Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ιζαμπέλ Αλιέντε Αφροδίτη





Ιζαμπέλ Αλιέντε Αφροδίτη
μετάφραση από τα ισπανικά: Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδόσεισ Ωκεανίδα


«Η ανάσα της είναι σαν μέλι αρωματισμένο με γαρίφαλο. Το στόμα της, νόστιμο σαν ώριμο μάνγκο. Το φιλί στην επιδερμίδα της είναι σαν να γεύεσαι λωτό. Η κοιλότητα του αφαλού της κρύβει μια ποικιλία από μπαχαρικά. Τις ηδονές που βρίσκονται παρακάτω, η γλώσσα τις γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να τις πει. Σργκαρακαρίκα, Κουμαρανταντάτα (12ος αιώνας)»  (σελ: 7)
                Εισαγωγή
«Τα πενήντα είναι σαν την τελευταία ώρα του απογεύματος, όταν ο ήλιος έχει δύσει και έχεις από τη φύση διάθεση για στοχασμό.»(σελ: 9)

«Μετανιώνω για τις δίαιτες, τα νόστιμα φαγητά που έκανα πέρα από φιλαρέσκεια, τόσο όσο λυπάμαι για τις ευκαιρίες να κάνω έρωτα που άφησα να περάσουν, απασχολημένη με εκκρεμότητες ή από πουριτανισμό. Τριγυρίζοντας στους κήπους της μνήμης, ανακαλύπτω πως οι αναμνήσεις μου είναι συνδεμένες με τις αισθήσεις.»(σελ: 10)

«Η Παρασκευή θεωρείται πως είναι η ημέρα της γυναίκας, οι άλλες έξι ανήκουν στον άντρα.»(σελ: 12)

«Η λαιμαργία οδηγεί κατευθείαν στη λαγνεία και αν προχωρήσει λίγο παραπέρα, στην απώλεια της ψυχής.»(σελ: 13)

«…εγώ μεγάλωσα ανάμεσα σε καθολικούς και μπορώ να καταβροχθίσω όσες νοστιμιές επιθυμώ χωρίς να σκέφτομαι την κόλαση, αλλά μόνο την περιφέρειά μου, δεν ήταν όμως το ίδιο εύκολο ν’ απαλλαγώ από τα ταμπού σχετικά με τον ερωτισμό.»(σελ: 14)

«Αν δεν υπήρχε το αντισυλληπτικό χάπι, οι χίπις και η γυναικεία απελευθέρωση, πολλές από εμάς θα βρισκόμασταν ακόμα στο ζυγό της υποχρεωτικής μονογαμίας.»(σελ: 14)

«Ν’ αντιγράψεις ένα συγγραφέα είναι κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, ν’ αντιγράψεις πολλούς είναι έρευνα.»(σελ: 14)
        Απολογία των ενόχων
«Κάποιος είπε πως η συζήτηση είναι το σεξ της ψυχής…»(σελ: 19)
        Αφροδισιακά
«…η φύση μας έχει προικίσει –ή μας έχει καταραστεί- μ’ έναν αχόρταγο εγκέφαλο, ικανό να φαντάζεται όχι μόνο κάθε είδους θαυμαστά μαγειρευτά κι ερωτικές παραλλαγές, αλλά και τις αντίστοιχες ενοχές και τιμωρίες.»(σελ: 28)

«Σ’ έναν τέλειο κόσμο υποθέτω πως οποιαδήποτε φυσική, υγιεινή, φρέσκια, ελκυστική στην όψη, νόστιμη και ελαφριά τροφή –δηλαδή με τα ίδια προσόντα που επιθυμεί κανείς για τον σύντροφό του- θα ήταν αφροδισιακή, αλλά η πραγματικότητα είναι αρκετά συγκεχυμένη.»     (σελ: 29)

«…αντι-αφροδισιακά, που αξίζει τον κόπο ν’ αναφέρουμε, είναι το κοινό κρυολόγημα, ένας γυμνός άντρας με κοντές κάλτσες, μια γυναίκα με ρολά για να κατσαρώσει τα μαλλιά της, η τηλεόραση και η κοινή κούραση.»(σελ: 30)

«Ζούμε τρέχοντας για να φτάσουμε πρώτοι στο θάνατο.»(σελ: 31)

        Στην ποικιλία βρίσκεται η νοστιμιά
«…το μόνο πραγματικά αλάνθαστο αφροδισιακό είναι ο έρωτας. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει το φλογερό πάθος δύο ερωτευμένων. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν έχουν σημασία τα γεράματα, ο ενθουσιασμός της ηλικίας, η σωματική ασχήμια ή η έλλειψη ευκαιριών, οι ερωτευμένοι καταφέρνουν ν’ αγαπιούνται, γιατί εξ ορισμού αυτή είναι η μοίρα τους.»(σελ: 31)

«Ζούμε καταδυναστευόμενοι από αχόρταγη όρεξη για ολοένα ισχυρότερες αισθήσεις, γιατί στη βιασύνη να καταβροχθίσουμε τα πάντα, έχουμε αποσυνδέσει το σώμα από την ψυχή.»(σελ: 34)
        Το καλό τραπέζι
        Μαγειρεύοντας γυμνοί
«Άκουσα ένα διάσημο σχεδιαστή μόδας να λέει, ενώ δοκίμαζε ένα ασήμαντο ημιδιάφανο πανί των επτά χιλιάδων δολαρίων πάνω στα κόκαλα ενός ανορεξικού μοντέλου, πως το καλύτερο ρούχο μιας γυναίκας είναι ένα φωτεινό χαμόγελο.»(σελ: 40)

«Όλα όσα μαγειρεύει κανείς για έναν εραστή είναι αισθησιακά, αλλά είναι ακόμα περισσότερο αν και οι δύο συμμετέχουν στην προετοιμασία και επωφελούνται για να βγάλουν τα ρούχα τους με πονηρία, ενώ καθαρίζουν κρεμμύδια και ξεφυλλίζουν αγκινάρες.»(σελ: 40)

        Το ξόρκι των αρωμάτων
«Η γυναίκα είναι σαν το φρούτο που αναδίνει την ευωδία της μόνο όταν την τρίβουν με το χέρι. Πάρε για παράδειγμα το βασιλικό: αν δεν τον ζεστάνεις με το χέρι, δεν νιώθεις το άρωμά του. –Από τον Αρωματισμένο κήπο-»(σελ: 47)

«Πότε αρχίζει η γεύση και τελειώνει η όσφρησή; Είναι αδιαχώριστες. Ο πειρασμός του καφέ δεν γεννιέται από τη γεύση, που αφήνει ένα ίχνος καπνού στη μνήμη, αλλά από την έντονη και μυστηριώδη ευωδία του απόμακρου δάσους.»(σελ: 47)

«Τι βλέπουν κάποιες φίλες μου στους συζύγους τους; αναρωτιέμαι. Αιτία είναι οι φερομόνες, τίποτε άλλο. Στους υγιείς και ανυποψίαστους ανθρώπους η πρώτη αιτία πλησιάσματος καθορίζεται από αυτές τις εκκρίσεις, ανεπαίσθητες στο επίπεδο της συνείδησης, αλλά εκκωφαντικές για τις ορμόνες. Ύστερα ακούμε τις προειδοποιήσεις της  μητέρας και τις συμβουλές όλου του κόσμου, ενώ το μυαλό προσθέτει πολιτιστικά, αισθητικά, οικονομικά και άλλα φίλτρα, μέχρι που τελικά διαλέγουμε τον σύντροφο ή τη σύντροφο που θα μας βοηθήσει στο παράλογο έργο εξάπλωσης του είδους.»(σελ: 50)

«Ξαναγυρίζει στη μνήμη μου ο καταπιεστικός ήλιος της Σεβίλλης και μια πιατέλα από μπλε κεραμικό πάνω σ’ έναν άσπρο αγροτικό τοίχο, φρεσκοασβεστωμένο, γεμάτη με ώριμες μπουρνέλες, μερικές ολάνοιχτες, να προσφέρονται νωθρά στις ορέξεις ενός κίτρινου κηφήνα που ορμούσε πάνω σ’ εκείνη την άσεμνη σάρκα. Η Σεβίλλη είναι για μένα η γλυκερή ευωδία από εκείνες τις μπουρνέλες και τα γιασεμιά που το σούρουπο γεμίζουν την ατμόσφαιρα με πόθους.»(σελ: 54)
        «Θάνατος από άρωμα»
        Με την πρώτη ματιά
«Στην Ινδία οι γυναίκες δεν βγάζουν ποτέ τα κοσμήματά τους ούτε το κολ από τα βλέφαρά τους, γιατί το κουδούνισμα των βραχιολιών και το σκοτεινό κάλεσμα του βλέμματος αναστατώνουν τον άντρα με την ανέκφραστη έλξη του μυστήριου.»(σελ: 59)
        Εθιμοτυπία
«Από μικρούς μας μαθαίνουν να σεβόμαστε την απόστασή μας από τους άλλους και ν’ αγνοούμε το ίδιο μας το σώμα.»(σελ: 65)

