-128)

Ο Παρασκευάς δεν μπορούσε να συλλάβει το γεγονός ότι ήταν δυνατό να σκοτώσει κανείς ένα ζώο με διαφορετικό τρόπο, είχε την επικίνδυνα ρομαντική αντίληψη πως αυτό δεν μπορούσε να συμβεί παρά ύστερα από μια καταδίωξη και μια πάλη που έδινε και στο ζώο κάποιες δυνατότητες. (σελ. 161)

Στο τέλος, καθώς ο μεγαλόπρεπος και πικρός λόγος του Εκκλησιαστή έβγαινε πετώντας από τα χείλη μου, όλα μέσα μου καταλάγιασαν. Ω, βιβλίο των βιβλίων, πόσες ώρες γαλήνης σου χρωστάω! Να διαβάζεις τη Βίβλο είναι σαν ν’ ανεβαίνεις στην κορφή ενός βουνού απ’ όπου αγκαλιάζεις μ’ ένα σου βλέμμα όλο το νησί και την ωκεάνια απεραντοσύνη που το κυκλώνει. Τότε όλες οι μικρότητες της ζωής σαρώνονται, η ψυχή ξεδιπλώνει τις μεγάλες φτερούγες της και μετεωρίζεται, μην αναγνωρίζοντας πλέον παρά μόνον τα αιώνια και θεία πράγματα. (σελ. 163)

Σε καμιά εικοσαριά βήματα από την είσοδο της σπηλιάς, έχει κατασκευάσει ένα είδος ξαπλώστρας με σακιά και βαρέλια. Θρονιάζεται εκεί με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, και ρουφάει βαθιά από το κεράτινο επιστόμιο της πίπας. Έπειτα τα χείλη του αφήνουν ένα δίχτυ καπνού που χωρίζεται στα δυο και γλιστράει χωρίς καμιά απώλεια μέσα στα ρουθούνια του. Τότε ο καπνός εκπληρώνει την ύψιστη λειτουργία του: γεμίζει τα πνευμόνια και τα ευαισθητοποιεί, κάνει συνειδητό και φωτεινό αυτόν τον κρυμμένο μέσα στο στήθος του χώρο, που είναι ότι πιο αέρινο και πνευματικό υπάρχει μέσα του. Τέλος εξωθεί μαλακά το γαλάζιο σύννεφο που τον κατοικούσε. (σελ. 179)

Όμως η κυκλικότητα του χρόνου ήταν πάντα το μυστικό των θεών, κι η σύντομη ζωή μου ήταν για μένα ένα ευθύγραμμο τμήμα που οι δυο άκρες του σκόπευαν χωρίς νόημα το άπειρο, ακριβώς όπως σ’ έναν κήπο που το μέγεθός του είναι μερικές δρασκελιές δεν υπάρχει τίποτα που να φανερώνει τη σφαιρικότητα της γης. (σελ. 214)

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Marguerite Yourcenar, "Αδριανού Απομνημονεύματα"

Marguerite Yourcenar, "Αδριανού Απομνημονεύματα", μετάφραση Ιωάννα Δ.Χατζηνικολή. Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς αυτοκράτορας μπροστά σ' ένα γιατρό, όπως είναι δύσκολο να διατηρήσει και την ανθρώπινη ιδιότητά του. (σελ. 11).

Η λαϊκή παράδοση δε γελάστηκε, όταν έβλεπε πάντα στον έρωτα μια μορφή μύησης, ένα από τα σημεία συνάντησης του μυστικού με το ιερό. (σελ. 22).

Δεν μ' αρέσει να πιστεύει ένα πλάσμα ότι μπορεί να προεξοφλεί τις επιθυμίες μου, να τις προβλέπει, να προσαρμόζεται μηχανικά σ' αυτό που υποθέτει ως εκλογή μου. (σελ. 25).

Η αλήθεια που σκοπεύω να εκθέσω εδώ, δεν είναι ιδιαίτερα σκανδαλώδης, ή δεν είναι πέρα από το σημείο όπου κάθε αλήθεια αποτελεί και ένα σκάνδαλο. Δεν περιμένω από τα δέκα επτά χρόνια σου να καταλάβουν κάτι απ' όλα αυτά. Παρ' όλα αυτά, επιμένω να σε μορφώσω, να σε κλωνίσω επίσης. Οι παιδαγωγοί σου, που σου τους διάλεξα μόνος μου, σου έχουν δώσει αυτήν την αυστηρή, την προσεγμένη, την ίσως πολύ προστατευμένη μόρφωση από την οποία τελικά περιμένω ένα μεγάλο καλό για σένα τον ίδιο και για το Κράτος. Εδλω σου προσφέρω, σαν μια επανόρθωση, μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από προμελευημένες ιδέες και αφηρημένες αρχές, φτιαγμένη από την εμπειρία ενός μόνου ανθρώπου, που είμαι εγώ.. Αγνοώ σε ποιά συμπεράσματα θα με παρασύρει αυτή η αφήγηση. Βασίζομαι πάνω σε αυτή την επιθεώρηση των γεγονότων για να προσδιοριστώ, να κριθώ ίσως, ή να γνωρίσω τουλάχιστον καλύτερα τον εαυτό μου προτού πεθάνω.
Σαν όλο τον κόσμο, δεν έχω στην διάθεσή μου παρά τρία μέσα για ν' αποτιμήσω την ανθρώπινη ύπαρξη: τη μελέτη του εαυτού μου, που είναι η πιο δύσκολη, η πιο επικίνδυνη αλλά και η πιο γόνιμη από τις μεθόδους, την παρατήρηση των άλλων, που τις περισσότερες φορές καταφέρνουν να μας κρύψουν τα μυστικά τους, ή να μας κάνουν να πιστέψουμε πως έχουνε, και τα βιβλία με τις ειδικά λανθασμένες προοπτικές που μας ανοίγουν μέσα από τις γραμμές τους. Διάβασα όλα σχεδόν όσα έγραψαν οι ιστορικοί μας, και οι ποιητές μας, αν και αυτοί οι τελευταίοι έχουν τη φήμη ελαφρών, και ίσως τους χρωστάω περισσότερες πληροφορίες απ' όσες συνέλεξα μόνο μου στις αρκετά ποικίλες καταστάσεις της ίδιας μου της ζωής. Ο γραπτός λόγος μ' έμαθε ν' ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μέθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μου φώτισε τα βιβλία. (σελ. 31-32).

[...] όλα όσα θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε για να βλάψουμε τους ομοίους μας ή για να τους εξυπηρετήσουμε γίνανε, έστω και για μια μόνο φορά, από κάποιον Έλληνα. Το ίδιο και με τις προσωπικές μας επιλογές: από τον κυνισμό ως τον ιδεαλισμό, από το σκεπτικισμό του Πύρρωνα ως τα ιερά όνειρα του Πυθαγόρα, οι αρνήσεις μας ή οι αποδοχές μας έχουν ξαναγίνει. Οι διαστροφές μας και οι αρετές μας έχουν ελληνικά πρότυπα. Τίποτα δεν φτάνει την ομορφιά μιας αναθηματικής ή μιας επικήδειας λατινικής επιγραφής. Αυτά τα λίγα λόγια, τα σκαμμένα πάνω στην πέτρα, συνοψίζουν με μιαν απρόσωπη μεγαλοπρέπεια όλα όσα έχει ανάγκη να μάθει ο κόσμος για μας. Λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου. Ο επιτάφιος μου θα χαραχτεί στα λατινικά στον τοίχο του μαυσωλείου μου στις όχθες του Τίβερη, αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει. (σελ. 48).

