Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Τζωρτζ Όργουελ-Πεθαίνοντας στην Καταλωνία



Τζώρτζ Όργουελ, "Πεθαίνοντας στην Καταλωνία", μετάφραση Κλαίρη Καλαϊτζίδου, εκδόσεις Κάκτος



Είχε ειλικρίνεια και αγριάδα και κείνο το συγκινητικό δέος που οι αγράμματοι έχουν για τους υποτιθέμενους ανώτερούς τους. (σελ. 7)

Είναι παράξενο το πόση συμπάθεια μπορείς να νοιώσεις για ένα ξένο. Ήταν σαν να κατάφεραν για μια στιγμή τα πνεύματά μας να γεφυρώσουν το χάσμα της γλώσσας και της παράδοσης και να συναντηθούν  σε μια τέλεια κατανόηση. (σελ. 8)

Ακόμα και οι λούστροι είχαν κολεκτιβοποιηθεί και τα κασελάκια τους ήταν βαμμένα κόκκινα και μαύρα. (σελ. 9)

Δεν είχα αντιληφθεί ότι μεγάλος αριθμός από τους καλοστεκούμενους μπουρζουάδες απλώς κρύβονταν και ότι για την ώρα μεταμφιέζονταν σε προλετάριους. (σελ. 9)

Φαίνεται ότι ακόμα και στην Βαρκελώνα δεν γίνονταν σχεδόν καθόλου ταυρομαχίες σήμερα. Για κάποιο λόγο οι καλύτεροι ταυρομάχοι ήταν όλοι φασίστες. (σελ. 20)

Λίγο αργότερα ωστόσο μια σφαίρα βούιξε κοντά στο αυτί μου μ’ ένα άγριο βόμβο και σφηνώθηκε στον τοίχο πίσω μου. Δυστυχώς έσκυψα! Είχα ορκιστεί ότι δεν θα έσκυβα την πρώτη φορά που μια σφαίρα θα πέρναγε από πάνω μου. Αλλά η κίνηση φαίνεται να είναι ενστικτώδης και σχεδόν όλοι την κάνουν τουλάχιστον μια φορά. (σελ. 27-28)

Σε κάθε βουνοκορφή, είτε δημοκρατική, είτε φασιστική, υπήρχε μια ομάδα από κουρελιάρηδες βρώμικους άντρες που τουρτούριζαν γύρω από τη σημαία τους και προσπαθούσανε να βρούνε τρόπους να ζεσταθούν. (σελ 30)

Έμοιαζε με χειροβομβίδα Μιλς, αλλά ο μοχλός του επικρουστήρα δεν συγκρατιότανε από την ασφάλεια, αλλά από ένα κομμάτι λευκοπλάστη. Έσπαγες την ταινία και ξεφορτωνόσουνα τη χειροβομβίδα όσο μπορούσες πιο γρήγορα. Λέγανε γι’ αυτές τις χειροβομβίδες ότι ήταν «αμερόληπτες». Σκότωναν και αυτόν που τις πέταγε και τον εχθρό. (σελ. 42)

Ένα από τα πιο θλιβερά που διδάχτηκα σε αυτόν τον πόλεμο ήταν πως ο τύπος της Αριστεράς ήταν το ίδιο ψευδολόγος και ανέντιμος όσο και της Δεξιάς. (σελ. 75)

Εδώ στην Αραγωνία βρισκόταν κανείς ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, που προέρχονταν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από την εργατική τάξη, που ζούσαν όλοι στο ίδιο επίπεδο και που οι σχέσεις τους είχαν για βάση την ισότητα. Στην θεωρεία ήταν τέλεια ισότητα κι ακόμα και στην πράξη δεν απείχε πολύ από αυτήν. Κατά κάποιο τρόπο θα ήταν αλήθεια να πούμε ότι δοκιμάζαμε μια προκαταβολική γεύση σοσιαλισμού, εννοώντας ότι η δεσπόζουσα νοοτροπία ήταν σοσιαλιστική. Πολλά από τα συνηθισμένα κίνητρα της πολιτισμένης ζωής- σνομπισμός, απληστία, ο φόβος του αφεντικού κ.λ.π.- είχαν απλώς πάψει να υπάρχουν. Η συνηθισμένη διαίρεση σε τάξεις της κοινωνίας είχε εξαφανιστεί σε τέτοιο βαθμό, που θα ήταν αδιανόητος στο μολυσμένο από το χρήμα περιβάλλον της Αγγλίας. Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από τους χωρικούς και εμάς (Πολιτοφυλακή) και κανείς δεν ανήκε σε κανένα αφεντικό. Φυσικά τέτοια κατάσταση πραγμάτων δεν μπορούσε να διαρκέσει. Ήταν απλώς μια προσωρινή και τοπική φάση σ’ ένα τεράστιο παιχνίδι, που παίζεται σε όλα τα πλάτη της γης. Αλλά κράτησε αρκετά για να αφήσει τις επιδράσεις του σ’ όποιον την έζησε. Όσο και να έβριζε κανείς τότε, αντιλαμβανόταν αργότερα ότι είχε έρθει σ’ επαφή με κάτι το πρωτοφανέρωτο και πολύτιμο. Είχε ζήσει σε μια κοινότητα όπου η ελπίδα ήταν πιο φυσιολογική κατάσταση από την απάθεια και τον κυνισμό, όπου η λέξη «σύντροφε» σήμαινε συντροφικότητα και όχι προσποίηση και απάτη όπως γίνεται στις περισσότερες χώρες. Ανάσαινε κανείς τον αέρα της ισότητας. Ξέρω πολύ καλά ότι είναι της μόδας τώρα να αρνούνται ότι ο Σοσιαλισμός έχει σχέση με την ισότητα. Σε κάθε χώρα  μια σημαντική μερίδα από καλοντυμένους καθηγητάκηδες και γραφιάδες των κομμάτων ασχολούνται πυρετωδώς να «αποδείχνουν» ότι ο Σοσιαλισμός δεν σημαίνει τίποτα άλλο από έναν προγραμματισμένο κρατικό καπιταλισμό, με ανέπαφο το κίνητρο του κέρδους. Αλλά ευτυχώς υπάρχει επίσης ένα όραμα του Σοσιαλισμού τελείως διαφορετικό. Αυτό, που τραβάει τους απλούς ανθρώπους στο Σοσιαλισμό και τους κάνει πρόθυμους να ριψοκινδυνεύσουν τη ζωή τους γι’ αυτόν, η μυστικιστική ιδέα του Σοσιαλισμού για ισότητα. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, Σοσιαλισμός σημαίνει αταξική κοινωνία ή δεν σημαίνει τίποτα. Και εδώ είναι που μου ήταν πολύτιμοι εκείνοι οι μήνες στην Πολιτοφυλακή. Γιατί οι ισπανικές ομάδες της Πολιτοφυλακής όσο διήρκεσαν ήταν κάτι σαν μικρογραφία αταξικής κοινωνίας. Σ’ εκείνη την κοινότητα όπου κανένας δεν είχε την αγωνία του κέρδους, όπου υπήρχε έλλειψη των πάντων, αλλά κανένα προνόμιο και καμιά δουλοπρέπεια, έβλεπε κανείς ένα προμήνυμα για το πώς θα ήταν τα αρχικά στάδια του Σοσιαλισμού. Και αντί να με απογοητεύσει με προσέλκυσε πιο γερά. Έκανε την επιθυμία μου να δω το Σοσιαλισμό να θριαμβεύει, πιο βαθιά απ’ ότι ήταν πριν. Αυτό ίσως να οφείλεται και στην καλή μου τύχη, που βρέθηκα ανάμεσα σε Ισπανούς. Με την έμφυτη καλοσύνη τους και την πάντα παρούσα επίδραση του Αναρχισμού, θα έκαναν ακόμα και τα αρχικά στάδια του Σοσιαλισμού ανεκτά αν τους δινόταν η ευκαιρία. (σελ 119-120)