«…:έχω την εντύπωση πως αφού οι κατάλογοι με τις αμαρτίες ωθούν προς την αμαρτία, η επιβολή περιορισμών στο τραπέζι μπορεί να φέρει κάποιο διεγερτικό αποτέλεσμα. Υπάρχει ένα ερωτικό στοιχείο στην τυπικότητα.
                Που αλλού αν όχι στο έθιμο και στην τελετή
                Γεννιούνται η αθωότητα και η ομορφιά;
                -Γουίλιαμ Μπ. Γέιτς (1865-1939)»(σελ: 67)
        Με την άκρη της γλώσσας
«…αίσθηση της γεύσης, γιατί είναι το ίδιο δύσκολο να καθορίσεις μια γεύση όσο και μια μυρωδιά. Και τα δύο είναι πνεύματα με δική τους ζωή, φαντάσματα που εμφανίζονται ακάλεστα για ν’ ανοίξουν ένα παράθυρο στη μνήμη και να μας οδηγήσουν μέσα από το χρόνο σ’ ένα ξεχασμένο γεγονός. Άλλες φορές τα φωνάζουμε με αγωνία αναζητώντας το ερωτικό αποτέλεσμα του παρελθόντος κι αυτά, αντίθετα, μας φέρνουν αντιμέτωπους με τη γυμνή μας αθωότητα.»(σελ: 69)

«… σε ποια κατηγορία μπαίνει η μεταλλική γεύση του φόβου, η χωματένια της ζήλιας ή η αφρώδης του πρώτου φιλιού;»(σελ: 70)

«Η αίσθηση της γεύσης καλλιεργείται όπως καλλιεργείται το αυτί για την τζαζ: χωρίς προκαταλήψεις, με περίεργο πνεύμα και χωρίς να την παίρνεις στα σοβαρά.»(σελ: 70)
        Βότανα και μπαχαρικά
«Ούτε καν έχω κήπο, η φύση μου αρέσει στις φωτογραφίες, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση δεν χρειάζεται ταλέντο, ούτε κλίση, μόνο λίγο καλό χώμα, από αυτό που πουλάνε σε σάκους, νερό, φως και τα υπόλοιπα τα κάνει η ορμή της φύσης.»(σελ: 74)
        Απαγορευμένα βότανα
        Το όργιο
«Όσο περισσότερη καταπίεση αντέχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερες επαναστατικές ιδέες ξεπηδούν από τη βασανισμένη του μνήμη.»(σελ: 84)

«Όταν ξεσκεπάσετε την κατσαρόλα, θα βγει μια ευωδιαστή στήλη ατμού που θ’ ανεβεί ως τον ουρανό σαν ιερή προσφορά και αφού φάτε τα κομμάτια αρχίζοντας από τα πιο ελαφρά και τελειώνοντας με τις χοιρινές μπριζόλες, φτάνετε στο ολύμπιο νέκταρ που έχει μαζευτεί στο βάθος της κατσαρόλας, απόσταγμα και πνεύμα όλων των υλικών, καλά καρυκευμένο και ζεστό, που το πίνετε με φρονιμάδα σε πήλινα φλιτζάνια, ξέροντας προκαταβολικά πως μεθάει την ψυχή και ξαμολάει τη λαγνεία για πάντα.»(σελ: 90-91)
        Περί ορέξεως…
        Κροκόδειλοι και πιράνχας
«…- δηλαδή η ζούγκλα είναι το μεγαλύτερο βιογενετικό απόθεμα του πλανήτη.»(σελ: 97)
        Κτηνώδη αφροδισιακά
        Για τον ερωτισμό
        Πουλιά και πουλάκια
«Τα περιστέρια δεν συμβόλιζαν πάντα γόνιμη γη για τους Εβραίους ή ειρήνη για τους χριστιανούς, παλιά ήταν τα πουλιά που σχετίζονταν με την Αφροδίτη, την Αστάρτη και την Ήρα, θεές της σεξουαλικότητας. Στη μυθολογία της Ινδίας συμβολίζουν συνουσία και ζωή.»(σελ: 105)

«…χρειάζεται να έχεις ειδικό χαρακτήρα για να εκτρέφεις την ίδια σου την τροφή.»(σελ: 107)
        Ψίθυροι
«Οι άντρες βρίσκονται πιο κοντά στον πίθηκο από τις γυναίκες, δεν έχω καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Είναι πιο μαλλιαροί έχουν πιο μακριά μπράτσα και σ’ αυτούς η σεξουαλική ορμή αρχίζει με την όραση, κληρονομιά των προγόνων μας, των πιθήκων,…»(σελ: 109)

«Εμείς οι γυναίκες έχουμε την αίσθηση του γελοίου περισσότερο ανεπτυγμένη κι επιπλέον ο αισθησιασμός μας συνδέεται με τη φαντασία και τα ακουστικά νεύρα. Ίσως ο μόνος τρόπος που ακούμε είναι όταν μας ψιθυρίζουν κάτι στο αυτί. Το ευαίσθητο σημείο βρίσκεται στα αυτιά και όποιος το ψάχνει πιο χαμηλά, χάνει τον καιρό του και το δικό μας.»(σελ: 109)

«Το φιλί πρέπει να είναι ηχηρό. Ο ήχος του, ελαφρύς και παρατεταμένος, βγαίνει ανάμεσα από τη γλώσσα και την υγρή άκρη του ουρανίσκου, παράγεται από την κίνηση της γλώσσας στο στόμα και τη μετακίνηση του σάλιου που προκαλεί το ρούφηγμα.
Ένα φιλί που δίνεται στην επιφάνεια των χειλιών και συνοδεύεται από έναν ήχο σαν αυτόν που κάνουμε για να φωνάξουμε μια γάτα, δεν δίνει καμιά ηδονή. Ένα τέτοιο φιλί είναι για τα παιδιά ή για χειροφίλημα. Το φιλί που περιέγραψα πιο πάνω, και που ανήκει στη συνουσία, προκαλεί ηδονική διέγερση. Πρέπει να μάθεις τη διαφορά. Από τον Αρωματισμένο κήπο, μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον το 1886»(σελ: 111-112)

«Το γούστο για τη μουσική είναι πολύ προσωπικό και δεν συσχετίζουμε όλοι τα ίδια μουσικά κομμάτια με τις ίδιες εικόνες ή αναμνήσεις.»(σελ: 113)

«Δεν έχω καθόλου αυτί, είμαι ανίκανη να μουρμουρίσω το Happy Birthday, αλλά μπορώ να θυμηθώ χωρίς κανένα δισταγμό το τσιτσίρισμα του λαδιού όταν τσιγαρίζω το κρεμμύδι, τον κοφτό ρυθμό του μαχαιριού που κόβει λαχανικά, το κόχλασμα του ζωμού που βράζει και όπου σ’ ένα λεπτό θα πέσουν τα άτυχα θαλασσινά, τα καρύδια, όταν τα σπάζεις, και το υπομονετικό τραγούδι του γουδιού όπου κοπανίζω σπόρους, τις υγρές νότες του κρασιού όταν σερβίρεται στα ποτήρια, το χτύπημα των ασημένιων μαχαιροπίρουνων, των κρυστάλλων και της πορσελάνης στο τραπέζι, το μελωδικό μουρμούρισμα της συζήτησης μετά το φαγητό, τους αναστεναγμούς από ικανοποίηση και το σχεδόν ανεπαίσθητο τσιτσίρισμα των κεριών που φωτίζουν την τραπεζαρία.»(σελ: 114)
        Μια νύχτα στην Αίγυπτο
        Αμαρτίες της σάρκας
«Κουνέλι. Ο ηλίθιος αδερφός του λαγού, ένα χνουδωτό και συνεσταλμένο ζώο, που όταν είναι ζωντανό προκαλεί αμέσως συμπάθεια, αλλά μαγειρεμένο μοιάζει με τη γάτα της οικογένειας.»(σελ: 123)
        Αταξινόμητα
        Ο ζιγκολό
        Ψωμί, η χάρη του Θεού
«Όπως η ποίηση, το ψωμί είναι μια μελαγχολική κλίση, που μοναδική της προϋπόθεση είναι να υπάρχει χρόνος για την ψυχή. Ο ποιητής και ο φούρναρης είναι αδέρφια στο ουσιαστικό καθήκον τους να τρέφουν τον κόσμο.»(σελ: 132)