Και λίγοι είναι αυτοί που δεν μπορούν να διδαχτούνε τίποτε σωστά. Το μεγάλο λάθος μας είναι πως προσπαθούμε ν' αποσπάσουμε από τον καθένα αρετές που δεν έχει. (σελ. 54).

Όσο για μένα, αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία. (σελ. 55).

Όταν έχει κανείς δίκαιο πάρα πολύ νωρίς, έχει άδικο. (σελ. 105).

Έμποροι σχολίαζαν τα νέα μας στην ανταύγεια της θράκας που έψηναν το φαϊ τους, και κάθε πρωί ξαναφόρτωναν την πραμμάτειά τους για αν μεταφέρουνε σε άγνωστες χώρες μερικές σκέψεις μας, μερικές λέξεις μας, συνήθειες αποκλειστικά δικές μας που θα κυρίευαν, σιγά σιγά, τη σφαίρα, πολύ πιο σταθερά από τις εκστρατείες των λεγεώνων μας. (σελ. 118).

Όταν τα ανθρώπινα πλάσματα παραξενεύονται που κάποιος αυτοκράτορας δεν είναι ανόητα άπονος, φαντασμένος ή σκληρός, ομολογούν τη χειρότερη αδυναμία τους. (σελ. 127).

Προσβάλλουμε τους άλλους, όταν περιφρονούμε τις χαρές τους. Αν το θέαμα μ' αποκαρδίωνε, η προσπάθειά μου να το αντέξω ήταν για μένα μια άσκηση πιο πολύτιμη από τη μελέτη του Επίκτητου. (σελ. 129).

Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες. Θα καταφέρουν είτε να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο σε μιαν ηλίθια ικανοποιημένη από τον εαυτό της μηχανή, που θα πιστεύεται ελεύθερη τη στιγμή ακριβώς που θα υποτάσσεται, είτε θα του αναπτύξουν, αποκλειστικά με την άνεση και την ηδονή, μια τόσο παράφρονη κλίση προς την εργασία, όσο είναι και το πάθος των βαρβάρων για τον πόλεμο. (σελ. 140).

Από τη στιγμή που άρχισε να μετράει στη ζωή μου, η τέχνη έπαψε νάναι πολυτέλεια και έγινε καταφύγιο, μορφή αγωγής. (σελ. 158).

Μέσα σ' ένα κόσμο στον οποίο θα βασιλεύει η τάξη, να έχουν οι φιλόσφοι τη θέση τους και οι χορευτές τη δική τους. Αυτό το ιδανικό, ταπεινό σε τελευταλια ανάλυση, θα το αγγίζαμε αρκετά συχνά, αν οι άνθρωποι αφιερώνανε στην υπηρεσία του ένα μέρος από την ενέργεια που ξοδεύουν σε ηλίθια ή άγρια έργα. (σελ. 161).

Σε κάθε άνθρωπο, στη σύντομη ζωή του, ανήκει το αίώνιο δικαίωμα της επιλογής ανάμεσα στην ακούραστη ελπίδα και στη σοφή απουσία της, στα θαύματα του χάους και της σταθερότητας, ανάμεσα στον Τιτάνα και στον Ολύμπιο. Να επιλέξει ανάμεσά τους, ή να φθάσει μια μέρα να τα ταιριάξει το ένα με το άλλο. (σελ. 163).

Πάλεψα, όσο μπορούσα, για να τονώσω μέσα στον άνθρωπο το συναίσθημα του Θεού χωρίς ωστόσο να θυσιάσω σ' αυτό τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ευτυχία μου, ήταν η πληρωμή μου. (σελ. 194).

Όσο πήγαινε, αισθανόμουν πιο έντονα την απόλυτη ανάγκη να συγκεντρώσω και να διατηρήσω τα αρχαία κείμενα, ν' αναθέσω σ' ευσυνείδητους γραφιάδες να κάνουν καινούργια αντίγραφα. Αυτήν την όμορφη αποστολή δεν τη θεωρούσα καθόλου λιγότερο επείγουσα από τη βοήθεια προς τους απόμαχους ή τη συμπαράσταση προς τις πολύτεκνες και φτωχές οικογένειες. Αναλογιζόμουν πως μερικοί πόλεμοι, η αθλιότητα που τους ακολουθεί, μια περίοδος χυδαιότητας και αγριότητας κάτω από μερικούς κακούς πρίγκηπες, θα ήτανε αρκετοί για να χαθούνε για πάντα οι σκέψεις που φτάσανε ως εμάς μ ' αυτά τα λεπτεπίλεπτα αντικείμενα, τα φτιαγμένα από ίνες και μελάνη. Πιστεύω πως κάθε άνθρωπος που είχε λίγο πολύ την τύχη να επωφεληθεί απ' αυτήν την κληρονομιά του πολιτισμού, έχει την υποχρέωση να την προστατεύει για το ανθρώπινο γένος. (σελ. 252-253).

Οι ερασιτέχνες της ομορφιάς, που είχαν συρρεύσει πριν από μένα σε τούτη την πόλη, είχαν περιοριστεί να θαυμάζουνε τα μνημεία δίχως να τους ανησυχεί η αθλιότητα των κατοίκων της που αύξανε σταθερά. Έκανα ό,τι μπορούσα για να πολλαπλασιάσω τους πόρους αυτής της φτωχής γης. (σελ. 262).

Έβλεπα να ξαναγυρνάνε οι άγριοι κώδικες, οι ανελέητοι θεοί, ο αδιαφιλονίκητος δεσποτισμός των βαρβάρων πριγκήπων. Έβλεπα τον κόσμο να κομματιάζεται σε εχθρικά κράτη, αιώνια στις άρπαγες της ανασφάλειας. Άλλοι σκοποί, που θα τους απειλούσαν άλλα βέλη, θα περιπολούσαν μελλοντικές πολιτείες. Το βλακώδες, αναίσχυντο και απάνθρωπο παιχνίδι θα συνεχιζόταν, και, γερνώντας το γένος, αναμφίβολα, θα πρόσθετε κι άλλα ραφιναρίσματα τρόμου σ' αυτό. Σε σύγκριση, η εποχή μας που είμαι σε θέση να γνωρίζω καλύτερα απ' οποιονδήποτε άλλον τις ανεπάρκειες και τα ελαττώματά της, ίσως κάποτε θεωρηθεί σαν ένας από του χρυσούς αιώνες της ανθρωπότητας. (σελ. 283).