Οι πολιτικά συνειδητοποιημένοι άνθρωποι γνώριζαν πολύ περισσότερα για την καταστρεπτική πάλη μεταξύ Αναρχικών και Κομμουνιστών παρά για την πάλη ενάντια στον Φράνκο. (σελ. 127)

Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον εξιδανικευμένο «εργάτη» όπως τον έχουν στο μυαλό τους οι αστοί κομμουνιστές, αλλά όταν βλέπω έναν πραγματικό εργάτη με αίμα και οστά να έρχεται σε σύγκρουση με το φυσικό του εχθρό, τον αστυφύλακα, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ με ποιανού το μέρος είμαι. (σελ. 139)

Όπως και πριν, αν δεν σας ενδιαφέρουν οι πολιτικές διαμάχες και τα κόμματα και υπο-κόμματα με τα μπερδεμένα ονόματα (σαν τα ονόματα στρατηγών σε κινέζικο πόλεμο) παρακαλώ προσπεράστε το κεφάλαιο. Είναι άσχημο να αναγκάζεται να μπαίνει κανείς στις λεπτομέρειες της εσωτερικής πολιτικής των κομμάτων. Μοιάζει σα να βουτάς σε βόθρο. Αλλά είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να βρούμε την αλήθεια όσο μπορούμε. Αυτή η άθλια διαμάχη σε μια μακρινή πόλη είναι πιο σημαντική απ’ ότι φαίνεται σε πρώτη όψη. (σελ. 165)

Οι αγγλικές εφημερίδες διάδωσαν ότι αυτά τα πλοία πήγαιναν στην Βαρκελώνα «για να προστατεύσουν βρετανικά συμφέροντα», αλλά είναι γεγονός ότι δεν έκαναν καμιά τέτοια κίνηση, δηλαδή δεν κατέβασαν άντρες ούτε και πήραν πρόσφυγες. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι  γι’ αυτό αλλά είναι τουλάχιστον πιθανό, ότι η βρετανική κυβέρνηση, που δεν είχε κουνήσει το δακτυλάκι της για να σώσει την ισπανική κυβέρνηση από τον Φράνκο, θα επενέβαινε αρκετά γρήγορα  για να την σώσει από την ίδια της την εργατική τάξη. (σελ. 170)

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η Εθνοφυλακή δεν ήταν αγαπητή στην εργατική τάξη. Εδώ και γενιές η «la guardia» ήταν απλώς εξάρτημα του γαιοκτήμονα και του αφεντικού και η Εθνοφυλακή ήταν διπλά μισητή γιατί την υποπτεύονταν –και με το δίκιο τους- ότι δεν ήταν εντελώς πιστή στην πάλη με τους Φασίστες.
(Στην αρχή του πολέμου η Εθνοφυλακή παντού είχε πάει με το μέρος του πιο δυνατού. Σε αρκετές περιπτώσεις αργότερα (π.χ. Σανταντέρ), η τοπική Εθνοφυλακή είχε προσχωρήσει ομαδικά στους Φασίστες) (σελ. 175)

Με το απολυτήριο στην τσέπη ένιωθα πάλι σαν άνθρωπος και λιγάκι σαν τουρίστας. (σελ. 224)

Το γεγονός ότι είχα υπηρετήσει στην Πολιτοφυλακή του POUM ήταν αρκετό για να βρεθώ στην φυλακή. Δεν έβγαινε τίποτα να πιάνομαι από την αγγλική νοοτροπία, ότι είναι ασφαλής κανείς φθάνει να τηρεί τον νόμο. Στην πράξη ο νόμος ήταν ότι ήθελε να τον κάνει η αστυνομία. (σελ. 232)

Πιστεύω ότι σε μια τέτοια υπόθεση κανείς δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι απόλυτα αντικειμενικός. Είναι δύσκολο να είναι βέβαιος για οτιδήποτε, εκτός από ότι είδε με τα μάτια του και συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι γράφουμε μεροληπτικά. Αν δεν το έχω πει πριν στο βιβλίο, το λέω τώρα: να προσέχετε τη μεροληψία μου, τα λάθη για γεγονότα και την παραμόρφωση που δημιουργείται μοιραία από το γεγονός ότι είδα μόνο ένα κομμάτι απ’ όσα συνέβησαν. Και να προσέχετε ακριβώς τα ίδια πράγματα, όταν διαβάζετε οποιοδήποτε βιβλίο γι’ αυτήν την περίοδο του ισπανικού πολέμου. (σελ. 253)

Η αλήθεια γίνεται ψέμα μόλις την προφέρει ο εχθρός σου. (σελ. 262)

Τ’ όνομά σου και τα λόγια σου ξεχάστηκαν
Πριν στεγνώσουν τα κόκαλά σου.
Και το ψέμα που σε σκότωσε
Θάφτηκε κάτω από να μεγαλύτερο ψέμα.

Αλλ’ αυτό που είδα στο πρόσωπό σου
Καμιά δύναμη δεν μπορεί να σβήσει
Δεν έχει βρεθεί ακόμα η βόμβα

Που θα καταστρέψει το κρυστάλλινο πνεύμα. 

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

FRANCK PAVLOFF καφέ αυγή



FRANCK PAVLOFF καφέ αυγή Μετάφραση Έφη Κορομηλά Σχέδια Κωνσταντίνος Μαρκόπουλος, εκδόσεις Αιώρα και φίλοι, Αθήνα 2013

στην Κατερίνα Περισυνάκη [βιβλιοπωλείο ΚΙΧΛΗ]

«Καταλαβαίνεις, δεν μπορούσα να τον κάνω να περάσει για καφέ».