«Κι αυτή τη νύχτα,
όπως πολλές ανέραστες,
θα ζυμώσω ψωμί,
βυθίζοντας τα δάχτυλά μου
στο απαλό ζυμάρι.
-
Χαϊκού, της Πατρίτσια Ντόνεγκαν»(σελ: 134)
        Πλάσματα της θάλασσας
        Κι άλλα πλάσματα του νερού
        Το χαρέμι
        Αυγά
        Ηγεμονικό ερέθισμα για τη λαιμαργία
«Αυτές οι πιρουέτες είναι σκέτη επίδειξη, όταν κάνεις μια ομελέτα, όπως όταν κάνεις έρωτα, η τρυφερότητα μετράει περισσότερο από την τεχνική.»(σελ: 158)
        Απαγορευμένοι καρποί
«Σταφύλι. Δεν μπορεί να λείπει από κανένα όργιο της προκοπής ο καρπός που σχετίζεται με την ηδονή, τη γονιμότητα, τον Διόνυσο, τον Πρίαπο, τον Βάκχο κι όποιον άλλο εύθυμο θεό υπάρχει σε όλες τις παραδόσεις, γιατί από το σταφύλι γίνεται το κρασί και χωρίς κρασί οποιαδήποτε απόπειρα οργίου μετατρέπεται σε μαζική ανία.»(σελ: 161)
        Άλλα νόστιμα αφροδισιακά
        Nouvelle cuisine
«Αν δεν έχω τρόπο να ξεφύγω, αντιμετωπίζω ένα πλήρες μενού, όπου κάθε πιάτο περιγράφεται με πολύπλοκο ιδίωμα κάποιου υποψήφιου να γίνει κριτικός λογοτεχνίας. Γενικά διαλέγω το πιο φθηνό μενού, με την ελπίδα πως θα είναι και το πιο απλό, αλλά πάντα μου σερβίρουν τη δημιουργία ενός ψυχοπαθούς.»(σελ: 165)

«Το ιδανικό είναι το φαγητό να είναι εντελώς νεκρό, αλλά να έχει ξεπεράσει και τη νεκρική ακαμψία. Και τίποτα με μάτια, σας παρακαλώ, ακόμα κι αν είναι κλειστά. Δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό από το ικετευτικό βλέμμα ενός ολόκληρου ζώου πάνω σε μια πιατέλα. Μια και μπήκαν στον κόπο να το δολοφονήσουν, γιατί δεν το αποκεφάλισαν;»(σελ: 166)
        Τυριά
«Αν λάβουμε υπόψη πως το μοναδικό υλικό του είναι το γάλα, το τυρί δεν έχει τίποτα αφροδισιακό, αλλά όταν συνοδεύεται από ψωμί, κρασί και ευχάριστη συζήτηση, το αποτέλεσμα είναι σαν να έχει.»(σελ: 169)
        Si non e vero…
«Και μια και μιλάμε για το χρυσάφι, ξέρετε πως σε πόλεις όπως το Χονγκ Κονγκ μπορεί να πιει κανείς ένα μικρό εσπρέσο με χρυσόσκονη; Στην πλατεία του Σαν Μάρκο στη Βενετία, ένας εσπρέσο μπορεί να σας στοιχίσει το ίδιο χωρίς το χρυσάφι.»(σελ: 170)
        Το πνεύμα του κρασιού
«Νέκταρ των θεών, παρηγοριά των θνητών, το κρασί είναι θαυμαστό ποτό, που έχει τη δύναμη ν’ απομακρύνει τις στενοχώριες και να μας δίνει, έστω και για μια στιγμή, το όραμα του Παράδεισου.»(σελ: 173)

«Η ποικιλία των κρασιών είναι ατελείωτη και καθορίζεται όχι μόνο από τις περιοχές όπου παράγονται, τον τύπο του σταφυλιού και τη διαδικασία της ζύμωσης, αλλά και από τη χρονιά και την ώρα της συγκομιδής. Το ξύλο του βαρελιού, η θερμοκρασία, η διάθεση και η αγάπη αυτών που το φτιάχνουν, τα πνεύματα που τριγυρίζουν τη νύχτα στις κάβες όπου το κρασί κοιμάται, όλα επηρεάζουν το τελικό προϊόν.»(σελ: 176)
        Οινοπνευματώδη
«Το χειρότερο ελάττωμα του αλκοόλ είναι πως όταν μεταβάλλεται σε βίτσιο, καταστρέφει αυτόν που το πίνει και το μεγαλύτερο προτέρημά του είναι πως σε μετρημένη ποσότητα δίνει μια ψευδαίσθηση ευτυχίας και ανεβάζει την επιθυμία για γλέντι. Πολλές φορές προσπαθούμε να ξαλαφρώσουμε πρόσκαιρα με το αλκοόλ, για να ξεφύγουμε για λίγο από το άγχος της ύπαρξης. Δεν είμαστε οι μόνοι, υπάρχουν και μερικά ζώα και πουλιά που μεθούν με καρπούς σε ζύμωση.»(σελ: 178-179)

«Η πιο ωραία σαμπάνια σε χάρτινο ποτήρι έχει τη ίδια γεύση με το πράσινο ποντς των σχολικών χορών, ενώ, αντίθετα, ένα μέτριο κρασί σε λεπτό κολονάτο ποτήρι ανεβαίνει σε κατηγορία.»(σελ: 182)
        Ερωτικά φίλτρα
«Εγώ ήμουν είκοσι τριών χρονών κι εκείνος ο κύριος πρέπει να ήταν καμιά εξηνταριά, αλλά οι ηλικίες μας σβήστηκαν και οι δυο μας μπήκαμε στην αιώνια ακινησία των φανταστικών εραστών.»(σελ: 188)

«Στην κωμωδία Ο Μανδραγόρας, ο Μακιαβέλι μεταχειρίστηκε τους μύθους γι’ αυτό το διαβολικό φυτό για ν’ αναπτύξει τη θεωρία του:
Η προέλευση της κίνησης και της αλλαγής των πραγμάτων του κόσμου αρχίζει με τις ορέξεις και τα πάθη.»(σελ: 188)
        Η γλώσσα των λουλουδιών
«Παλιά, τα λουλούδια, ανάμεσα στις πολυάριθμες χάρες τους, είχαν και τη δυνατότητα να μεταφέρουν κρυφά ερωτικά μηνύματα, αλλά στη βιασύνη του 20ού αιώνα αυτή η τέχνη έχει μεταβληθεί σε νεκρή γλώσσα.»(σελ: 190)
        Από τη γη με αγάπη
«Κανένας άνθρωπος κάποιας ηλικίας, που έχει κρατήσει μια φρέσκια ντομάτα στην παλάμη του χεριού του και την έχει δαγκώσει, γεμίζοντας το στόμα του, ενώ ο χυμός της τρέχει στο πιγούνι και στο λαιμό του, δεν ξεφεύγει από τον πειρασμό να τη συγκρίνει με τις άλλες ηδονές.»(σελ: 195)
        Αφροδισιακά λαχανικά
        Η Κολόμπα μέσα στη φύση
«Τα λεπτά της πέλματα σαν νύμφης μόλις που συγκρατούσαν τις χοντρές κολόνες των ποδιών της, το ογκώδη οπίσθια της, τα τέλεια πεπόνια του στήθους της, το λαιμό της με τα δύο αισθησιακά προγούλια και τα στρογγυλά της μπράτσα Βαλκυρίας.»(σελ: 201)
        Καταβροχθίζοντας τον κόσμο
        Τελικά
«Η όρεξη και το σεξ είναι οι μεγάλες κινητήριες δυνάμεις της ιστορίας, διατηρούν και αναπαράγουν το είδος, προκαλούν πολέμους και τραγούδια, επηρεάζουν τις θρησκείες, τους νόμους και την τέχνη. Ολόκληρη η δημιουργία είναι μια αδιάκοπη διαδικασία χώνεψης και γονιμότητας, όλα απλοποιούνται σε μικρούς οργανισμούς που καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλο, καθώς πολλαπλασιάζονται, πεθαίνουν, λιπαίνουν τη γη και ξαναγεννιούνται μεταμορφωμένοι. Αίμα, σπέρμα, ιδρώτας, στάχτη, δάκρυα και αθεράπευτη ποιητική φαντασία της ανθρωπότητας να ψάχνει για το νόημα…»(σελ: 207)
        Αφροδισιακές συνταγές
        Σάλτσες
«Να φτιάξεις μια σάλτσα με καλά υλικά είναι σαν να κάνεις έρωτα μ’ έναν ειδικό. Όλες σχεδόν οι αισθήσεις συμμετέχουν: η σάλτσα πρέπει να είναι ελκυστική στην όψη, σαν το πρόσωπο της αγαπημένης, νόστιμη σαν ένα φιλί, απαλή σαν τα απόκρυφα σημεία και πρέπει να έχει ένα μοναδικό άρωμα, που δεν μεταφέρεται, όπως το δέρμα.»(σελ: 214-215)
        Κρύες σάλτσες και καρυκεύματα
        Ζεστές σάλτσες
        Ορεκτικά
«Γνωρίζω έναν playboy χωρισμένο αρκετές φορές, που το μοναδικό του γαστριμαργικό ταλέντο είναι τα ορεκτικά (hors doeuvres), που ετοιμάζει με αφοσίωση καλόγερου και διατηρεί πάντα φρέσκα σ’ ένα ψυγείο στην κρεβατοκάμαρα. Τα σερβίρει όταν αρχίζουν οι διαχύσεις και, για να ξαναβρούν τις δυνάμεις τους, ανάμεσα σε δύο ερωτικές πράξεις.»(σελ: 236)
        Σούπες
«Μια ωραία σούπα είναι για το σώμα ό, τι είναι η γαλήνη για την ψυχή.»(σελ: 244)

«Η φιλοσοφία της κουζίνας είναι σαν του παιχνιδιού: αν δεν διασκεδάζετε, ξεχάστε τη.»(σελ: 244)