Ήξερα καλά ότι αυτή η μιρή κοιλάδα, η φυτεμένη ελιές, δεν ήταν τα Τέμπη, αλλά έφθανα στην ηλικία όπου κάθε ωραίο μέρος μας θυμίζει κάποιο άλλο, πιο ωραίο, όπου σε κάθε απόλαυση προστίθεται η ανάμνηση κάποιας περασμένης απόλαυσης. Δέχθηκα να παραδοθώ σε αυτή τη νοσταλγία, που είναι η μελαγχολία της επιθυμίας. (σελ. 294).

Υπήρχε υπερβολή μέσα σ' όλα αυτά, αλλά η υπερβολή είναι μια αρετή στα δεκαεπτά χρόνια. (σελ. 312).

Υπάρχουν περισσότερες από μια σοφίες και είναι όλες αναγκαίες στον κόσμο. Δεν είναι κακό να εναλλάσσονται. (σελ. 314).

Η ψυχή μου, αν έχω μια, είναι πλασμένη από την ίδια ουσία με τα φαντάσματα. (σελ. 334).

Το μέλλον του κόσμου δεν με ανησυχεί πια. Δεν προσπαθώ πια να υπολογίσω με αγωνία τη μακρόχρονη ή όχι διάρκεια της ρωμαϊκής ειρήνης. Αφήνω τους θεούς να τα κανονίσουνε. Όχι γιατί απέκτησα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη τους, που δεν είναι η δική μας, ή περισσότερη πίστη στη σοφία των ανθρώπων. Το αντίθετο αληθεύει. Η ζωή είναι απαίσια. Το γνωρίζουμε. Αλλά ακριβώς γιατί δεν περιμένω πολλά από την ανθρώπινη φύση, οι λίγες πρόοδοι, οι προσπάθειες για μια νέα αρχή, μια συνέχεια, μου φαίνονται σαν θαύματα που σχεδόν μ΄αποζημιώνουνε για την τεράστια μάζα των δεινών, των αποτυχιών, της αδιαφορίας και της πλάνης. Οι καταστροφές και τα ερείπια θάρθουν. Η αταξία θα θριαμβεύσει, αλλά από καιρό σε καιρό και η τάξη. Η ειρήνη θα στεριώσει και πάλι ανάμεσα σε δυο περιόδους πολέμου. Οι λέξεις ελευθερία, ανθρωπιά, δικαιοσύνη, θα ξαναβρισκουν εδώ και κεί το νόημα που επιχειρήσαμε να τους δώσουμε. Τα βιβλία μας, δεν θα χαθούν όλα. Θα επισκευάσουμε τα ραγισμένα αγάλαμτά μας. Άλλοι τρούλλοι και άλλα αετώματα θα γεννηθούν από τους τρούλλους και τ' αετώματά μας. Μερικοί άνθρωποι θα σκεφτούν, θα αισθανθούν σαν και μας. Τολμώ να βασίζομαι σ' αυτούς τους συνεχιστές, τους σπαρμένους σ' ακανόνιστα διαστήματα κατά μήκος των αιώνων, πάνω σ' αυτή τη διακεκομμένη αθανασία. Αν οι βάρβαροι γίνουν κάποτε κύριοι της αυτοκρατορίας του κόσμου, θ' αναγκαστούνε να υιοθετήσουν ωρισμένες μεθόδους μας. Θα καταλήξουν να μας μοιάσουν. (σελ. 338-339).

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Μίλαν Κούντερα-Συνάντηση


Μίλαν Κούντερα, "Συνάντηση", μετάφραση Γιάννης Χάρης, εκδόσεις "βιβλιοπωλείον της Εστίας"

Μιλώντας για τον Μπέκετ ο Μπέικον λέει: "Στην ζωγραφική κρατάμε πάντα ένα σωρό συνήθειες, δεν ξεσκαρτάρουμε ποτέ αρκετά..." Ένα σωρό συνήθειες θα πει: όλα όσα δεν είναι επινόηση του ζωγράφου, προσωπική συμβολή, πρωτοτυπία, όλα όσα είναι κληρονομιά, ρουτίνα, παραγέμισμα, λεπτοδουλειά που θεωρείται επιβεβλημένη τεχνική. Ότι είναι λόγου χάρη στη μορφή της σονάτας (ακόμα και στους σημαντικότερους, στον Μότσαρτ και στον Μπετόβεν) όλες οι γέφυρες (που συχνά είναι πολύ συμβατικές) ανάμεσα σε δυο θέματα. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι σύγχρονοι καλλιτέχνες έχουν την πρόθεση να καταργήσουν αυτά τα "παραγεμίσματα¨, να καταργήσουν όλα όσα οφείλονται σε συνήθειες, όλα όσα τους εμποδίζουν να προσεγγίσουν, άμεσα και αποκλειστικά, το ουσιώδες (το ουσιώδες: αυτό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης, και μόνο αυτός, μπορεί να πει.)
(σελ. 22)

Το να είσαι μοντέρνος την εποχή που ο μεγάλος μοντερνισμός κλείνει πίσω του την πόρτα είναι εντελώς διαφορετικό απ’ το να είσαι μοντέρνος την εποχή του Πικάσο. Ο Μπέικον στέκει απομονωμένος («δεν υπάρχει απολύτως κανένας για να πεις δυο κουβέντες»), απομονωμένος και από την πλευρά του παρελθόντος και από την πλευρά του μέλλοντος. (σελ. 25)

Όταν ζει κανείς στο τέλος ενός πολιτισμού (όπως το ζουν ή πιστεύουν ότι το ζουν ο Μπέκετ και ο Μπέικον), η ύστατη βίαιη αντιπαράθεση δεν είναι η αντιπαράθεση με την κοινωνία, με το κράτος, με την πολιτική, αλλά με την σωματική, υλική υπόσταση του ανθρώπου। (σελ. 26)

… ο Μαλντορόρ διαπιστώνει κατάπληκτος μια μέρα ότι οι άνθρωποι γελούν. Αλλά καθώς δεν καταλαβαίνει το νόημα αυτής της περίεργης γκριμάτσας κι ωστόσο θέλει να είναι σαν τους άλλους, παίρνει ένα σουγιά και χαράζει τις άκρες των χειλιών του. (σελ. 35)

Α, έχω δει πολλά ψυχομαχητά…εδώ…εκεί…παντού…αλλά επ’ ουδενί τόσο ωραία, διακριτικά…πιστά…το ενοχλητικό στο ψυχομαχητό των ανθρώπων είναι οι φανφάρες…όπως και να το κάνουμε ο άνθρωπος παίζει πάντα θέατρο… κι ο πιο απλός…» (εδώ ο συγγραφέας μεταφέρει λόγια του Σελίν)(σελ. 37)

Παλιά η Ιστορία προχωρούσε πολύ πιο αργά από την ανθρώπινη ζωή, σήμερα όμως προχωράει πιο γρήγορα, τρέχει, ξεφεύγει απ’ τον άνθρωπο, τόσο που κινδυνεύει να διαρραγεί η συνέχεια και η ταυτότητα της ζωής Έτσι ο μυθιστοριογράφος αισθάνεται την ανάγκη να διατηρήσει, πλάι στον δικό μας τρόπο ζωής, την ανάμνηση του συνεσταλμένου, μισοξεχασμένου τρόπου ζωής των προγενεστέρων μας (σελ. 41)