«Μμμ, σπάνιο χρώμα για λαμπραντόρ… Από τι είχε αρρωστήσει;»

«Δεν είναι αυτό το ζήτημα, απλώς δεν ήταν ένας καφέ σκύλος, αυτό είναι όλο».

«Τα ίδια δηλαδή για τα σκυλιά όπως και για τις γάτες;»

«Ναι, τα ίδια». [σελ.10]


Οι πολλοί συναισθηματισμοί δεν οδηγούν πουθενά, και σε ό,τι έχει να κάνει με τα σκυλιά, δεν χωρά αμφιβολία ότι οι καφέ είναι πιο ανθεκτικοί. [σελ.15]


«Ε, γέρο μου, θα πρέπει να ψάχνεις τα σίγουρα στα Καφέ Νέα, μόνο αυτή βγαίνει πια.  Λένε πως για τον ιππόδρομο και τα αθλητικά είναι μια χαρά ». [σελ.16]


Είναι αλήθεια πως, αν διάβαζες προσεκτικά αυτά που συνέχιζαν να κυκλοφορούν οι συγκεκριμένοι εκδοτικοί οίκοι, εντόπιζες τη λέξη «σκύλος» ή «γάτα» τουλάχιστον μια φορά σε κάθε βιβλίο τους, και μάλιστα χωρίς να συνοδεύεται από τη λέξη «καφέ». [σελ.17]

Για λόγους προφύλαξης, είχαμε αποκτήσει τη συνήθεια να προσθέτουμε «καφέ» μετά από τις λέξεις ή στο τέλος των φράσεων. [σελ.20]


Λες και το να κάνουμε απλά αυτό που επέβαλλε η κοινή λογική στην πολιτεία μάς καθησύχασε και μας έκανε πιο εύκολη τη ζωή. Η καφέ ασφάλεια είχε και τα καλά της. Φυσικά, σκεφτόμουν το αγοράκι στο απέναντι πεζοδρόμιο που έκλαιγε για άσπρο κανίς του, το οποίο κειτόταν νεκρό στα πόδια του. [σελ. 24-25]


«Ναι, τώρα θεωρείται αδίκημα και το να είχες παλιά έναν »σκύλο που δεν ήταν καφέ. Κι αυτό δεν είναι δύσκολο να το μάθουνε, ρωτάνε το γείτονα».[σελ.26]


Σήμερα το πρωί, το Ράδιο Καφέ επιβεβαίωσε την πληροφορία. Ο Τσάρλι είναι ανάμεσα στους πέντε συλληφθέντες. [σελ.29]


Να αντισταθούμε περισσότερο, αλλά πώς; [σελ.31]


Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Θοδωρής Καλλιφατίδης: Γράμματα στην κόρη μου


Θοδωρής Καλλιφατίδης Γράμματα στην κόρη μου, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013


[…]Και πεθυμούσα ένα μαχαίρι
Να κόψω τα ίχνη σου
Από το κορμί μου.[σελ.228]

Η μητέρα μου έλεγε ότι η πρώτη λέξη που είπα ήταν «νερό». Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. [σελ. 11]

Η ποίηση είναι επικίνδυνη. Οι άνθρωποι της εξουσίας μπορεί να μην ενδιαφέρονται  για το περιεχόμενο, αλλά θεωρούν ότι αυτή καθεαυτή η ελευθερία του ποιητή να φτιάξει τον δικό του κόσμο είναι απαράδεκτη. [σελ.13]

Ζούσα όπως ζούσα για να γράψω όπως έγραψα ή έγραφα όπως έγραφα επειδή ζούσα όπως ζούσα; Δεν ξέρω. Κι ίσως να μην έχει καμιά σημασία. [σελ. 20]

Το να πηγαίνουν στο θέατρο οι ασθενείς ήταν μέρος της θεραπείας.[σελ.25]

[…] το ταξίδι του είχε τελειώσει στην Ιθάκη, εκεί που από τον Όμηρο κι ύστερα τελειώνουν όλα τα ταξίδια.[σελ. 30]

Η εξορία είναι βιασμός. Υπάρχει συγχώρεση για κάτι τέτοιο; [σελ.34]

Όλος ο κήπος ήταν μια μεταμόρφωση. [σελ.37]

Όσο η ζωή συνεχίζεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, τίποτα δεν έχει συμβεί. [σελ. 41]

Ακούω ξανά, αν και κάπως απόμακρα, τα τρεχούμενα νερά της πόλης μου κι ένας ή δύο στίχοι ρέουν στο μυαλό μου σαν από κρυφή πηγή. [σελ.45]

Μου αρέσει ο κόσμος που κρύβεται πίσω από τη γλώσσα τους. [σελ.47]

Ό,τι  ξεχνούν οι ντόπιοι το θυμούνται οι ξένοι. [σελ.53]

«Νωρίς θα έρθει ο θάνατος φέτος», έλεγα σαν να επρόκειτο για εποχή του έτους. [σελ.58]

Της άρεσαν τα ποιήματά μου. «Είναι σαν τρεχούμενο νερό», μου έλεγε χωρίς να ξέρει ότι ήταν το καλύτερο που μπορούσε να μου πει. Ήταν τα νερά του Σούλμο  που άκουγε. [σελ.74-75]

Το γράψιμο είναι σαν ένα χάδι. [σελ.81]

Τώρα είμαι θύμα της εξουσίας που υμνούσα. [σελ.89]

Ήρθαν και τα χελιδόνια. Λένε  ότι κτίζουν τις φωλιές τους σε ευτυχισμένα σπίτια. Θα δούμε. [σελ. 105]

Στο βαθμό που η ελευθερία γίνεται δώρο, στον ίδιο βαθμό μπορεί να παρθεί πίσω. [σελ. 111]

Το νόημα της κοινωνικής ζωής είναι να τον άλλον στην ησυχία του. [σελ.117]

« Άνηθος είναι αυτό που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη,  δεν είναι μαϊντανός». [σελ.123]

Κάποτε πιστεύαμε ότι ακριβώς η τέχνη και η φιλοσοφία θα γινόταν οι λαϊκές διασκεδάσεις. Γι` αυτό κάναμε τη Ρώμη τόσο πλούσια και τόσο ισχυρή, ώστε να είμαστε όλοι ελεύθεροι με ελεύθερες σκέψεις. Δεν έγινε όπως ελπίζαμε. Όσο πιο πλούσιοι και ισχυροί γινόμασταν, τόσο πιο κενή έγινε η ψυχή μας και τόσο πιο φθηνά τα δημιουργήματά της. [σελ.127]

Ήμουν ένας Ρωμαίος ποιητής που μόλις έδωσε στον σκλάβο του την ελευθερία. Ζούσα σε εξορία από τη Ρώμη,  όχι όμως από την ανθρωπιά μου. [σελ.138]

Αλλά μας έλειπε η θέα. Δεν βλέπαμε την ελευθερία, απλώς ακούγαμε να μιλούν γι` αυτήν. [σελ.140]