        Τέσσερις βασικοί ζωμοί 


        Κονσομέ
        Ζεστές σούπες
        Κρύες σούπες
        Ορεκτικά
        Κύρια πιάτα
«Σε μια ερωτική συνάντηση υπάρχουν διάφορα προκαταρκτικά, που αρχίζουν με την πρώτη επίδραση των φερομονών που περνούν από τη μύτη στον εγκέφαλο με το επείγον κάλεσμα του είδους και καταλήγουν στην πάλη των εφήβων στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, όπου, ακριβώς όταν εγκαταλείπουν τις προφυλάξεις για να βουτήξουν στις αβύσσους του αχαλίνωτου πόθου, εμφανίζεται ένας αστυνομικός μ’ ένα φακό για να ηρεμήσει τα πνεύματα. Αργότερα, στη ζωή, επαναλαμβάνονται οι ίδιες τελετές ζευγαρώματος, σαν τελετουργικός χορός φλαμένκο. Αυτές οι προθερμάνσεις δεν γίνονται πια στο κάθισμα ενός αυτοκινήτου, αλλά πίσω από το φωτοτυπικό μηχάνημα στο γραφείο. Ο άντρας γενικά τις συντομεύει όσο επιτρέπουν οι περιστάσεις, αλλά αν έχει έστω και λίγη εξυπνάδα και παιδεία, παρατείνει τα προκαταρκτικά για να κατακτήσει τη σύντροφό του: οι θηλυκέ του ανθρώπινου είδους είναι πολύ ευαίσθητες σ’ αυτό το θέμα.»(σελ: 276)
        Πουλερικά
        Κόκκινα κρέατα
        Φαγητά για χορτοφάγους
        Επιδόρπια
«Τα γλυκά είναι μια αδυναμία που έχω πολεμήσει σκληρά σ’ έναν αμείλικτο πόλεμο, που άρχισε μόλις συνειδητοποίησα ότι είχα δόντια. Είναι ένα βίτσιο χειρότερο από το ποτό ή τα ναρκωτικά, γιατί είναι νόμιμο, δεν θεωρείται αμαρτία και μπορεί να το διαπράξει κανείς δημόσια. Κάθε καραμέλα στο στόμα γλιστράει κατευθείαν στους γλουτούς και ύστερα πληρώνει κανείς την ενοχή με αμέτρητες δίαιτες και γυμναστήρια. Γεννήθηκα σε μια αμφίβολη εποχή, τι απέγινε εκείνο το σοφό ρητό “τα πάχη μου τα κάλλη μου”; Η θέση μου βρίσκεται στα καναβάτσα κάποιου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου, μαζί με παχουλές νύμφες, ή στους στίχους κάποιου Άραβα ποιητή, ανάμεσα σε εύσωμες οδαλίσκες που τρέφονται με μέλι και καρύδια, ή στις σελίδες ενός βικτωριανού συγγραφέα, που η ερωτική του φαντασίωση ήταν τα στρογγυλά οπίσθια μιας εξυπηρετικής γυναίκας που εκείνος θα χάιδευε με το φτερό ενός παγωνιού. Ξέρω, τα φτερά, όπως και το λιβάνι, δεν είναι πια της μόδας από τη δεκαετία του ’60, αλλά δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα τίποτα για να τα αντικαταστήσουν.»(σελ: 306)
        Σάλτσες και γλυκές κρέμες 

σημείωση:
Μεγάλη ανάρτηση, αξίζει τον κόπο να διαβαστεί. Είναι ένα βιβλίο που δεν κυκλοφορεί πια. Ίσως κάποιοι αντλήσουν πολύτιμεσ πληροφορίεσ...(Ρινιώ)




Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Τζωρτζ Όργουελ-Πεθαίνοντας στην Καταλωνία



Τζώρτζ Όργουελ, "Πεθαίνοντας στην Καταλωνία", μετάφραση Κλαίρη Καλαϊτζίδου, εκδόσεις Κάκτος



Είχε ειλικρίνεια και αγριάδα και κείνο το συγκινητικό δέος που οι αγράμματοι έχουν για τους υποτιθέμενους ανώτερούς τους. (σελ. 7)

Είναι παράξενο το πόση συμπάθεια μπορείς να νοιώσεις για ένα ξένο. Ήταν σαν να κατάφεραν για μια στιγμή τα πνεύματά μας να γεφυρώσουν το χάσμα της γλώσσας και της παράδοσης και να συναντηθούν  σε μια τέλεια κατανόηση. (σελ. 8)

Ακόμα και οι λούστροι είχαν κολεκτιβοποιηθεί και τα κασελάκια τους ήταν βαμμένα κόκκινα και μαύρα. (σελ. 9)

Δεν είχα αντιληφθεί ότι μεγάλος αριθμός από τους καλοστεκούμενους μπουρζουάδες απλώς κρύβονταν και ότι για την ώρα μεταμφιέζονταν σε προλετάριους. (σελ. 9)

Φαίνεται ότι ακόμα και στην Βαρκελώνα δεν γίνονταν σχεδόν καθόλου ταυρομαχίες σήμερα. Για κάποιο λόγο οι καλύτεροι ταυρομάχοι ήταν όλοι φασίστες. (σελ. 20)

Λίγο αργότερα ωστόσο μια σφαίρα βούιξε κοντά στο αυτί μου μ’ ένα άγριο βόμβο και σφηνώθηκε στον τοίχο πίσω μου. Δυστυχώς έσκυψα! Είχα ορκιστεί ότι δεν θα έσκυβα την πρώτη φορά που μια σφαίρα θα πέρναγε από πάνω μου. Αλλά η κίνηση φαίνεται να είναι ενστικτώδης και σχεδόν όλοι την κάνουν τουλάχιστον μια φορά. (σελ. 27-28)

Σε κάθε βουνοκορφή, είτε δημοκρατική, είτε φασιστική, υπήρχε μια ομάδα από κουρελιάρηδες βρώμικους άντρες που τουρτούριζαν γύρω από τη σημαία τους και προσπαθούσανε να βρούνε τρόπους να ζεσταθούν. (σελ 30)

Έμοιαζε με χειροβομβίδα Μιλς, αλλά ο μοχλός του επικρουστήρα δεν συγκρατιότανε από την ασφάλεια, αλλά από ένα κομμάτι λευκοπλάστη. Έσπαγες την ταινία και ξεφορτωνόσουνα τη χειροβομβίδα όσο μπορούσες πιο γρήγορα. Λέγανε γι’ αυτές τις χειροβομβίδες ότι ήταν «αμερόληπτες». Σκότωναν και αυτόν που τις πέταγε και τον εχθρό. (σελ. 42)

Ένα από τα πιο θλιβερά που διδάχτηκα σε αυτόν τον πόλεμο ήταν πως ο τύπος της Αριστεράς ήταν το ίδιο ψευδολόγος και ανέντιμος όσο και της Δεξιάς. (σελ. 75)