Ευτυχώς τα διάβασα χωρίς να ξέρω τι θα διαβάσω, και μου συνέβη ότι καλύτερο μπορεί να συμβεί σ’ έναν αναγνώστη, μου άρεσε αυτό που εκ πεποιθήσεως (ή εκ φύσεως) δεν έπρεπε να μου αρέσει। (σελ. 110)

Γιατί κάθε λαός που αναζητά τον εαυτό του αναρωτιέται που βρίσκεται το ενδιάμεσο σκαλοπάτι ανάμεσα στο σπίτι του και στον κόσμο, που βρίσκεται, ανάμεσα στο εθνικό πλαίσιο και στο παγκόσμιο, αυτό που αποκαλώ εγώ μεσαίο πλαίσιο. (σελ. 115)

Το εγκαταλειμμένο φεγγάρι κατέβηκε στους πίνακες του Μπρελέρ. Αλλά αυτοί που δεν το βλέπουν πια στον ουρανό δεν θα το δουν ούτε και στους πίνακες. Είσαι μόνος Ερνέστ. Μόνος σαν την Μαρτινίκα στη μέση των νερών. Μόνος σαν τη λαγνεία του Ντεπέστρ μέσα στο μοναστήρι του κομμουνισμού. Μόνος σαν πίνακας του Βαν Γκόγκ κάτω απ’ το ηλίθιο βλέμμα των τουριστών. Μόνος σαν το φεγγάρι που δεν το βλέπει κανένας. (σελ. 124-125)
Ξαφνικά, μπροστά σε αυτόν τον λαμπερό νεαρό, στη Γαλλία των αρχών της δεκαετίας του ’80, δοκιμάζω για πρώτη φορά μια αίσθηση που δεν την είχα γνωρίσει ποτέ στην Τσεχοσλοβακία, ούτε τα χειρότερα σταλινικά χρόνια: την αίσθηση πως βρίσκομαι στην εποχή της μετα-τέχνης, σ’ έναν κόσμο όπου η τέχνη εξαφανίζεται, γιατί εξαφανίζεται η ανάγκη για τέχνη, η ευαισθησία, η αγάπη για την τέχνη. (σελ. 178)

…απ’ την στιγμή που ο νικητής χάραξε τα οριστικά και απαραβίαστα σύνορα των κρατών, δεν θα έχουν πια θέση οι σφαγές ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη, «τώρα πια οι πόλεμος βρισκόταν στο τέλος του, και ξεκινούσε η σφαγή, εκείνη η τρομερή σφαγή ανάμεσα στους Ιταλούς», τα μίση αποσύρονται στο εσωτερικό των εθνών, αλλά ακόμα κι εκεί η μάχη αλλάζει νόημα: στόχος του αγώνα δεν είναι πια το μέλλον, το προσεχές πολιτικό σύστημα (ο νικητής έχει ήδη αποφασίσει σαν τι θα μοιάζει το μέλλον), αλλά το παρελθόν, η καινούργια ευρωπαϊκή μάχη θα δοθεί στο πεδίο της μνήμης. (σελ. 211)

…απέναντι στους ζωντανούς οι νεκροί έχουν συντριπτική αριθμητική υπεροχή, όχι μόνο οι νεκροί του τέλους του πολέμου, αλλά όλοι οι νεκροί όλων των εποχών, οι νεκροί του παρελθόντος, οι νεκροί του μέλλοντος, σίγουροι για την υπεροχή τους, μας χλευάζουν, χλευάζουν αυτήνν την νησίδα του χρόνου όπου ζούμε εμείς, αυτόν τον απειροελάχιστο χρόνο της καινούργιας Ευρώπης της οποίας μας δίνουν να καταλάβουμε όλη την ασημαντότητα, όλη την παροδικότητα…(σελ. 214)
Αφιερωμένη η εγγραφή στον QwfwqN

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Φαίδων Ταμβακάκης-Ευμορφία


Φαίδων Ταμβακάκης, «Ευμορφία-(σαν) Ρομάντσο (του παλιού καιρού), εξώφυλλο Αλέξης Κυριτσόπουλος, εκδόσεις «Εστία»

Αδιαφορούσα για την ίδια την συζήτηση. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μπορούσα να πειστώ για κάτι. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να μη φανώ ανόητος. (σελ. 23)

Με στενοχώρησε η αδυναμία μου να τους μοιάσω. Δεν υποκρίνονταν ή, αν υποκρίνονταν, είχαν πια γίνει ένα με τους ρόλους τους. Στέκονταν αγέρωχες και επιβλητικές. Ο κόσμος, έκθαμβος, ήταν έτοιμος να τις λατρέψει αν του έδιναν σημασία και να τις μισήσει αν συνέχιζαν να τον περιφρονούν. Τι δυναμικό δημιουργικότητας είχαν άραγε αποθηκευμένο; Τελικά ανακάλυπτα, κάπως αφηρημένα, την μεγαλοφυΐα τους. (σελ. 42)

Τίποτα δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι, Δημήτρη. Στους άλλους μιλάμε σαν θεραπεία, όχι για να μας καταλάβουν. (σελ. 54)

Σε άλλη συνοικία το πιθανότερο θα ήταν να μας έδερναν οι συμμορίες των αλητών. Είναι το μοναδικό τους όπλο απέναντι στο ωραίο. Ταυτόχρονα είναι και η απόδειξη της βλακείας τους. Υπάρχουν κινήσεις που μπορούν με τα λεφτά τους να ασπαστούν. Μια κίνηση ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ατομικότητας κοστίζει πολύ ακριβά. (σελ. 64)

Οι πελάτες του ήταν η διακόσμηση του, μια θεατρική διακόσμηση. Στην είσοδο στεκόταν ένας πορτιέρης και διάλεγε ποιους θα αφήσει να περάσουν. Όλα αυτά τα χρώματα, ο εξωτισμός, η πρωτοτυπία, μου συγκράτησαν το ενδιαφέρον για αρκετή ώρα. Τόση εσωστρέφεια ήταν ικανή να σε τρομάξει. Ο καθένας χόρευε μόνος, έπινε μόνος και διασκέδαζε μόνος. Η ατμόσφαιρα ήταν άδεια από συναίσθημα. Και αυτό με τρόμαξε στην αρχή. Αργότερα με έκανε να νοιώθω πιο άνετα. Χορέψαμε και ήπιαμε ως τις πρώτες ώρες της νέας ημέρας. (σελ. 65)

Οι πίνακες αυτοί φαίνεται ότι αρέσουν μόνο σε νέους. Ο πατέρας μου τους χαρακτήριζε μανιερίστικους και ψεύτικους. Ο πατέρας μου έζησε στον πόλεμο, κι εκεί έχασε το χιούμορ του. (σελ. 68)