Σίγουρα η μητέρα είχε άλλα όνειρα βαθιά στη ψυχή της. Νομίζω ότι τα κληρονόμησα, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι όνειρα ήταν. Αν όμως ο καημός για κάτι άλλο κάπου αλλού κληρονομιέται, τον είχα κληρονομήσει. [σελ.146]

Κανείς δεν θα μου έλεγε «μπράβο» για όσα δεν έγραψα, αν και κατά τη γνώμη μου ήταν το ίδιο σημαντικά. Κάπως έτσι είναι και το καλοστρωμένο κρεβάτι. Κανείς δεν θα μάθαινε  την αγωνία και τα άσκημα όνειρα της νύχτας. [σελ.157-158]

Κανείς ποιητής δεν τραγούδησε την ομορφιά σου
Κανένας άντρας δεν ξεκουράστηκε στην αγκαλιά σου
Κανένα παιδί δεν σε είπε μητέρα
Ο θάνατος τους πρόδωσε
Καλό ταξίδι, κόρη μου
Η ζωή σού είχε δώσει μια υπόσχεση
που  δεν την κράτησε [σελ.179]

«[…] Ο έρωτάς της με έκανε ελεύθερο. Όταν μου χάρισες την ελευθερία, μου άνοιξες την πόρτα της φυλακής μου –δεν μπορώ να το αρνηθώ- αλλά μόνο το ζεστό κορμί της με έκανε να νιώσω πραγματικά ελεύθερος». [σελ.202]

Και το ψέμα είναι κι αυτό σαν μια εξορία από τον εαυτό μας. [σελ.237]

Η εξορία με έχει κάνει έναν άλλο άνθρωπο, κι αυτό ίσως να ήταν το νόημα από την αρχή. [σελ.247]

«Όποιος δεν έχει χρόνο να γράψει ποίηση, δεν είναι ποιητής», της είπα. Δε θύμωσε.
«Έτσι είναι», είπε θλιμμένη. [σελ.256]


Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν-Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή

Οι Ράμπλας προετοιμάζονταν για να δεχθούν αυτούς που θα έψαχναν τα ρεστοράν και τις καφετέριες. Άρχισαν να εξαφανίζονται οι περαστικοί με το ανάλαφρο βήμα και τα πηγαδάκια που σχημάτιζαν οι συνταξιούχοι μπροστά στα κιόσκια των εφημερίδων. Τη θέση τους έπαιρνε μια αργή, θορυβώδης μάζα, πιο χαρούμενη, μπροστά στην προοπτική των γαστρονομικών μυστηρίων που βρίσκονταν κλεισμένα σε σκοτεινά σοκάκια, όπου κάθε μέρα φύτρωναν καινούργια ρεστοράν, ένα ακόμα δείγμα του δημοκρατικού πλουραλισμού στον αγώνα για την απελευθέρωση από τον οικιακό γαστρονομικό πατερναλισμό. Μέσα στην ολοκληρωτική κρίση της πατριαρχικής κοινωνίας οι αρχηγοί των οικογενειών αναζητούσαν, με την ταχυπαλμία που έχει κανείς σε μια ερωτική συνάντηση, καινούργια ρεστοράν με την απαγορευμένη σάλτσα από κρέμα γάλακτος και μανιτάρια του Ολότ, πιάτα με ζαρτιέρες και μαύρα διαφανή εσώρουχα, πιάτα στοματικού έρωτα, που να τρώγονται στα τέσσερα, με την γλώσσα έτοιμη να δεχθεί τις διάφορες γεύσεις από τ’ αρωματικά χόρτα και τις τηγανίτες με τα καυτερά καρυκεύματα. (σελ 32-33)

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο κοντινό σ’ έναν πρώην κομμουνιστή όσο ένας πρώην κληρικός. Να αμαρτήσεις ενώπιον της Ιστορίας ή ενώπιον του Θεού; (σελ. 46)






Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, "Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή", μετάφραση Αλέκα Βλάχου, εκδόσεις Μέδουσα


Κάποιος είχε πει κάποτε ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σ’ έναν που έχει μανία καταδίωξης, είναι να τον καταδιώκουν στην πραγματικότητα. (σελ. 73)

Από την έκταση του ταβανιού στα χαρτιά του ντοσιέ. (σελ. 108)

«Πως τελείωσε η συνεδρίαση;»
«Σου ανταλλάσω την πληροφορία με το πώς τελείωσε η δικιά σου.»
«Στο κρεβάτι, αλλά ο καθένας στον δικό του.»
«Καινούργιος τρόπος αυτός;»
«Και ο καθένας στο σπίτι του.»
«Ακόμα καλύτερα. Έρως εξ αποστάσεως.» (σελ. 122-123)

Η φιλοδοξία μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιαδήποτε τομέα. Υπάρχουν μέχρι και σκουπιδιάρηδες φιλόδοξοι. (σελ. 124)

Η περίοδος του αγοραστή-αναγνώστη είχε σταματήσει στην αρχή της δεκαετίας του ’70, από τη μέρα που συνειδητοποίησε ότι ήταν σκλάβος μιας κουλτούρας που τον είχε απομακρύνει από την ζωή και που του είχε αμβλύνει την ευαισθησία του όπως τα αντιβιοτικά μπορούν να καταστρέψουν την αντίσταση του οργανισμού. (σελ. 189)


Διαλέγω κουβέντες που δεν μου θυμίζουν αυτό που πάντα μου θυμίζουν οι κουβέντες μου και ανακαλύπτω το πόσο φτωχό είναι το λεξιλόγιο μου όταν θέλω να βγω από ένα «κλειστό» γλωσσολογικό κώδικα, δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός και κατά πόσο θα ήθελα να συμβαίνει κάτι τέτοιο. (σελ. 252)

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Νύχτα γιορτής


ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ Νύχτα γιορτής Μετάφραση: Δημήτρης Καζάκος, Τα μικρά Κλασικά, εκδόσεις Πατάκη, 1996


Φαίνεται σαν να `ναι ο καθαρός ουρανός που παίζει˙  ο ίδιος άνεμος παίζει μουσική αυτό το βράδυ. [σελ. 13]

Οι μουσικές εκρήξεις έφταναν πλέον κατά κύματα, αέρινες, σαν να στροβιλίζονταν στην ήρεμη ατμόσφαιρα καθώς ελευθερώνονταν στον ουρανό μέσα από τη φασαρία, την έξαψη και το κρασί απ` όπου γεννιούνταν˙ καθαρός, απόκοσμος ήχος όπως εκείνος του ανέμου. [σελ. 19]

Πήγε να δει την παράγκα του τσίρκου και λέει ότι υπάρχουν ένα σωρό πράγματα, η γυναίκα όμως είναι το πιο ωραίο. [σελ. 27]