Εδώ στην Αραγωνία βρισκόταν κανείς ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, που προέρχονταν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από την εργατική τάξη, που ζούσαν όλοι στο ίδιο επίπεδο και που οι σχέσεις τους είχαν για βάση την ισότητα. Στην θεωρεία ήταν τέλεια ισότητα κι ακόμα και στην πράξη δεν απείχε πολύ από αυτήν. Κατά κάποιο τρόπο θα ήταν αλήθεια να πούμε ότι δοκιμάζαμε μια προκαταβολική γεύση σοσιαλισμού, εννοώντας ότι η δεσπόζουσα νοοτροπία ήταν σοσιαλιστική. Πολλά από τα συνηθισμένα κίνητρα της πολιτισμένης ζωής- σνομπισμός, απληστία, ο φόβος του αφεντικού κ.λ.π.- είχαν απλώς πάψει να υπάρχουν. Η συνηθισμένη διαίρεση σε τάξεις της κοινωνίας είχε εξαφανιστεί σε τέτοιο βαθμό, που θα ήταν αδιανόητος στο μολυσμένο από το χρήμα περιβάλλον της Αγγλίας. Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από τους χωρικούς και εμάς (Πολιτοφυλακή) και κανείς δεν ανήκε σε κανένα αφεντικό. Φυσικά τέτοια κατάσταση πραγμάτων δεν μπορούσε να διαρκέσει. Ήταν απλώς μια προσωρινή και τοπική φάση σ’ ένα τεράστιο παιχνίδι, που παίζεται σε όλα τα πλάτη της γης. Αλλά κράτησε αρκετά για να αφήσει τις επιδράσεις του σ’ όποιον την έζησε. Όσο και να έβριζε κανείς τότε, αντιλαμβανόταν αργότερα ότι είχε έρθει σ’ επαφή με κάτι το πρωτοφανέρωτο και πολύτιμο. Είχε ζήσει σε μια κοινότητα όπου η ελπίδα ήταν πιο φυσιολογική κατάσταση από την απάθεια και τον κυνισμό, όπου η λέξη «σύντροφε» σήμαινε συντροφικότητα και όχι προσποίηση και απάτη όπως γίνεται στις περισσότερες χώρες. Ανάσαινε κανείς τον αέρα της ισότητας. Ξέρω πολύ καλά ότι είναι της μόδας τώρα να αρνούνται ότι ο Σοσιαλισμός έχει σχέση με την ισότητα. Σε κάθε χώρα  μια σημαντική μερίδα από καλοντυμένους καθηγητάκηδες και γραφιάδες των κομμάτων ασχολούνται πυρετωδώς να «αποδείχνουν» ότι ο Σοσιαλισμός δεν σημαίνει τίποτα άλλο από έναν προγραμματισμένο κρατικό καπιταλισμό, με ανέπαφο το κίνητρο του κέρδους. Αλλά ευτυχώς υπάρχει επίσης ένα όραμα του Σοσιαλισμού τελείως διαφορετικό. Αυτό, που τραβάει τους απλούς ανθρώπους στο Σοσιαλισμό και τους κάνει πρόθυμους να ριψοκινδυνεύσουν τη ζωή τους γι’ αυτόν, η μυστικιστική ιδέα του Σοσιαλισμού για ισότητα. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, Σοσιαλισμός σημαίνει αταξική κοινωνία ή δεν σημαίνει τίποτα. Και εδώ είναι που μου ήταν πολύτιμοι εκείνοι οι μήνες στην Πολιτοφυλακή. Γιατί οι ισπανικές ομάδες της Πολιτοφυλακής όσο διήρκεσαν ήταν κάτι σαν μικρογραφία αταξικής κοινωνίας. Σ’ εκείνη την κοινότητα όπου κανένας δεν είχε την αγωνία του κέρδους, όπου υπήρχε έλλειψη των πάντων, αλλά κανένα προνόμιο και καμιά δουλοπρέπεια, έβλεπε κανείς ένα προμήνυμα για το πώς θα ήταν τα αρχικά στάδια του Σοσιαλισμού. Και αντί να με απογοητεύσει με προσέλκυσε πιο γερά. Έκανε την επιθυμία μου να δω το Σοσιαλισμό να θριαμβεύει, πιο βαθιά απ’ ότι ήταν πριν. Αυτό ίσως να οφείλεται και στην καλή μου τύχη, που βρέθηκα ανάμεσα σε Ισπανούς. Με την έμφυτη καλοσύνη τους και την πάντα παρούσα επίδραση του Αναρχισμού, θα έκαναν ακόμα και τα αρχικά στάδια του Σοσιαλισμού ανεκτά αν τους δινόταν η ευκαιρία. (σελ 119-120)

Οι πολιτικά συνειδητοποιημένοι άνθρωποι γνώριζαν πολύ περισσότερα για την καταστρεπτική πάλη μεταξύ Αναρχικών και Κομμουνιστών παρά για την πάλη ενάντια στον Φράνκο. (σελ. 127)

Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον εξιδανικευμένο «εργάτη» όπως τον έχουν στο μυαλό τους οι αστοί κομμουνιστές, αλλά όταν βλέπω έναν πραγματικό εργάτη με αίμα και οστά να έρχεται σε σύγκρουση με το φυσικό του εχθρό, τον αστυφύλακα, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ με ποιανού το μέρος είμαι. (σελ. 139)

Όπως και πριν, αν δεν σας ενδιαφέρουν οι πολιτικές διαμάχες και τα κόμματα και υπο-κόμματα με τα μπερδεμένα ονόματα (σαν τα ονόματα στρατηγών σε κινέζικο πόλεμο) παρακαλώ προσπεράστε το κεφάλαιο. Είναι άσχημο να αναγκάζεται να μπαίνει κανείς στις λεπτομέρειες της εσωτερικής πολιτικής των κομμάτων. Μοιάζει σα να βουτάς σε βόθρο. Αλλά είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να βρούμε την αλήθεια όσο μπορούμε. Αυτή η άθλια διαμάχη σε μια μακρινή πόλη είναι πιο σημαντική απ’ ότι φαίνεται σε πρώτη όψη. (σελ. 165)

Οι αγγλικές εφημερίδες διάδωσαν ότι αυτά τα πλοία πήγαιναν στην Βαρκελώνα «για να προστατεύσουν βρετανικά συμφέροντα», αλλά είναι γεγονός ότι δεν έκαναν καμιά τέτοια κίνηση, δηλαδή δεν κατέβασαν άντρες ούτε και πήραν πρόσφυγες. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι  γι’ αυτό αλλά είναι τουλάχιστον πιθανό, ότι η βρετανική κυβέρνηση, που δεν είχε κουνήσει το δακτυλάκι της για να σώσει την ισπανική κυβέρνηση από τον Φράνκο, θα επενέβαινε αρκετά γρήγορα  για να την σώσει από την ίδια της την εργατική τάξη. (σελ. 170)

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η Εθνοφυλακή δεν ήταν αγαπητή στην εργατική τάξη. Εδώ και γενιές η «la guardia» ήταν απλώς εξάρτημα του γαιοκτήμονα και του αφεντικού και η Εθνοφυλακή ήταν διπλά μισητή γιατί την υποπτεύονταν –και με το δίκιο τους- ότι δεν ήταν εντελώς πιστή στην πάλη με τους Φασίστες.
(Στην αρχή του πολέμου η Εθνοφυλακή παντού είχε πάει με το μέρος του πιο δυνατού. Σε αρκετές περιπτώσεις αργότερα (π.χ. Σανταντέρ), η τοπική Εθνοφυλακή είχε προσχωρήσει ομαδικά στους Φασίστες) (σελ. 175)

Με το απολυτήριο στην τσέπη ένιωθα πάλι σαν άνθρωπος και λιγάκι σαν τουρίστας. (σελ. 224)

Το γεγονός ότι είχα υπηρετήσει στην Πολιτοφυλακή του POUM ήταν αρκετό για να βρεθώ στην φυλακή. Δεν έβγαινε τίποτα να πιάνομαι από την αγγλική νοοτροπία, ότι είναι ασφαλής κανείς φθάνει να τηρεί τον νόμο. Στην πράξη ο νόμος ήταν ότι ήθελε να τον κάνει η αστυνομία. (σελ. 232)

Πιστεύω ότι σε μια τέτοια υπόθεση κανείς δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι απόλυτα αντικειμενικός. Είναι δύσκολο να είναι βέβαιος για οτιδήποτε, εκτός από ότι είδε με τα μάτια του και συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι γράφουμε μεροληπτικά. Αν δεν το έχω πει πριν στο βιβλίο, το λέω τώρα: να προσέχετε τη μεροληψία μου, τα λάθη για γεγονότα και την παραμόρφωση που δημιουργείται μοιραία από το γεγονός ότι είδα μόνο ένα κομμάτι απ’ όσα συνέβησαν. Και να προσέχετε ακριβώς τα ίδια πράγματα, όταν διαβάζετε οποιοδήποτε βιβλίο γι’ αυτήν την περίοδο του ισπανικού πολέμου. (σελ. 253)

Η αλήθεια γίνεται ψέμα μόλις την προφέρει ο εχθρός σου. (σελ. 262)

Τ’ όνομά σου και τα λόγια σου ξεχάστηκαν
Πριν στεγνώσουν τα κόκαλά σου.
Και το ψέμα που σε σκότωσε
Θάφτηκε κάτω από να μεγαλύτερο ψέμα.

Αλλ’ αυτό που είδα στο πρόσωπό σου
Καμιά δύναμη δεν μπορεί να σβήσει
Δεν έχει βρεθεί ακόμα η βόμβα

Που θα καταστρέψει το κρυστάλλινο πνεύμα. 

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

FRANCK PAVLOFF καφέ αυγή



FRANCK PAVLOFF καφέ αυγή Μετάφραση Έφη Κορομηλά Σχέδια Κωνσταντίνος Μαρκόπουλος, εκδόσεις Αιώρα και φίλοι, Αθήνα 2013

στην Κατερίνα Περισυνάκη [βιβλιοπωλείο ΚΙΧΛΗ]

«Καταλαβαίνεις, δεν μπορούσα να τον κάνω να περάσει για καφέ».

«Μμμ, σπάνιο χρώμα για λαμπραντόρ… Από τι είχε αρρωστήσει;»

«Δεν είναι αυτό το ζήτημα, απλώς δεν ήταν ένας καφέ σκύλος, αυτό είναι όλο».