Ένα καλοκαιρινό πρωινό, μια τσιγγάνα είχε προτείνει να μας πει τον καφέ. Την είχαμε πληρώσει για να διασκεδάσουμε με την γραφικότητά και την επινοητικότητά της. Αφού τελείωσε μας είχε βάλει σε σκέψεις τέτοιες που δεν επέτρεπαν διασκέδαση. Με μια μόνο ματιά στο φλιτζάνι και πολλά χρόνια πείρας είχε αντιστρέψει τις θέσεις του γελωτοποιού και του θεατή. Η υγρασία ξύπνησε το νευρικό μου σύστημα, τέντωσε το δέρμα και αναχώρησα. (σελ. 83)

-Είμαι σίγουρος ότι με αγαπούσε. Με αγαπούσε με το αθώο πάθος που της χάριζε η ηλικία της. -Όλες οι γυναίκες αγαπούν. Είναι το άλλοθι τους για να απολαμβάνουν τον έρωτα. Πάντως μου αρέσει όταν υπερβάλλεις για τις γυναίκες. Φαντάζομαι τους άνδρες στην εποχή μου να κάνουν το ίδιο για μένα και κολακεύομαι. Είναι χάρισμα η κολακεία, το χάρισμα για το οποίο σας αφήνουμε πότε πότε να κυβερνάτε…(σελ. 161-162)

-Ηχούν όλα υπέροχα.
-Μόνο αυτό έχει να πες; Θεία Ευγενία, νόμιζα ότι θα με βοηθούσες να απαντήσω σε μερικά ερωτήματα, καθοριστικά για την ζωή μου.
-Μα δεν σου αρκεί το να ηχούν όμορφα; (σελ। 163

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Χέρμαν Μπροχ-Οι υπνοβάτες



Χέρμαν Μπροχ, "Οι υπνοβάτες Ι Πάσενοβ ή ο Ρομαντισμός" μετάφραση Κώστας Κουντούρης, εκδόσεις Μέδουσα

Και επειδή αυτό που χαρακτηρίζει πάντα τον Ρομαντισμό είναι η ανύψωση του εγκοσμίου στη θέση του Απολύτου, ο κατ’ εξοχήν ρομαντισμός της εποχής μας είναι αυτός της στρατιωτικής στολής, ο οποίος ταυτοχρόνως είναι σαν να υπαινίσσεται ότι υπάρχει μια υπερκόσμια και υπερχρονική ιδέα της στολής, ιδέα που βεβαίως δεν υπάρχει, αλλά εν τούτοις είναι τόσο ισχυρή, ώστε κυριεύει τους ανθρώπους με πολύ περισσότερη δύναμη απ’ όση θα ήταν δυνατόν να ασκήσει οποιοδήποτε εγκόσμιο επάγγελμα, και η ιδέα αυτή αν και ανυπόστατη είναι ωστόσο τόσο σθεναρή, ώστε κάνει αυτόν που φοράει στολή να διακατέχεται απ’ αυτήν, όχι όμως με την πολιτική έννοια της λέξης, ίσως ακριβώς γιατί ο άνθρωπος που φοράει στολή είναι διαποτισμένος από την συνείδηση ότι έτσι εκπληρώνει τον χαρακτηριστικό τρόπο ζωής της εποχής του, εξασφαλίζοντας ταυτοχρόνως και τη σιγουριά της ίδιας του της ζωής. (σελ. 38-39)

Η στολή είναι κατά κάποιον τρόπο ένα άκαμπτο προστατευτικό κέλυφος με το οποίο ο κόσμος και το άτομο αφορίζονται με σαφήνεια και αυστηρότητα και διαφοροποιούνται, και μάλιστα η πραγματική αποστολή της στολής είναι να εκδηλώνει και να καθορίζει την εγκόσμια τάξη και να καταργεί την σύγχυση και τη ρευστότητα της ζωής, έτσι όπως κρύβει την απαλότητα και τη ρευστότητα του ανθρώπινου σώματος, έτσι όπως καλύπτει τα εσώρουχα και το δέρμα, κι αυτός είναι ο λόγος που όποιος φυλάει σκοπιά πρέπει να φοράει πάντα άσπρα γάντια. (σελ. 39)

… ήταν σαν ένας από τους στύλους του οικοδομήματος της ζωής να είχε αποσαρθρωθεί και παρόλο που τα πάντα έστεκαν στην παλιά τους θέση, γιατί τα διάφορα τμήματα αλληλοστηρίζονταν, εκείνος ένοιωθε ακαθόριστα την επιθυμία να δει ακόμη και τον θόλο αυτού του ετοιμόρροπου κτιρίου να σωριάζεται και να θάβει κάτω απ’ τα ερείπιά του όλους αυτούς που γλιστρούσαν προς την διαφθορά και την παρακμή, ταυτοχρόνως όμως αισθανόταν ενδόμυχα να αυξάνει ο φόβος, ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε όντως, κι έτσι η επιθυμία του για σταθερότητα, σιγουριά και γαλήνη γίνοταν όλο και περισσότερο έντονη. (σελ. 54)

Ο μόνος που μιλούσε για τον νεκρό ήταν ο πάστορας, που τώρα τους επισκεπτόταν καθημερινά και συχνά έμενε το βράδυ να δειπνήσει μαζί τους, αυτά που έλεγε όμως ήταν αφελείς επαγγελματικές κοινοτυπίες, κανένας δεν τον πρόσεχε και ο μόνος που έμοιαζε να τον ακούει ήταν ο κύριος φον Πάσενοβ, γιατί πολλές φορές κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά και φαινόταν να θέλει κάτι να πει, κάτι βγαλμένο απ’ την καρδιά του, τις περισσότερες φορές όμως απλώς επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια του πάστορα κουνώντας το κεφάλι του σαν να συμφωνούσε, όπως: «Ναι, ναι, πάστορα, σκληρά δοκιμαζόμενοι γονείς.» (σελ. 72-73)

Ο Μπέρτραντ είπε: «Και δεχόμαστε ατάραχοι, δυο άνθρωποι, και οι δυο βεβαίως έντιμοι-γιατί αλλιώς ο αδελφός σας δεν θα είχε μονομαχήσει-να στέκουν ένα πρωί αντιμέτωποι και να πυροβολούν ο ένας τον άλλο. Τι είδους συναισθηματικές συμβάσεις τους έχουν καθηλώσει για να κάνουν κάτι τέτοιο και πόσο μας έχουν καθηλώσει και εμάς για να το ανεχόμαστε! Το συναίσθημα χαρακτηρίζεται απ’ την αδράνεια και γι’ αυτό είναι τόσο ασύλληπτα απάνθρωπο. Ο κόσμος κυριαρχείται από ένα είδος συναισθηματικής αδράνειας.» (σελ. 83)

Όχι, δεν ήταν δειλός και δεν θα δίσταζε να σταθεί ατάραχος μπροστά στο πιστόλι του αντιπάλου του ή να αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης του προαιώνιους εχθρούς, τους Γάλλους: οι κίνδυνοι όμως της πολιτικής ζωής ήταν πολύ πιο παράξενοι και σκοτεινοί και ασύλληπτοι. Εκεί δεν υπήρχε καμιά τάξη, καμιά ιεραρχία, καμιά πειθαρχία-αγνοούσαν ακόμη και τι σήμαινε να είσαι ακριβής. (σελ. 92)