- […] Και σε τι άλλα θαύματα σε έκαναν να ελπίζεις;
- Εσείς τα κάνετε τα θαύματα, πάτερ.  Ποιος μίλησε για χορούς και τραγούδια; [σελ.39]

Στα ουρλιαχτά που μετακινούσαν τα σύννεφα καπνού έσταζε ο ιδρώτας. [σελ.42]

Έξι χρόνια δε μυρίζω παρά αυτή τη μυρωδιά και παντού κόσμος βρομάει: μουσική, φασαρία, κόκκινα πρόσωπα, μεθυσμένα, κόσμος που ανοίγει το στόμα που φωνάζει και πίνει. Το καλοκαίρι μυρίζει ιδρωτίλα, το χειμώνα στάβλο. [σελ.49]

- Εγώ δεν νυστάζω, αλλά έχω μεγάλη όρεξη. Δεν νυστάζω πια, μου φαίνεται ότι ανακάλυψα πως η νύχτα ερεθίζει όλες τις αισθήσεις.
- Γι` αυτό κοιμόμαστε τη νύχτα
- Κρίμα, πάτερ. [σελ. 57]

- […] Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί τη νύχτα.
- Δεν το ξέρατε;
- Μόλις τώρα θυμήθηκα ότι μικρός το ήξερα, αλλά τότε φοβόμουν το σκοτάδι. [σελ.59]

Νύχτα γιορτής

Καθώς ήμουν ανέκαθεν μοναχικός, μου φαίνεται ότι έκανα πολλά για να μην προδώσω τις σκέψεις μου. [σελ.68-69]

Βάλθηκα να της εξηγώ μυθιστορήματα και ποιήματα, ενώ η Τσίλια έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να με παρακολουθήσει. [σελ. 71]

Για μένα η τύχη ήταν ανέκαθεν μια μακρινή περιπέτεια, η αναχώρηση, το ατμόπλοιο στη θάλασσα, η είσοδος στο λιμάνι γεμάτη θορύβους από μέταλλα και φωνές, η αιώνια φαντασίωση. [σελ. 74]

Ήμουν τόσο πολύ ευχαριστημένος με τη μοναξιά, ώστε είχε ατροφήσει μέσα μου κάθε αίσθηση ανθρώπινης επαφής και δεν μπορούσα να ανεχθώ και να ανταποκριθώ σε οποιαδήποτε τρυφερότητα. [σελ. 84-85]

Γαμήλιο ταξίδι

Στην πραγματικότητα όλοι περιμένουμε. [σελ.91]

Η γυμνότητα του ουρανού προσκαλεί τη δική μας. [σελ. 92]

Δεν ξεφεύγεις ούτε στο νερό από τη μοναξιά και την αναμονή. [σελ. 93]

Καθημερινή πισίνα

σημειώσεις: 

  • Ο μικρός αυτός τόμος περιέχει τα διηγήματα "Νύχτα γιορτής" (1937), "Γαμήλιο ταξίδι" (1936) και "Καθημερινή πισίνα" (1941).
  • Υπεύθυνος για την σειρά "Τα μικρά κλασικά" των εκδόσεων Πατάκη ήταν ο ποιητής  Σπύρος Τσανκιάς.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Γιάννης Ευσταθιάδης Δωμάτιο παντού



 Γιάννης Ευσταθιάδης Δωμάτιο παντού διηγήματα εκδόσεις Μελάνι


Βλέποντας το φως να διαθλάται, πράσινο, μέσα στο ακίνητο νερό που μόνο κάποιες φυσαλίδες οξυγόνου το ανατάραζαν στις άκρες, αισθάνθηκε μ` έναν κόμπο στο λαιμό όλη την ακατέργαστη ωρολογιακή μοναξιά των μελλοθανάτων [σελ.12]
Ενυδρείο

Παλιά κάπνιζε, αλλά εδώ και χρόνια το έχει κόψει, προστατεύοντας όχι τόσο την υγεία της
-πιστεύει-,  όσο τη φωνή της. [σελ.13]
Βιογραφικό

Η μουσική μου είναι πάντα ένα παχύ, υφασμένο από νότες χαλί που πάνω του πατάνε σιγανές ομιλίες, εξομολογήσεις, σημαντικές αποκαλύψεις και μικρά ή μεγάλα πάθη. [σελ. 20]

Κάποια βράδια –καθημερινές, συνήθως-, όταν και οι τελευταίοι θαμώνες αποχωρήσουν νωρίς και διαλυθούν οι πυκνοί καπνοί, χαμηλώνω τα φώτα και ξανακάθομαι στο πιάνο. [σελ.23]
«Deep is the ocean»

Μετά την τελευταία μπουκιά, παίρνει ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και μαζεύει τις σταγόνες με το αίμα που έχουν μείνει στο άδειο πιάτο. [σελ.41]
Γυναίκα και περιστέρι

Καθώς τη στριφογύριζε με απόλαυση, και τα κίτρινα από τον καπνό δόντια του, ετοιμοπόλεμα, ξεκίνησαν τη μεθοδική τους εργασία, η ευέλικτη γλώσσα και ο στοχαστικός ουρανίσκος άρχισαν να ξεχωρίζουν κατά στρώματα τις επιμέρους γεύσεις και τα υλικά.[σελ.43]

[…]ένα μικρό κομμάτι παγωμένης σελήνης, όπως αυτή που θρέφει τα χειμωνιάτικά βράδια των κοιμητηρίων. [σελ. 46]
Υλικά

Κι όμως εγώ έχω γεμίσει τη ζωή μου με υποκατάστατα, μόνο και μόνο για να είσαι ευχαριστημένος! Ξέρεις τι θα πει «υποκατάστατο»; [σελ.48]
Ποιος φοβάται τη βασιλόπιτα;  

Πηγαίνεις να φας μόνος. [σελ.55]

Μη πτοηθείς. [σελ.55]

Ανάλυσε. Παρατήρησε. Στοχάσου. [σελ.56]

Άπλωσε κι ακούμπησε το χέρι τους[με πρόσχημα ότι θέλεις την παρακείμενη αλατιέρα]. Απρόσεκτα χύσε μια σταγόνα κόκκινο κρασί –σπονδή στο ιδεώδες τετελεσμένο. [σελ.59]
Ένα κουβέρ

Σήκωσε το χέρι και σημάδεψε. […] Μέσα στην κλούβα, σκεφτόταν πώς να εξηγήσει το απονενοημένο διάβημα. [σελ.63]
Συνταγή ζαχαροπλαστικής

Το βαλιτσάκι μου… Χαμογελώ κάθε φορά που το σκέπτομαι, γιατί αν [λέω αν, μολονότι είμαι επιμελέστατος] καμιά φορά το λησμονήσω κάπου, αυτοί που θα το βρουν, θ` αναρωτιούνται ποιο είναι το επάγγελμά μου.[σελ.67]