«Τα ίδια δηλαδή για τα σκυλιά όπως και για τις γάτες;»

«Ναι, τα ίδια». [σελ.10]


Οι πολλοί συναισθηματισμοί δεν οδηγούν πουθενά, και σε ό,τι έχει να κάνει με τα σκυλιά, δεν χωρά αμφιβολία ότι οι καφέ είναι πιο ανθεκτικοί. [σελ.15]


«Ε, γέρο μου, θα πρέπει να ψάχνεις τα σίγουρα στα Καφέ Νέα, μόνο αυτή βγαίνει πια.  Λένε πως για τον ιππόδρομο και τα αθλητικά είναι μια χαρά ». [σελ.16]


Είναι αλήθεια πως, αν διάβαζες προσεκτικά αυτά που συνέχιζαν να κυκλοφορούν οι συγκεκριμένοι εκδοτικοί οίκοι, εντόπιζες τη λέξη «σκύλος» ή «γάτα» τουλάχιστον μια φορά σε κάθε βιβλίο τους, και μάλιστα χωρίς να συνοδεύεται από τη λέξη «καφέ». [σελ.17]

Για λόγους προφύλαξης, είχαμε αποκτήσει τη συνήθεια να προσθέτουμε «καφέ» μετά από τις λέξεις ή στο τέλος των φράσεων. [σελ.20]


Λες και το να κάνουμε απλά αυτό που επέβαλλε η κοινή λογική στην πολιτεία μάς καθησύχασε και μας έκανε πιο εύκολη τη ζωή. Η καφέ ασφάλεια είχε και τα καλά της. Φυσικά, σκεφτόμουν το αγοράκι στο απέναντι πεζοδρόμιο που έκλαιγε για άσπρο κανίς του, το οποίο κειτόταν νεκρό στα πόδια του. [σελ. 24-25]


«Ναι, τώρα θεωρείται αδίκημα και το να είχες παλιά έναν »σκύλο που δεν ήταν καφέ. Κι αυτό δεν είναι δύσκολο να το μάθουνε, ρωτάνε το γείτονα».[σελ.26]


Σήμερα το πρωί, το Ράδιο Καφέ επιβεβαίωσε την πληροφορία. Ο Τσάρλι είναι ανάμεσα στους πέντε συλληφθέντες. [σελ.29]


Να αντισταθούμε περισσότερο, αλλά πώς; [σελ.31]


Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Θοδωρής Καλλιφατίδης: Γράμματα στην κόρη μου


Θοδωρής Καλλιφατίδης Γράμματα στην κόρη μου, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013


[…]Και πεθυμούσα ένα μαχαίρι
Να κόψω τα ίχνη σου
Από το κορμί μου.[σελ.228]

Η μητέρα μου έλεγε ότι η πρώτη λέξη που είπα ήταν «νερό». Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. [σελ. 11]

Η ποίηση είναι επικίνδυνη. Οι άνθρωποι της εξουσίας μπορεί να μην ενδιαφέρονται  για το περιεχόμενο, αλλά θεωρούν ότι αυτή καθεαυτή η ελευθερία του ποιητή να φτιάξει τον δικό του κόσμο είναι απαράδεκτη. [σελ.13]

Ζούσα όπως ζούσα για να γράψω όπως έγραψα ή έγραφα όπως έγραφα επειδή ζούσα όπως ζούσα; Δεν ξέρω. Κι ίσως να μην έχει καμιά σημασία. [σελ. 20]

Το να πηγαίνουν στο θέατρο οι ασθενείς ήταν μέρος της θεραπείας.[σελ.25]

[…] το ταξίδι του είχε τελειώσει στην Ιθάκη, εκεί που από τον Όμηρο κι ύστερα τελειώνουν όλα τα ταξίδια.[σελ. 30]

Η εξορία είναι βιασμός. Υπάρχει συγχώρεση για κάτι τέτοιο; [σελ.34]

Όλος ο κήπος ήταν μια μεταμόρφωση. [σελ.37]

Όσο η ζωή συνεχίζεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, τίποτα δεν έχει συμβεί. [σελ. 41]

Ακούω ξανά, αν και κάπως απόμακρα, τα τρεχούμενα νερά της πόλης μου κι ένας ή δύο στίχοι ρέουν στο μυαλό μου σαν από κρυφή πηγή. [σελ.45]

Μου αρέσει ο κόσμος που κρύβεται πίσω από τη γλώσσα τους. [σελ.47]

Ό,τι  ξεχνούν οι ντόπιοι το θυμούνται οι ξένοι. [σελ.53]

«Νωρίς θα έρθει ο θάνατος φέτος», έλεγα σαν να επρόκειτο για εποχή του έτους. [σελ.58]

Της άρεσαν τα ποιήματά μου. «Είναι σαν τρεχούμενο νερό», μου έλεγε χωρίς να ξέρει ότι ήταν το καλύτερο που μπορούσε να μου πει. Ήταν τα νερά του Σούλμο  που άκουγε. [σελ.74-75]

Το γράψιμο είναι σαν ένα χάδι. [σελ.81]

Τώρα είμαι θύμα της εξουσίας που υμνούσα. [σελ.89]

Ήρθαν και τα χελιδόνια. Λένε  ότι κτίζουν τις φωλιές τους σε ευτυχισμένα σπίτια. Θα δούμε. [σελ. 105]

Στο βαθμό που η ελευθερία γίνεται δώρο, στον ίδιο βαθμό μπορεί να παρθεί πίσω. [σελ. 111]

Το νόημα της κοινωνικής ζωής είναι να τον άλλον στην ησυχία του. [σελ.117]

« Άνηθος είναι αυτό που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη,  δεν είναι μαϊντανός». [σελ.123]

Κάποτε πιστεύαμε ότι ακριβώς η τέχνη και η φιλοσοφία θα γινόταν οι λαϊκές διασκεδάσεις. Γι` αυτό κάναμε τη Ρώμη τόσο πλούσια και τόσο ισχυρή, ώστε να είμαστε όλοι ελεύθεροι με ελεύθερες σκέψεις. Δεν έγινε όπως ελπίζαμε. Όσο πιο πλούσιοι και ισχυροί γινόμασταν, τόσο πιο κενή έγινε η ψυχή μας και τόσο πιο φθηνά τα δημιουργήματά της. [σελ.127]

Ήμουν ένας Ρωμαίος ποιητής που μόλις έδωσε στον σκλάβο του την ελευθερία. Ζούσα σε εξορία από τη Ρώμη,  όχι όμως από την ανθρωπιά μου. [σελ.138]

Αλλά μας έλειπε η θέα. Δεν βλέπαμε την ελευθερία, απλώς ακούγαμε να μιλούν γι` αυτήν. [σελ.140]

Σίγουρα η μητέρα είχε άλλα όνειρα βαθιά στη ψυχή της. Νομίζω ότι τα κληρονόμησα, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι όνειρα ήταν. Αν όμως ο καημός για κάτι άλλο κάπου αλλού κληρονομιέται, τον είχα κληρονομήσει. [σελ.146]

Κανείς δεν θα μου έλεγε «μπράβο» για όσα δεν έγραψα, αν και κατά τη γνώμη μου ήταν το ίδιο σημαντικά. Κάπως έτσι είναι και το καλοστρωμένο κρεβάτι. Κανείς δεν θα μάθαινε  την αγωνία και τα άσκημα όνειρα της νύχτας. [σελ.157-158]

Κανείς ποιητής δεν τραγούδησε την ομορφιά σου
Κανένας άντρας δεν ξεκουράστηκε στην αγκαλιά σου
Κανένα παιδί δεν σε είπε μητέρα
Ο θάνατος τους πρόδωσε
Καλό ταξίδι, κόρη μου
Η ζωή σού είχε δώσει μια υπόσχεση
που  δεν την κράτησε [σελ.179]

«[…] Ο έρωτάς της με έκανε ελεύθερο. Όταν μου χάρισες την ελευθερία, μου άνοιξες την πόρτα της φυλακής μου –δεν μπορώ να το αρνηθώ- αλλά μόνο το ζεστό κορμί της με έκανε να νιώσω πραγματικά ελεύθερος». [σελ.202]

Και το ψέμα είναι κι αυτό σαν μια εξορία από τον εαυτό μας. [σελ.237]

Η εξορία με έχει κάνει έναν άλλο άνθρωπο, κι αυτό ίσως να ήταν το νόημα από την αρχή. [σελ.247]

«Όποιος δεν έχει χρόνο να γράψει ποίηση, δεν είναι ποιητής», της είπα. Δε θύμωσε.
«Έτσι είναι», είπε θλιμμένη. [σελ.256]


Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν-Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή

Οι Ράμπλας προετοιμάζονταν για να δεχθούν αυτούς που θα έψαχναν τα ρεστοράν και τις καφετέριες. Άρχισαν να εξαφανίζονται οι περαστικοί με το ανάλαφρο βήμα και τα πηγαδάκια που σχημάτιζαν οι συνταξιούχοι μπροστά στα κιόσκια των εφημερίδων. Τη θέση τους έπαιρνε μια αργή, θορυβώδης μάζα, πιο χαρούμενη, μπροστά στην προοπτική των γαστρονομικών μυστηρίων που βρίσκονταν κλεισμένα σε σκοτεινά σοκάκια, όπου κάθε μέρα φύτρωναν καινούργια ρεστοράν, ένα ακόμα δείγμα του δημοκρατικού πλουραλισμού στον αγώνα για την απελευθέρωση από τον οικιακό γαστρονομικό πατερναλισμό. Μέσα στην ολοκληρωτική κρίση της πατριαρχικής κοινωνίας οι αρχηγοί των οικογενειών αναζητούσαν, με την ταχυπαλμία που έχει κανείς σε μια ερωτική συνάντηση, καινούργια ρεστοράν με την απαγορευμένη σάλτσα από κρέμα γάλακτος και μανιτάρια του Ολότ, πιάτα με ζαρτιέρες και μαύρα διαφανή εσώρουχα, πιάτα στοματικού έρωτα, που να τρώγονται στα τέσσερα, με την γλώσσα έτοιμη να δεχθεί τις διάφορες γεύσεις από τ’ αρωματικά χόρτα και τις τηγανίτες με τα καυτερά καρυκεύματα. (σελ 32-33)