Και σίγουρα θα δημιουργούνταν ένας μικρός καυγάς, αν το καναρίνι, που αδιαφορούσε για τα πάντα, δεν είχε υψώσει μέσα απ’ το κλουβί του το λεπτό χρυσαφένιο νήμα της φωνής του…(σελ. 115)

Ο Γιόαχιμ δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί, τι είναι αυτό που κάνει μια γυναίκα επιθυμητή, όμως δεν βρήκε απάντηση: το πρόβλημα παρέμενε άλυτο και συγκεχυμένο. (σελ. 153)

Καθώς κοιτούσε τώρα το πρόσωπό της, διαπίστωσε πως θα ήταν δυσάρεστο να τοποθετήσει κανείς μες στο σπίτι του ένα κομμάτι τοπίου: αχ, αυτή ήταν η ανάμνηση που φοβόταν, ήταν το μεσημέρι κάτω απ’ τα φθινοπωρινά δένδρα, ήταν αυτή η φευγαλέα εικόνα που για χάρη της είχε σχεδόν επιθυμήσει ο Βαρώνος να καθυστερήσει να δώσει την συγκατάθεσή του. (σελ. 196-197)

Ο Γιόαχιμ στεκόταν αναποφάσιστος δίπλα στο κομοδίνο, ξαφνικά δεν μπορούσε πια να καταλάβει πως τα πράγματα αλλάζουν φύση και προορισμό: το κρεβάτι ήταν ένα όμορφο έπιπλο για να ξαπλώσεις και να κοιμηθείς, με την Ρουτσένα όμως γινόταν ένας τόπος πόθου και απερίγραπτης γλύκας, ενώ τώρα ήταν κάτι που δεν μπορούσες καν να το πλησιάσεις, κάτι που δεν μπορούσες καν να αγγίξεις το ξύλο του. Το ξύλο παραμένει πάντα ξύλο, όμως κανείς δεν θέλει να βάλει το χέρι του επάνω στο ξύλο του φέρετρου. (σελ. 218)

Ήταν ξαπλωμένοι ακίνητοι και κοιτούσαν το ταβάνι του δωματίου, όπου διαγραφόταν φωτεινές κιτρινωπές λουρίδες από τις σχισμές των πατζουριών, μοιάζοντας λίγο με τις θωρακικές πλευρές ενός σκελετού. Ύστερα ο Γιόαχιμ αποκοιμήθηκε και η Ελίζαμπετ, όταν το παρατήρησε, δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει. Κι ύστερα αποκοιμήθηκε κι αυτή. (σελ. 221)

Παρόλα αυτά μετά από δεκαοκτώ μήνες απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Έγινε κι αυτό. Το πώς όμως ακριβώς συντελέστηκε τελικά η πράξη δεν χρειάζεται να το αφηγηθούμε. Ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του αρκετά στοιχεία για την δομή των χαρακτήρων, ώστε μπορεί να φανταστεί τα υπόλοιπα μόνος του.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Το φεγγάρι και οι φωτιές


ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Το φεγγάρι και οι φωτιές Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005


Έτσι, αυτό το χωριό, όπου δεν γεννήθηκα, πίστευα για πολύ καιρό ότι ήταν όλος ο κόσμος. Τώρα που τον κόσμο τον είδα στ` αλήθεια και ξέρω πως είναι καμωμένος από πολλά μικρά χωριά, δεν ξέρω αν ως παιδί έκανα τόσο λάθος, τελικά. [σελ.13]

«Καντάδες δεν έκανα ποτέ» έλεγε. «Ένα κορίτσι, άμα είναι όμορφο, δεν γυρεύει μουσικές. Ψάχνει να βρει δικαίωση στα μάτια των φιλενάδων της, άντρα γυρεύει. Ποτέ δεν γνώρισα κορίτσι που να κατάλαβε τι πάει να πει παίζω μουσική…» [σελ. 20]

Για να μ` αφήσει να την αγγίξω – είχαμε πιάσει ένα δωμάτιο σ` ένα στενάκι του Όκλαντ –ήθελε να `ναι τύφλα στο μεθύσι. [σελ.23]

Είχα φτάσει στην άκρη του κόσμου, στην τελευταία ακτή, κι είχα μπουχτίσει. Τότε άρχισα να σκέφτομαι πως μπορούσα να ξαναπεράσω τα βουνά. [σελ.27]

Ανέκαθεν έβλεπα πως οι άνθρωποι , έτσι και τους δώσεις χρόνο, λένε στο τέλος αυθόρμητα ό,τι σκέφτονται. [σελ.30]

Κι όμως, εγώ στον κόσμο, αυτός σ` εκείνους τους λόφους, είχαμε γυρίσει και τριγυρίσει, χωρίς ποτέ να μπορέσουμε να πούμε: «Τούτα είναι τα κτήματά μου. Πάνω σε τούτο το πεζούλι θα γεράσω. Σ` αυτήν την κάμαρη θα πεθάνω». [σελ. 35]

Αλλά και σ` αυτόν, που δεν έκανε ποτέ του ρούπι, κάτι συνέβη, κάτι μοιραίο, εκείνη η ιδέα που είχε ότι τα πράγματα πρέπει να τα καταλαβαίνεις, να τα διορθώνεις, ότι ο κόσμος είναι στραβά φτιαγμένος και ότι όλοι έχουν συμφέρον να τον αλλάξουν. [σελ. 51]

Μπορούσα να εξηγήσω σε κάποιον πως αυτό που γύρευα ήταν μονάχα να δω κάτι που είχα ήδη δει; … Για μένα, εποχές είχαν περάσει, όχι χρόνια. [σελ.64]

Αφέθηκα να αιφνιδιαστώ - είχα μπαφιάσει να προνοώ και να τρέχω και ν` αρχίζω πάλι απ` την αρχή. [σελ.69]

Και να σκεφτεί κανείς πως, παιδί ακόμη, όταν μας πήγαινε η Βιρτζίλια στη λειτουργία, πίστευα πως η φωνή του παπά ήταν κάτι σαν βροντή, σαν τον ουρανό, σαν τις εποχές, πως χρησίμευε στα χωράφια, στις σοδειές, στην υγεία των ζωντανών και στους νεκρούς. Τώρα κατάλαβα πως οι νεκροί χρησίμευαν σ` εκείνον. Δεν πρέπει να γερνάει κανείς ούτε να γνωρίζει τον κόσμο. [σελ.80-81]

Το είχαν στο αίμα τους αυτό, ήταν φτιαγμένοι από χώμα κι έντονες πεθυμιές, τους άρεσε η αφθονία, σ` άλλον το κρασί, σ` άλλον το στάρι, το κρέας, σ` άλλον οι γυναίκες και το χρήμα. Ενώ ο παππούς ήταν άνθρωπος που σκάλιζε και δούλευε τη γη του, τα παιδιά είχαν αλλάξει και προτιμούσαν να γλεντάνε. [σελ. 98-99]

Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μιλάς μόνο για να μιλάς, για να λες «έκανα αυτό», «έκανα εκείνο», «έφαγα και ήπια», αλλά μιλάς για να σχηματίσεις μια ιδέα, για να καταλάβεις πως πορεύεται τούτος ο κόσμος. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. [σελ.108]