Κάνω όλο και πιο συχνά αναδρομές στο παρελθόν μου, πράγμα που σημαίνει, ίσως, πως μεγάλωσα, κι όλο και πιο συχνά δε βολεύομαι πια με εξηγήσεις που ως χθες ηχούσαν στ` αφτιά μου καθησυχαστικές. [σελ.73]

Σταματώ για λίγο και κοιτάζω τον ουρανό. [σελ.75]
Η φωτογράφιση

Α, πως θα `θελε να ξεφύλλιζε το παρελθόν της μέσα από «σκονάκια» που αποστήθιζε στη διάρκεια της πολύχρονης μαθητείας στη ρουτίνα! [σελ.81]
Ψώνια

Σκατοδουλειά θα πεις, αλλά εκείνος αγόγγυστα την εκτελούσε, λες και ήταν εξοικειωμένος πιο πολύ με το θάνατο παρά με τη ζωή… [σελ.112]

[…] φρόντιζε –έναντι πενιχρού, υποθέτω, φιλοδωρήματος- την αποκομιδή κάποιων νεκρών και έπλενε, ως είθισται, τα οστά τους με κόκκινο κρασί. [σελ.114]
Φρέσκα του θανάτου[1]

[…]έστελναν τον τελευταίο τους χαιρετισμό με όλη την επισημότητα που ταιριάζει όταν νεκρός χαιρετάει νεκρό.[σελ.117]
Requiem

Η λέξη του ξεγλιστρούσε, σαν να `παιζε ένα αδυσώπητο κρυφτό. [σελ. 121]

Ο μορφασμός αυτός, αναπάντεχα πολλαπλασιασμένος σε φανταστικά κάτοπτρα, μετακύλισε τη γεύση του πικρού καφές σε παρελθόντα χρόνο. [σελ.127]

[…] (θαρρείς και η νέα μνήμη του λειτουργούσε σαν απουσιολόγος του παρελθόντος)[…] [σελ. 130]

«Νυκτανθές το πένθιμον – Nyctanthes arbortristis» ψιθύρισε με ακαριαία αντίδραση. [σελ.136]
Δωμάτιο παντού

[1] Ο τίτλος, στίχος του Γιάννη Βαρβέρη

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Rosa Montero-La ridícula idea de no volver a verte


“La ridícula idea de no volver a verte”, Rosa Montero, Seix Barral Biblioteca Breve

Te confieso que tengo una idea de lo que quiero hacer con este texto, pero ¿se mantendrá el proyecto hasta el final o aparecerá cualquier otra cosa? Me siento como ese pastor del viejo chiste que está tallando distraídamente un trozo de madera con su navaja, y que cuando un paseante le pregunta, “¿Qué figura está haciendo?”, contesta: “Pues, si sale con barbas, san Antón y si no, la Purísima Concepción.” (pag. 10)

Si te fijas bien, es posible que Fernando Pessoa se refiera a eso en sus célebres versos: “El poeta es un fingidor. Finge tan completamente que llega a fingir dolor del dolor que de veras siente.” (pag. 16)

En los primeros días (después la muerte), la gente dice: “Llora, llora, es muy bueno”, y es como si te dijeran: “Ese absceso hay que rajarlo y apretarlo para que salga el pus.” Y precisamente en los primeros momentos es cuando menos ganas tienes de llorar, porque estás en el shock, extenuada y fuera del mundo. Pero después, enseguida, muy pronto, justo cuando tú estás empezando a encontrar el caudal aparentememte inagotable de tu llanto, el entorno se pone a reclamarte un esfuerzo de vitalidad y de optimismo, de esperanza hacia el futuro, de recuperación de tu pena. Porque se dice precisamente así: Fulano aún no se ha recuperado de la muerte de Mengana. Como si se tratara de una hepatitis (pero no te recuperas nunca, ése es el error: uno no se recupera, uno se reinventa). (pag. 29-30)

En el origen de la creatividad está el sufrimiento, el propio y el ajeno. El verdadero dolor es inefable, nos deja sordos y mudos, está más allá de toda descripción y todo consuelo. El verdadero dolor es una ballena demasiado grande para poder arponeada. (pag. 31)

Todos necesitamos la belleza para que la vida nos sea soportable. Lo expresó muy bien Fernando Pessoa: “La literatura, como arte en general, es la demostración de que la vida no basta.” (pag. 32)

Querría poderme beber, como un vampiro, todos sus momentos de felicidad. (pag. 69)

...con el tiempo he descubierto que la normalidad no existe, que no viene de la palabra normal, como sinónimo de lo más común, lo más abudante, lo más habitual, sino de norma, de regulación y de mandato. La normalidad es un marco convencional que homogeneiza a los humanos, como ovejas encerradas en un aprisco, pero si miras desde lo suficientemente cerca, todos somos distintos. (pag. 82)

... en 1925, un falso doctor llamado William Bailey patentó y comercializó un producto llamado Radithor, consistía en una solución de agua con isótopos radiactivos y supuestamente curaba la despepsia, la impotencia, la presión arterial elevada y “ciento cincuenta enfermedades endocrinológicas más”. Dos años más tarde, un millonario y campeón de golf llamado Eben Byers empezón a tomar el Radithor por prescripción médica para tratar un dolor crónico en el brazo. Por lo visto al principio declaró que se sentía rejuvenecido (¡lo que es la sugestión!) pero en 1932, después de haberse tragado entre mil y mil quinientas botellas de tónico a lo largo de cinco años, Byers murió físicamente deshecho: anemia severa, destrucción masiva de los huesos de la mandíbula, del cráneo y del esqueleto en general, delgadez extrema y disfunciones en el riñon. Se organizó un escándalo y las autoridades tomaron medidas. Pero resulta increíble que nadia actuara antes: supongo que había demasiados intereses en juego. ¿No te inquieta pensar cuál será hoy nuestra radiactividad autorizada, que sustanciás legales nos estarán matando estúpidamente? (pag. 105)

El cerebro es así. Teje la realidad, constuye el mundo. (pag. 116)

¡Y ahora escucha! Lo que acabo de hacer es el truco más viejo de la Humanidad frente al horror. La creatividad es justamente esto: un intento alquímico de transmutar el sufrimiento en belleza. El arte en general y la literatura en particular, son armas poderosas contra el Mal y el Dolor...
...Aplastamos carbones con las manos desnudas y a veces conseguimos que parezcan diamantes. (pag. 119)