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο κοντινό σ’ έναν πρώην κομμουνιστή όσο ένας πρώην κληρικός. Να αμαρτήσεις ενώπιον της Ιστορίας ή ενώπιον του Θεού; (σελ. 46)






Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, "Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή", μετάφραση Αλέκα Βλάχου, εκδόσεις Μέδουσα


Κάποιος είχε πει κάποτε ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σ’ έναν που έχει μανία καταδίωξης, είναι να τον καταδιώκουν στην πραγματικότητα. (σελ. 73)

Από την έκταση του ταβανιού στα χαρτιά του ντοσιέ. (σελ. 108)

«Πως τελείωσε η συνεδρίαση;»
«Σου ανταλλάσω την πληροφορία με το πώς τελείωσε η δικιά σου.»
«Στο κρεβάτι, αλλά ο καθένας στον δικό του.»
«Καινούργιος τρόπος αυτός;»
«Και ο καθένας στο σπίτι του.»
«Ακόμα καλύτερα. Έρως εξ αποστάσεως.» (σελ. 122-123)

Η φιλοδοξία μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιαδήποτε τομέα. Υπάρχουν μέχρι και σκουπιδιάρηδες φιλόδοξοι. (σελ. 124)

Η περίοδος του αγοραστή-αναγνώστη είχε σταματήσει στην αρχή της δεκαετίας του ’70, από τη μέρα που συνειδητοποίησε ότι ήταν σκλάβος μιας κουλτούρας που τον είχε απομακρύνει από την ζωή και που του είχε αμβλύνει την ευαισθησία του όπως τα αντιβιοτικά μπορούν να καταστρέψουν την αντίσταση του οργανισμού. (σελ. 189)


Διαλέγω κουβέντες που δεν μου θυμίζουν αυτό που πάντα μου θυμίζουν οι κουβέντες μου και ανακαλύπτω το πόσο φτωχό είναι το λεξιλόγιο μου όταν θέλω να βγω από ένα «κλειστό» γλωσσολογικό κώδικα, δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός και κατά πόσο θα ήθελα να συμβαίνει κάτι τέτοιο. (σελ. 252)

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Νύχτα γιορτής


ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Νύχτα γιορτής Μετάφραση: Δημήτρης Καζάκος, Τα μικρά Κλασικά, εκδόσεις Πατάκη, 1996


Φαίνεται σαν να `ναι ο καθαρός ουρανός που παίζει˙  ο ίδιος άνεμος παίζει μουσική αυτό το βράδυ. [σελ. 13]

Οι μουσικές εκρήξεις έφταναν πλέον κατά κύματα, αέρινες, σαν να στροβιλίζονταν στην ήρεμη ατμόσφαιρα καθώς ελευθερώνονταν στον ουρανό μέσα από τη φασαρία, την έξαψη και το κρασί απ` όπου γεννιούνταν˙ καθαρός, απόκοσμος ήχος όπως εκείνος του ανέμου. [σελ. 19]

Πήγε να δει την παράγκα του τσίρκου και λέει ότι υπάρχουν ένα σωρό πράγματα, η γυναίκα όμως είναι το πιο ωραίο. [σελ. 27]

- […] Και σε τι άλλα θαύματα σε έκαναν να ελπίζεις;
- Εσείς τα κάνετε τα θαύματα, πάτερ.  Ποιος μίλησε για χορούς και τραγούδια; [σελ.39]

Στα ουρλιαχτά που μετακινούσαν τα σύννεφα καπνού έσταζε ο ιδρώτας. [σελ.42]

Έξι χρόνια δε μυρίζω παρά αυτή τη μυρωδιά και παντού κόσμος βρομάει: μουσική, φασαρία, κόκκινα πρόσωπα, μεθυσμένα, κόσμος που ανοίγει το στόμα που φωνάζει και πίνει. Το καλοκαίρι μυρίζει ιδρωτίλα, το χειμώνα στάβλο. [σελ.49]

- Εγώ δεν νυστάζω, αλλά έχω μεγάλη όρεξη. Δεν νυστάζω πια, μου φαίνεται ότι ανακάλυψα πως η νύχτα ερεθίζει όλες τις αισθήσεις.
- Γι` αυτό κοιμόμαστε τη νύχτα
- Κρίμα, πάτερ. [σελ. 57]

- […] Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί τη νύχτα.
- Δεν το ξέρατε;
- Μόλις τώρα θυμήθηκα ότι μικρός το ήξερα, αλλά τότε φοβόμουν το σκοτάδι. [σελ.59]

Νύχτα γιορτής

Καθώς ήμουν ανέκαθεν μοναχικός, μου φαίνεται ότι έκανα πολλά για να μην προδώσω τις σκέψεις μου. [σελ.68-69]

Βάλθηκα να της εξηγώ μυθιστορήματα και ποιήματα, ενώ η Τσίλια έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να με παρακολουθήσει. [σελ. 71]

Για μένα η τύχη ήταν ανέκαθεν μια μακρινή περιπέτεια, η αναχώρηση, το ατμόπλοιο στη θάλασσα, η είσοδος στο λιμάνι γεμάτη θορύβους από μέταλλα και φωνές, η αιώνια φαντασίωση. [σελ. 74]

Ήμουν τόσο πολύ ευχαριστημένος με τη μοναξιά, ώστε είχε ατροφήσει μέσα μου κάθε αίσθηση ανθρώπινης επαφής και δεν μπορούσα να ανεχθώ και να ανταποκριθώ σε οποιαδήποτε τρυφερότητα. [σελ. 84-85]

Γαμήλιο ταξίδι

Στην πραγματικότητα όλοι περιμένουμε. [σελ.91]

Η γυμνότητα του ουρανού προσκαλεί τη δική μας. [σελ. 92]

Δεν ξεφεύγεις ούτε στο νερό από τη μοναξιά και την αναμονή. [σελ. 93]

Καθημερινή πισίνα

σημειώσεις: 

  • Ο μικρός αυτός τόμος περιέχει τα διηγήματα "Νύχτα γιορτής" (1937), "Γαμήλιο ταξίδι" (1936) και "Καθημερινή πισίνα" (1941).
  • Υπεύθυνος για την σειρά "Τα μικρά κλασικά" των εκδόσεων Πατάκη ήταν ο ποιητής  Σπύρος Τσανκιάς.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Γιάννης Ευσταθιάδης Δωμάτιο παντού



 Γιάννης Ευσταθιάδης Δωμάτιο παντού διηγήματα εκδόσεις Μελάνι


Βλέποντας το φως να διαθλάται, πράσινο, μέσα στο ακίνητο νερό που μόνο κάποιες φυσαλίδες οξυγόνου το ανατάραζαν στις άκρες, αισθάνθηκε μ` έναν κόμπο στο λαιμό όλη την ακατέργαστη ωρολογιακή μοναξιά των μελλοθανάτων [σελ.12]
Ενυδρείο

Παλιά κάπνιζε, αλλά εδώ και χρόνια το έχει κόψει, προστατεύοντας όχι τόσο την υγεία της
-πιστεύει-,  όσο τη φωνή της. [σελ.13]
Βιογραφικό

Η μουσική μου είναι πάντα ένα παχύ, υφασμένο από νότες χαλί που πάνω του πατάνε σιγανές ομιλίες, εξομολογήσεις, σημαντικές αποκαλύψεις και μικρά ή μεγάλα πάθη. [σελ. 20]

Κάποια βράδια –καθημερινές, συνήθως-, όταν και οι τελευταίοι θαμώνες αποχωρήσουν νωρίς και διαλυθούν οι πυκνοί καπνοί, χαμηλώνω τα φώτα και ξανακάθομαι στο πιάνο. [σελ.23]
«Deep is the ocean»

Μετά την τελευταία μπουκιά, παίρνει ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και μαζεύει τις σταγόνες με το αίμα που έχουν μείνει στο άδειο πιάτο. [σελ.41]
Γυναίκα και περιστέρι

Καθώς τη στριφογύριζε με απόλαυση, και τα κίτρινα από τον καπνό δόντια του, ετοιμοπόλεμα, ξεκίνησαν τη μεθοδική τους εργασία, η ευέλικτη γλώσσα και ο στοχαστικός ουρανίσκος άρχισαν να ξεχωρίζουν κατά στρώματα τις επιμέρους γεύσεις και τα υλικά.[σελ.43]

[…]ένα μικρό κομμάτι παγωμένης σελήνης, όπως αυτή που θρέφει τα χειμωνιάτικά βράδια των κοιμητηρίων. [σελ. 46]
Υλικά

Κι όμως εγώ έχω γεμίσει τη ζωή μου με υποκατάστατα, μόνο και μόνο για να είσαι ευχαριστημένος! Ξέρεις τι θα πει «υποκατάστατο»; [σελ.48]
Ποιος φοβάται τη βασιλόπιτα;  

Πηγαίνεις να φας μόνος. [σελ.55]

Μη πτοηθείς. [σελ.55]