Εκείνα τα βράδια ήταν που μια φωτεινή κηλίδα, μια υπαίθρια φωτιά, καθώς την έβλεπα πάνω από τους μακρινούς λόφους, μ` έκανε να ξεφωνίζω και να κυλιέμαι καταγής, γιατί ήμουνα φτωχός, γιατί ήμουνα μικρός, γιατί ήμουν ένα τίποτα. [σελ.121]

Το ωραίο εκείνο τον καιρό ήταν ότι όλα γίνονταν στην εποχή τους, και κάθε εποχή είχε τις συνήθειες της και το παιχνίδι της, ανάλογα με τις δουλειές και τις σοδειές, με τη βροχή και την καλοκαιρία. [σελ. 125]

«Αυτά είναι βιβλία» απάντησε αυτός. «Διάβαζέ τα όσο μπορείς πιο πολύ. Πάντα φουκαράς θα μείνεις, αν δεν διαβάζεις βιβλία.» [σελ. 127]

Οι δυο θυγατέρες του σιορ Ματέο δεν έκαναν για μένα, ούτε και για τον Νούτο. Ήταν πλούσιες, υπερβολικά ωραίες, ψηλές. [σελ. 129]

Ωραία θα ήταν, σκεφτόμουν, να έμοιαζε ο γιος μου στον πατέρα μου, στον παππού μου, οπότε θα έβλεπα καταπρόσωπο ποιος είμαι επιτέλους. [σελ.135]

Του είπα πως δεν ήταν τόσο η Αμερική, όσο η οργή επειδή δεν ήμουν τίποτε, η μανία, όχι τόσο να πάω, όσο για να γυρίσω μια ωραία ημέρα, όταν όλοι θα με είχαν πια ξεγραμμένο. [σελ. 164]

Η μυρωδιά της φλαμουριάς και της γαζίας σήμαινε και για μένα κάτι, τώρα ήξερα τι ήταν μια γυναίκα, ήξερα γιατί η μουσική στους χορούς μου άνοιγε την όρεξη για σεργιάνι στο ύπαιθρο, όπως στα σκυλιά. [σελ. 176]

Κατά καιρούς μου μιλούσε έτσι, με το χαμόγελο της όμορφης, κι εκείνες τις στιγμές μου φαινόταν πως δεν ήμουν πια υπηρέτης. [σελ.186]

Εγώ σκεφτόμουν πως την επόμενη θα βρισκόμουν στη λεωφόρο Κόρσικα και αντιλαμβανόμουν εκείνη τη στιγμή πως και η θάλασσα έχει φλέβες, έχει τις γραμμώσεις των ρευμάτων, και πως από παιδί, κοιτάζοντας τα σύννεφα και το δρόμο των αστεριών, χωρίς να το ξέρω, είχα ήδη αρχίσει τα ταξίδια μου. [σελ. 195]

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Ζοζέ Σαραμάγκου- Το Τετράδιο


Ζοζέ Σαραμάγκου, «Το Τετράδιο» εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Αθηνά Ψυλλια

Δεν ξέρω ούτε φαντάζομαι, πόσοι άραγε συζυγικοί χωρισμοί έδωσαν το έναυσμα για την δημιουργία νέων βιβλιοθηκών χωρίς ζημιά για τις παλιές. Δυο ή τρεις περιπτώσεις, γιατί τόσες είναι αυτές που γνώρισα, δεν στάθηκαν αρκετές για να φέρουν την άνοιξη, ή , με λόγια πιο σαφή, δεν βελτίωσαν τόσο ούτε τα κέρδη του εκδότη, ούτε την δική μου αμοιβή από τα συγγραφικά δικαιώματα… Ακόμα χειρότερα, πως θα πρέπει να ενεργεί κανείς απέναντι σε συγκεκριμένες συμπεριφορές δημοσίου πλέον ενδιαφέροντος, όπως στην περίπτωση, δυστυχώς συχνή και απολύτως ανήθικη, να συνεχίζουν να ζουν στο ίδιο σπίτι, ίσως χωρίς να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, αλλά να χρησιμοποιούν την ίδια βιβλιοθήκη; Έχει χαθεί ο σεβασμός, έχει χαθεί το αίσθημα της ντροπής, ιδού ο ξεπεσμός στον οποίο έχουμε φτάσει. Κι ας μην πει κανείς πως φταίει η Γουόλ Στριτ: στις κωμωδίες της τηλεόρασης που αυτοί χρηματοδοτούν δεν υπάρχει βιβλίο. (σελ. 33-34)

Δεν ζούμε σε δημοκρατία, αλλά σε μια πλουτοκρατία που έπαψε να είναι τοπική και κοντινή για να καταστεί παγκόσμια και απροσπέλαστη…Με άλλα λόγια, πιο ξεκάθαρα, λέω πως οι λαοί δεν εκλέγουν τις κυβερνήσεις τους ώστε αυτές να του «οδηγήσουν» στην Αγορά, αλλά είναι η Αγορά που ρυθμίζει με όλους τους τρόπους τις κυβερνήσεις ώστε να «οδηγήσουν» τους λαούς σε αυτήν. Και αν μιλώ έτσι για την Αγορά, είναι γιατί σήμερα, και κάθε μέρα που περνά περισσότερο από ποτέ, είναι το κατεξοχήν όργανο της αυθεντικής, μοναδικής και αναντίρρητης εξουσίας, της παγκόσμιας οικονομικής εξουσίας, που δεν είναι δημοκρατική γιατί δεν την εξέλεξε ο λαός, που δεν είναι δημοκρατική γιατί δεν ασκείται από τον λαό, και που, τέλος, δεν είναι δημοκρατική γιατί δεν αποβλέπει στην ευτυχία του λαού. (σελ. 37-38)

«Η Αριστερά δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». (σελ. 41)

Όταν σ’ ένα περιβάλλον βυθισμένο σε απόλυτη σκοτεινότητα ανάβουμε ένα φως, το σκοτάδι εξαφανίζεται. Τότε συχνά αναρωτιόμαστε: «Που πήγε;» Και η απάντηση μπορεί να είναι μια και μόνη: «Δεν πήγε πουθενά, το σκοτάδι είναι απλώς η άλλη πλευρά του φωτός, η μυστική του όψη». Κρίμα που δεν μου το είχαν πει πρωτύτερα, όταν ήμουν παιδί. Σήμερα θα ήξερα τα πάντα για το σκοτάδι και το φως, για το φως και το σκοτάδι. (σελ. 47)