Hace unos años publiqué un microrelato sobre el tema. Se titulaba “Un pequeño error de cálculo”:
Regresa el Cazador de su jornada de caza, magullado y exhausto, y arroja el cadáver del tigre a los pies de la Recolectora, que está sentada en la boca de la caverna separando las bayas comestibles de las venenosas. La mujer contempla cómo el hombre muestra su trofeo con ufanía pero sin perder esa vaga actitud de respeto con que siempre la trata; frente al poder de muerte del Cazador, la Recolectora posee un poder de vida que a él de sobrecoge. El rostro del Cazador está atirando por la fatiga y orlado por una espuma de sangre seca; mirándole, la Recolectora recuerda al hijo que parión en la pasada luna, también todo él sangre y esfuerzo. Se enternece la mujer, acaricia los ásperos cabellos del hombre y decide hacerle un pequeño regalo: durante el resto del día, piensa ella, y hasta que el sol se oculte por los montes, le dejaré creer que es el amo del mundo. (pag. 157)

...vamos perdiendo facultades y la vida nos empuja sin que nos demos cuenta hacia las vías muertas. La última vez que uno sube a una montaña. La última vez que bucea. La última vez que juega un partido fútbol con los amigos. Por lo general, uno no sabe que es la última vez mietras lo hace. Es el tiempo el que se encarga de despedirnos retrospectivamente de nuestras posibilidades. La última vez que uno hace el amor...(pag. 183)

Y con esta sencillez acabó todo. Salvo en las operas y los melodramas, la muerte es un anticlímax. (pag. 191)

Te confieso que he cortado dos párrafos que había incluido en la primerísima versión de este libro; dos fragmentos que contaban algo de Pablo. Esto es, me he censurado. (pag. 194)

El tuétano de los libros está en las esquinas de las palabras. (pag. 196)


Σάββατο 13 Απριλίου 2013

ΚΛΩΝΤ ΣΙΜΟΝ ΤΟ ΤΡΑΜ

ΚΛΩΝΤ ΣΙΜΟΝ ΤΟ ΤΡΑΜ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΩΜΑΣ ΣΚΑΣΣΗΣ[1],  εκδόσεις βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ

[…]και είχε εκείνες τις προκλητικές αφίσες οι οποίες, με έντονα χρώματα, παρουσίαζαν στους επίδοξους θεατές τα γιγαντιαία πρόσωπα αναμαλλιασμένων γυναικών με τα κεφάλια ριγμένα πίσω και τα στόματα ανοικτά σε μια κραυγή τρόμου ή ένα κάλεσμα φιλιού. [σελ.14]

[…]δίνοντας και οι δυο τους την ώρα που διέσχιζαν τα λίγα εκείνα μέτρα την εικόνα ενός διπλασιασμένου προσώπου[…] [σελ.18]

[…]σαν την αιφνίδια, θορυβώδη εισβολή του κόσμου των ζωντανών στον αντίθετό του[…] [σελ.27]

[…]λες και (σύμφωνα με τη συνήθεια ν` αποδίδει κανείς στα πράγματα ή στις μηχανές σκέψεις και προθέσεις που προσιδιάζουν στον άνθρωπο)… λες και το ίδιο το τραμ την κοπανούσε μ` ένα είδος κοροϊδευτικού και κακού γέλιου, αφήνοντάς  τους εκεί […] [σελ. 31]

[…](σ` όλα αυτά ερχόταν επιπλέον να προστεθεί στα παιδικά μας μυαλά μια κάποια φωνητική σύγχυση ανάμεσα στη λέξη ψαράδες και στους «πτωχούς αμαρτωλούς» της προσευχής[2]) [σελ. 47]

[…]αφού κάθε χειρονομία, κάθε κίνηση έμοιαζε με την καρικατούρα της, όχι γιατί κάποια στιγμή τρέκλισε ή κόντεψε να πέσει ή έκαμε κακό υπολογισμό στις κινήσεις του: αντιθέτως, όλες γινόταν με μια προσεκτική εξοικονόμηση (για να μην πούμε τσιγκουνιά) των δυνάμεων του, αλλά τις καθοδηγούσε (δεν μπορούμε να το πούμε αλλιώς) με τέτοια βραδύτητα ώστε οι  μετακινήσεις του, οι παραμικρές ενέργειες του ν` αποκτούν κάτι το παραισθησιακό[…] [σελ.60]

[…]την προηγούμενη (ή πριν από δυο μήνες: όσο αστείρευτη ήταν η λογοδιάρροιά του, τόσο τα γεγονότα σπανίζουν στη ζωή του), είχε κερδίσει στην Λέσχη χάρη στην επιδεξιότητά του[…] [σελ.71]

[…]διαφημίσεις στις οποίες μπορούσε εξάλλου κανείς να δει ζωγραφισμένες σε διάφορα προκαθορισμένα σημεία στο κέντρο της πόλης ή αλλού, χωρίς τον παραμικρό σεβασμό στα μνημεία ή στα οικοδομήματα πάνω στα οποία έμπαιναν[…] [σελ.79]

[…]αυτοκίνητο κι εγώ δεν ξέρω τι μάρκας που (όπως κι εκείνα της μητέρας ή των αδελφών του) ερχόταν πάντως σε μεγάλη αντίθεση με το ογκώδες Φορντ με το θαμπό γκριζοπράσινο χρώμα του συζύγου της θείας μου που βρισκόταν παρκαρισμένο παραδίπλα: πρόσκληση σχεδόν καθιερωμένη κάθε χρόνο η οποία υποτίθεται ότι γεφύρωνε κατά κάποιον τρόπο την τεράστια απόσταση που χώριζε όχι μόνο τις περιουσίες των δύο οικογενειών αλλά και την κοινωνική τους θέση[…] [σελ.93-94]

[…]το δοχείο του οποίου το περιεχόμενο έτρεχε σταγόνα σταγόνα  μέσα σε μια φλέβα του καρπού μου, δοχείο φτιαγμένο από ένα ημιδιαφανές ανοικτόγκριζο  υλικό το οποίο, καθώς συρρικνωνόταν προοδευτικά, θύμιζε στο τέλος εκείνες τις γουρουνοκοιλιές που έβλεπε κανείς άλλοτε στις προθήκες των αλλαντοπωλείων. [σελ.102]

[…]«Πόσο όμορφη ήταν ανάμεσα σ` όλα αυτά τα λουλούδια!», φράση που μπορούσε εξίσου καλά να υπαινίσσεται το γάμο μιας φίλης των νοσοκόμων ή μια νεκρή ξαπλωμένη στο φέρετρό της στο νεκροτομείο[…] [σελ.104]

[…]το πλήθος που τους συνόδευε δεν ήταν βυθισμένο στην περισυλλογή, όπως γίνεται σύμφωνα με τα έθιμα της δύσης, αλλά θορυβώδες, ενώ μια ή περισσότερες μακρόσυρτες μελωδίες ασυντόνιστες μεταξύ τους που αντηχούσαν από την καρδιά αυτής της συγκεχυμένης ή μάλλον φρενήρους αναταραχής έφερναν κι αυτές στο νου κάποια γιορτή[…] [σελ.109]