Ανάλυσε. Παρατήρησε. Στοχάσου. [σελ.56]

Άπλωσε κι ακούμπησε το χέρι τους[με πρόσχημα ότι θέλεις την παρακείμενη αλατιέρα]. Απρόσεκτα χύσε μια σταγόνα κόκκινο κρασί –σπονδή στο ιδεώδες τετελεσμένο. [σελ.59]
Ένα κουβέρ

Σήκωσε το χέρι και σημάδεψε. […] Μέσα στην κλούβα, σκεφτόταν πώς να εξηγήσει το απονενοημένο διάβημα. [σελ.63]
Συνταγή ζαχαροπλαστικής

Το βαλιτσάκι μου… Χαμογελώ κάθε φορά που το σκέπτομαι, γιατί αν [λέω αν, μολονότι είμαι επιμελέστατος] καμιά φορά το λησμονήσω κάπου, αυτοί που θα το βρουν, θ` αναρωτιούνται ποιο είναι το επάγγελμά μου.[σελ.67]

Κάνω όλο και πιο συχνά αναδρομές στο παρελθόν μου, πράγμα που σημαίνει, ίσως, πως μεγάλωσα, κι όλο και πιο συχνά δε βολεύομαι πια με εξηγήσεις που ως χθες ηχούσαν στ` αφτιά μου καθησυχαστικές. [σελ.73]

Σταματώ για λίγο και κοιτάζω τον ουρανό. [σελ.75]
Η φωτογράφιση

Α, πως θα `θελε να ξεφύλλιζε το παρελθόν της μέσα από «σκονάκια» που αποστήθιζε στη διάρκεια της πολύχρονης μαθητείας στη ρουτίνα! [σελ.81]
Ψώνια

Σκατοδουλειά θα πεις, αλλά εκείνος αγόγγυστα την εκτελούσε, λες και ήταν εξοικειωμένος πιο πολύ με το θάνατο παρά με τη ζωή… [σελ.112]

[…] φρόντιζε –έναντι πενιχρού, υποθέτω, φιλοδωρήματος- την αποκομιδή κάποιων νεκρών και έπλενε, ως είθισται, τα οστά τους με κόκκινο κρασί. [σελ.114]
Φρέσκα του θανάτου[1]

[…]έστελναν τον τελευταίο τους χαιρετισμό με όλη την επισημότητα που ταιριάζει όταν νεκρός χαιρετάει νεκρό.[σελ.117]
Requiem

Η λέξη του ξεγλιστρούσε, σαν να `παιζε ένα αδυσώπητο κρυφτό. [σελ. 121]

Ο μορφασμός αυτός, αναπάντεχα πολλαπλασιασμένος σε φανταστικά κάτοπτρα, μετακύλισε τη γεύση του πικρού καφές σε παρελθόντα χρόνο. [σελ.127]

[…] (θαρρείς και η νέα μνήμη του λειτουργούσε σαν απουσιολόγος του παρελθόντος)[…] [σελ. 130]

«Νυκτανθές το πένθιμον – Nyctanthes arbortristis» ψιθύρισε με ακαριαία αντίδραση. [σελ.136]
Δωμάτιο παντού

[1] Ο τίτλος, στίχος του Γιάννη Βαρβέρη

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Rosa Montero-La ridícula idea de no volver a verte


“La ridícula idea de no volver a verte”, Rosa Montero, Seix Barral Biblioteca Breve

Te confieso que tengo una idea de lo que quiero hacer con este texto, pero ¿se mantendrá el proyecto hasta el final o aparecerá cualquier otra cosa? Me siento como ese pastor del viejo chiste que está tallando distraídamente un trozo de madera con su navaja, y que cuando un paseante le pregunta, “¿Qué figura está haciendo?”, contesta: “Pues, si sale con barbas, san Antón y si no, la Purísima Concepción.” (pag. 10)

Si te fijas bien, es posible que Fernando Pessoa se refiera a eso en sus célebres versos: “El poeta es un fingidor. Finge tan completamente que llega a fingir dolor del dolor que de veras siente.” (pag. 16)

En los primeros días (después la muerte), la gente dice: “Llora, llora, es muy bueno”, y es como si te dijeran: “Ese absceso hay que rajarlo y apretarlo para que salga el pus.” Y precisamente en los primeros momentos es cuando menos ganas tienes de llorar, porque estás en el shock, extenuada y fuera del mundo. Pero después, enseguida, muy pronto, justo cuando tú estás empezando a encontrar el caudal aparentememte inagotable de tu llanto, el entorno se pone a reclamarte un esfuerzo de vitalidad y de optimismo, de esperanza hacia el futuro, de recuperación de tu pena. Porque se dice precisamente así: Fulano aún no se ha recuperado de la muerte de Mengana. Como si se tratara de una hepatitis (pero no te recuperas nunca, ése es el error: uno no se recupera, uno se reinventa). (pag. 29-30)

En el origen de la creatividad está el sufrimiento, el propio y el ajeno. El verdadero dolor es inefable, nos deja sordos y mudos, está más allá de toda descripción y todo consuelo. El verdadero dolor es una ballena demasiado grande para poder arponeada. (pag. 31)

Todos necesitamos la belleza para que la vida nos sea soportable. Lo expresó muy bien Fernando Pessoa: “La literatura, como arte en general, es la demostración de que la vida no basta.” (pag. 32)

Querría poderme beber, como un vampiro, todos sus momentos de felicidad. (pag. 69)

...con el tiempo he descubierto que la normalidad no existe, que no viene de la palabra normal, como sinónimo de lo más común, lo más abudante, lo más habitual, sino de norma, de regulación y de mandato. La normalidad es un marco convencional que homogeneiza a los humanos, como ovejas encerradas en un aprisco, pero si miras desde lo suficientemente cerca, todos somos distintos. (pag. 82)

... en 1925, un falso doctor llamado William Bailey patentó y comercializó un producto llamado Radithor, consistía en una solución de agua con isótopos radiactivos y supuestamente curaba la despepsia, la impotencia, la presión arterial elevada y “ciento cincuenta enfermedades endocrinológicas más”. Dos años más tarde, un millonario y campeón de golf llamado Eben Byers empezón a tomar el Radithor por prescripción médica para tratar un dolor crónico en el brazo. Por lo visto al principio declaró que se sentía rejuvenecido (¡lo que es la sugestión!) pero en 1932, después de haberse tragado entre mil y mil quinientas botellas de tónico a lo largo de cinco años, Byers murió físicamente deshecho: anemia severa, destrucción masiva de los huesos de la mandíbula, del cráneo y del esqueleto en general, delgadez extrema y disfunciones en el riñon. Se organizó un escándalo y las autoridades tomaron medidas. Pero resulta increíble que nadia actuara antes: supongo que había demasiados intereses en juego. ¿No te inquieta pensar cuál será hoy nuestra radiactividad autorizada, que sustanciás legales nos estarán matando estúpidamente? (pag. 105)

El cerebro es así. Teje la realidad, constuye el mundo. (pag. 116)

¡Y ahora escucha! Lo que acabo de hacer es el truco más viejo de la Humanidad frente al horror. La creatividad es justamente esto: un intento alquímico de transmutar el sufrimiento en belleza. El arte en general y la literatura en particular, son armas poderosas contra el Mal y el Dolor...
...Aplastamos carbones con las manos desnudas y a veces conseguimos que parezcan diamantes. (pag. 119)

Hace unos años publiqué un microrelato sobre el tema. Se titulaba “Un pequeño error de cálculo”:
Regresa el Cazador de su jornada de caza, magullado y exhausto, y arroja el cadáver del tigre a los pies de la Recolectora, que está sentada en la boca de la caverna separando las bayas comestibles de las venenosas. La mujer contempla cómo el hombre muestra su trofeo con ufanía pero sin perder esa vaga actitud de respeto con que siempre la trata; frente al poder de muerte del Cazador, la Recolectora posee un poder de vida que a él de sobrecoge. El rostro del Cazador está atirando por la fatiga y orlado por una espuma de sangre seca; mirándole, la Recolectora recuerda al hijo que parión en la pasada luna, también todo él sangre y esfuerzo. Se enternece la mujer, acaricia los ásperos cabellos del hombre y decide hacerle un pequeño regalo: durante el resto del día, piensa ella, y hasta que el sol se oculte por los montes, le dejaré creer que es el amo del mundo. (pag. 157)

...vamos perdiendo facultades y la vida nos empuja sin que nos demos cuenta hacia las vías muertas. La última vez que uno sube a una montaña. La última vez que bucea. La última vez que juega un partido fútbol con los amigos. Por lo general, uno no sabe que es la última vez mietras lo hace. Es el tiempo el que se encarga de despedirnos retrospectivamente de nuestras posibilidades. La última vez que uno hace el amor...(pag. 183)

Y con esta sencillez acabó todo. Salvo en las operas y los melodramas, la muerte es un anticlímax. (pag. 191)

Te confieso que he cortado dos párrafos que había incluido en la primerísima versión de este libro; dos fragmentos que contaban algo de Pablo. Esto es, me he censurado. (pag. 194)

El tuétano de los libros está en las esquinas de las palabras. (pag. 196)