…η ιδέα της οικονομικής δημοκρατίας έδωσε την θέση της σε μια ξεδιάντροπα θριαμβευτική αγορά, παλεύοντας τελικά με μια σοβαρότατη κρίση στην χρηματοοικονομική της διάσταση, ενώ η ιδέα της πολιτισμικής δημοκρατίας αντικαταστάθηκε εντέλει από μια αποξενωτική βιομηχανική μαζικοποίηση των πολιτισμών. Δεν προοδεύουμε, οπισθοχωρούμε. Και θα γίνεται όλο και πιο παράλογο να μιλάμε για δημοκρατία αν επιμείνουμε στην παρεξήγηση να την ταυτίζουμε αποκλειστικά με τις ποσοτικές και μηχανικές της εκφράσεις, που ονομάζονται κόμματα, κοινοβούλια και κυβερνήσεις, χωρίς να δίνουμε σημασία στο πραγματικό περιεχόμενο και στη διαστρεβλωμένη και καταχρηστική χρήση που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων γίνεται της ψήφου που τις δικαιολόγησε και τις τοποθέτησε στη θέση που καταλαμβάνουν. (σελ. 48)

Ριγμένοι εδώ χωρίς να ξέρουμε γιατί, ούτε για τι, χρειάστηκε να τα επινοήσουμε όλα. Επινοήσαμε και το Θεό, αυτός όμως δεν βγήκε απ’ τα κεφάλια μας, έμεινε εκεί μέσα ως παράγοντας ζωής κάποιες φορές, ως εργαλείο θανάτου σχεδόν πάντα. Μπορούμε να πούμε «Να το αλέτρι που επινοήσαμε», δεν μπορούμε να πούμε « Να ο Θεός που επινόησε τον άνθρωπο που επινόησε το αλέτρι». Αυτό το Θεό δεν μπορούμε να τον ξεριζώσουμε απ’ τα κεφάλια μας, δεν το μπορούν καν οι άθεοι, μεταξύ των οποίων με συγκαταλέγω. Τουλάχιστον όμως ας τον αμφισβητήσουμε. Δεν ωφελεί πλέον να λέμε πως σκοτώνοντας στο όνομα του Θεού κάνουμε το Θεό δολοφόνο. Γι’ αυτούς που σκοτώνουν στο όνομα του Θεού, ο Θεός δεν είναι μόνο κριτής που θα τους απαλλάξει, είναι ο παντοδύναμος Πατέρας που μέσα στα κεφάλια τους μάζεψε παλιότερα τα ξύλα για την πυρά της Ιεράς Εξέτασης και τώρα ετοιμάζει και διατάζει να τοποθετήσουν την βόμβα. Ας αμφισβητήσουμε αυτή την επινόηση, ας λύσουμε αυτό το πρόβλημα, ας αναγνωρίσουμε έστω πως υπάρχει. Προτού τρελαθούμε όλοι. Κι έπειτα-ποιος ξέρει;- ίσως υπάρξει τρόπος ώστε να μη συνεχίσουμε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας. (σελ. 62-63)

Να ζήσω ή να πεθάνω είναι το ίδιο. Γιατί η ζωή, φυσικά, δεν βρίσκεται σ’ αυτό το μικρό σώμα…Αυτό που επιζεί μετά από μας, αυτό είναι η αθανασία…Είμαι εναντίον της συνταξιοδότησης η οποιουδήποτε είδους επιδότησης. Ζω χωρίς αυτήν. Το 2001 δεν εισέπραττα από πουθενά και είχα οικονομικά προβλήματα μέχρι που ο πρόεδρος Κιάμπι με έχρισε συγκλητικό. (Ρίτα Λέβι-Μονταλτσίνι) (σελ. 74)

Οι «νόμοι της αγοράς» οδήγησαν σε μια χαοτική κατάσταση που έφερε σε «ομηρία» δισεκατομμύρια δολάρια, με τέτοιον τρόπο ώστε, όπως αναφέρθηκε εύστοχα, «ιδιωτικοποιήθηκαν τα κέρδη και εθνικοποιήθηκαν οι ζημιές». Βρήκαν βοήθεια για τους ενόχους και όχι για τα θύματα. Αυτή είναι μια μοναδική ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσουμε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης. (σελ. 77)

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν ένας άνθρωπος όπως είμαστε όλοι μας. Είχε τις αρετές που ξέρουμε και , ασφαλώς, κάποια ελαττώματα που δεν μείωναν τις αρετές του. Είχε μια δουλειά να κάνει-και την έκανε. Πάλευε ενάντια στα ρεύματα του εθίμου, της συνήθειας και της προκατάληψης, βουτηγμένος μέσα τους μέχρι το λαιμό. Μέχρι που ήρθε μια τουφεκιά για να θυμίσει σ’ εμάς τους αφηρημένους, πως το χρώμα του δέρματος έχει πολύ μεγάλη σημασία. (σελ. 87)

Τι σημασία έχει άραγε το βουητό των μελισσών μέσα στην κυψέλη; Τους χρησιμεύει για να επικοινωνούν μεταξύ τους; Η είναι ένα απλό εφέ της φύσης, η συνέπεια και μόνο του να είναι κανείς ζωντανός, χωρίς προηγούμενη συνείδηση ούτε πρόθεση, όπως μια μηλιά δίνει μήλα χωρίς ν’ ανησυχήσει αν θα ‘ρθει κάποιος να τα φάει;…ο παππούς μου ο Ζερόνιμο, τις τελευταίες του ώρες, πήγε και αποχαιρέτησε τα δένδρα που είχε φυτέψει, αγκαλιάζοντας τα και κλαίγοντας γιατί ήξερε πως δεν θα τα έβλεπε ξανά. Είναι καλό μάθημα. Αγκαλιάζω λοιπόν τις λέξεις που έγραψα, τους εύχομαι μακροζωία και ξαναπιάνω το γραφτό στο σημείο όπου το είχα αφήσει. Δεν υπάρχει άλλη απάντηση. (σελ. 90)

Κι επίσης η ερώτηση που κανείς δεν θέλει να απαντήσει, παρότι ξέρουμε πως έχει απάντηση: μέχρι πότε θα ζούμε, ή θα ζουν οι φτωχότεροι στο έλεος της βροχής, του ανέμου, της ξηρασίας, όταν ξέρουμε πως όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν τη λύση τους σε μια ανθρώπινη οργάνωση της ύπαρξης; (σελ. 94)

«Μιλήστε σας παρακαλώ, πείτε μου τι είστε, σε τι χρησιμεύσατε, αν χρησιμεύσατε σε κάτι». Σωπαίνουν δεν απαντούν. Τι να κάνω λοιπόν; Η ανάκριση των λέξεων είναι το πεπρωμένο όσων γράφουν…(σελ.115)

Είναι πράγματι πιθανόν η πίστη να κινεί βουνά, δεν υπάρχει η πληροφορία ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί ποτέ, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα, δεδομένου ότι ο Θεός ουδέποτε θέλησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του με τέτοιου είδους γεωλογικές παρεμβάσεις. (σελ. 142)

Στην Ισπανία το «είμαι αλληλέγγυος» είναι μια φράση καθημερινή και κλίνεται ταυτόχρονα στους τρεις χρόνους: παρόν, παρελθόν και μέλλον. Η θύμηση της περασμένης αλληλεγγύης ενδυναμώνει την αλληλεγγύη που χρειάζεται το παρόν, κι οι δυο μαζί ετοιμάζουν τον δρόμο ώστε η αλληλεγγύη στο μέλλον να εμφανιστεί ξανά σε όλο της το μεγαλείο. (σελ. 161)