Όπως έμοιαζε να συγκεντρώνει με φροντίδα που έφτανε στα όρια της παραίσθησης τις λίγες σωματικές και όλες τις πνευματικές δυνάμεις που του απέμεναν για να μη σκοντάψει, […] με τον ίδιο τρόπο έμοιαζε ότι εφάρμοζε  την αρχή της εξοικονόμησης δυνάμεων και στις συναισθηματικές σχέσεις[…] [σελ.110-111]

[…]όπου το μόνο που απέμενε ήταν ένα μικρό κίτρινο ορθογώνιο αιωρούμενο ψηλά στον αέρα. [σελ.117]



[…]η αψηλάφητη και προστατευτική ομίχλη της μνήμης. [σελ.128]


[1]  Κρατικό βραβείο μετάφρασης [ 2004 ]
[2] στα γαλλικά οι λέξεις ψαράς και αμαρτωλός είναι σχεδόν ομόηχες [Σ.τ.Μ]
 

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Θοδωρής Καλλιφατίδης: Τα περασμένα δεν είναι όνειρο


Θοδωρής Καλλιφατίδης, Τα περασμένα δεν είναι όνειρο, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012






στον φίλο Αντώνη Ρασούλη...

Δεν ήταν διαβασμένος, στην πραγματικότητα ήταν σχεδόν αναλφάβητος, αλλά οι τύχες της πόλης είχαν περάσει μια για πάντα στις καρδιές του κόσμου από τραγούδια κι ιστορίες [σελ.10]

Δεν είχε νόημα να δούμε μήπως ο πατέρας μου ήταν εκεί. Δεν πήγαινε ποτέ σε καφενείο. Αυτό ήταν ένα από τα πράγματα, για τα οποία μπορούσα να είμαι βέβαιος. Ποτέ καφενείο, ποτέ κομπολόι, ποτέ κουρασμένος. [σελ.13]

Ο Αντώνης δεν ήταν ηγέτης, είχε όμως ό,τι ένας ηγέτης χρειάζεται. Στη γειτονιά δεν ήταν ποτέ ο πρώτος, ήταν όμως πάντα ο δεύτερος, κι αυτό του άρεσε. [σελ.17]

Όλοι λέγαν πως θα είχε λαμπρό μέλλον. Το μέλλον καμιά φορά όμως είναι πολύ κοντά. [σελ.21]

Δεν υπήρχαν αλλά φιλιά από τα κλεμμένα. [σελ.24]

Κάθε χαρά  ήταν αμαρτία, κι η μεγαλύτερη ήταν ο έρωτας. […] Εγώ το `σκασα στον κάμπο, ήταν άνοιξη, το γιασεμί κι οι πασχαλιές μοσχοβολούσαν. Από τότε όλες μου οι αμαρτίες έτσι μυρίζουν. [σελ. 27]

Από βλαχάκι, βασιλιάς χάρη στη γλώσσα. Θα το θυμόμουν Χρόνια αργότερα θα αναγκαζόμουν να το ξανακάνω. [σελ.35]

Πάνω απ` όλα λάτρευα τη Γραμματική, που δεν οργάνωνε μόνο τη γλώσσα αλλά και το χρόνο. [σελ.44]λ

Μόνο η γυναίκα-μητέρα γλίτωνε από το μίσος. Μα αυτό δεν ήταν παρά ένα άλλοθι. Αφού αγαπούμε τη μητέρα μας, δεν μπορούμε να μισούμε τις γυναίκες, μα καμιά γυναίκα δεν ήταν σαν τη μητέρα μας. [σελ.53]

«Αυτό ήταν το πιο σύντομο ‘για πάντα’, που μου έχει τύχει» είπε ο Κωστάκης και μ` έκανε να γελάσω. [σελ.64]

Δεν αρκούσε να καταλάβουμε τον κόσμο, έπρεπε να τον αλλάξουμε κιόλας. Τι φιλοδοξία πρέπει να έχει κανείς για να πει κάτι τέτοιο; Από την άλλη μεριά γιατί όχι; Τι νόημα έχει να γράφεις, αν δεν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο; [σελ.71]

Γράφω για να φτάσω στην αυτοσυγκέντρωση που απαιτεί το γράψιμο. Τα υπόλοιπα είναι συνέπεια αυτού. [σελ.84]

Η Κόρινθος ήταν γνωστή μόνο για τις σταφίδες της. [σελ.112]

Εγώ είμαι παιδί της Φρειδερίκης. [σελ.115]

Η βία μάς κάνει αγνώριστους. [σελ.123]

Εγώ δεν θα συνέχιζα τη δουλειά του πατέρα μου. Αντίθετα θα κληρονομούσα τη μοίρα του. Μια μέρα θα γινόμουν φυγάς και ξένος.[σελ.135]

Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ένα αστέρι στον ουρανό, τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβα να κάνω ευχή. Δεν ήξερα αν ο αδελφός μου είχε προλάβει, αλλά ξέραμε κι δύο τι θα ευχόμαστε: τα περασμένα να ήταν όνειρο. [σελ.143]

Εκείνη η αθωότητα ίσως να είναι ο χαμένος παράδεισος. Δεν είναι μόνο η ζωή ένα όνειρο, αλλά και το όνειρο είναι ζωή.[σελ.152]

Ο διάβολος δεν έχει μόνο πολλά πόδια, καμιά φορά είναι και ωραία.[σελ.157]

Ξαφνικά κατάλαβα τι σήμαινε να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου. Την καρδιά σου πετούσες. [σελ.170]

Ήξερα μόνο μια σουηδική λέξη, να λέω καλημέρα, και δε μου χρησίμευε σε τίποτα, γιατί η ώρα ήταν έξι το απόγευμα. Έβρεχε.[σελ.173]

Εκείνο το βράδυ δε γύρισα σπίτι μου. Έχουν περάσει σαράντα δύο χρόνια από τότε κι ακόμα δεν έχω γυρίσει.[σελ.183]

Με λίγα λόγια, για μια φορά ακόμα είχα μπροστά μου το παρελθόν.[σελ.196]

[…]ό,τι μετράει στη ζωή δεν περιγράφεται, μόνο εκείνα που δε μετρούν.[σελ.200]

Ποιος θα διάβαζε τα βιβλία μου τώρα «κεκλεισμένων των θυρών», όπως έλεγε, γιατί είχαν τόσο σεξ και τόσες βρισιές; Ποιος θα ρωτούσε αν όλα αυτά ήταν «στο κεφαλάκι σου»; Ποιος θα με έλεγε «νυφίτσα» και «σιγανοπαπαδιά»; [σελ.209]

Με λίγα λόγια ήταν ξανά μια κηδεία. Την πρώτη φορά θάφτηκε ο άνθρωπος, τη δεύτερη η μνήμη του.[σελ.212]

Ένα μεγάλο κομμάτι από το παρελθόν είχε ασφαλτοστρωθεί.[σελ.220]