Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Τσέζαρε ΠΑΒΕΖΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



Τσέζαρε ΠΑΒΕΖΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 1993

Εγώ που τον ήξερα, είμουν πολύ ευχαριστημένος απ` αυτή τη σιωπή, μα ζήλευα κιόλας: γιατί ο Ντόρο ανήκει στους ανθρώπους που η ευτυχία τους κάνει σιωπηλούς ˙ [σ. 14]

Κι οι συζητήσεις μας τότε – σαν τις σκέφτομαι, κοκκινίζω – μου μοιάζουν απίστευτες. Είμασταν ακόμα στην ηλικία που αφουγκράζεσαι τα λόγια του φίλου σαν να `ν` δικά σου, και περνάς τη ζωή μαζί με κάποιον άλλο ˙ είναι κάτι που κι ένα γεροντοπαλλήκαρο σαν κι εμένα πιστεύει ακόμα και σήμερα ότι ορισμένα παντρεμένα ζευγάρια μπορούν να το κάνουν. [σ. 20]

Μόλις σουρούπωσε, ξαναπήραμε για λίγο το μεγάλο ανηφορικό δρόμο που `κοβε την κοιλάδα στα δύο – ο ήλιος είχε πέσει κιόλας χαμηλά στη γεμάτη σκόνη πεδιάδα, οι γαζίες άρχιζαν να λικνίζονται απαλά στο αεράκι που σηκώθηκε. [σ.23]

Βγήκαμε έξω να ξεπιαστούν λιγάκι τα ποδάρια μας – το φεγγάρι μας έδειχνε το δρόμο. Στο φως του μοιάζαμ` όλοι του εργάτη με την ασβεστωμένη μούρη που `μοιαζε μάσκα. [σ.26]

Χαμογελώντας με σιγουριά μου `χε δώσει το χέρι – τα μάτια της παίζανε στο ηλιοκαμένο της πρόσωπο πιο καθαρά και πιο σκληρά απ` ό,τι παλιότερα. [σ.37]

Του είχε συμβεί ό,τι συμβαίνει σε όλο τον κόσμο: η πραγματικότητα είχε μασκαρευτεί στο αντίθετό της. Σαν τις τρυφερές ψυχές που συμπεριφέρονται άγρια. «Τονε ζήλευα», είπα, «έτσι παιδί καθώς είταν, μπορούσε να τρέφει ακόμα αυταπάτες για το ποιος είναι ο αληθινός του χαρακτήρας.» [σ.49]

Ο φίλος μας ο Γκουίντο επέμενε πως το φλοίσβισμα είταν το κρυφό πάθος της Κλέλιας, ο εραστής με τον οποίο μας απατούσε όλους. «Δεν νομίζω», έλεγε η Κλέλια. «Εγώ απλώς το ακούω ξαπλωμένη και γυμνή στον ήλιο κι όποιος θέλει ας μας βλέπει.» «Ποιος να ξέρει», έλεγε ο Γκουίντο, «ποιος να ξέρει τι κουβέντες έχει μια γυναίκα σαν κι εσάς με το κυματάκι. Φαντάζομαι τι θα λέγατε πριν που είσασταν αγκαλιά.» [σ.52]

Κολυμπούσε καλά, κι ό,τι είχε πει, δεν το `χε πει από αμηχανία. Είταν εκατό τοις εκατό απόφασή της. «Εμένα μου αρκεί η συντροφιά της θάλασσας. Δεν θέλω κανέναν άλλο. Στη ζωή δικό μου δεν έχω τίποτα – μόνο τη θάλασσα.» [σ.73]

Εκείνα τα χρόνια όλα είταν για την Κλέλια ένας φόβος. Τις πρώτες της ερωτικές σκέψεις τις έκανε μπροστά σ` έναν πίνακα του οσιομάρτυρος Σεβαστιανού: έδειχνε έναν γυμνό νεαρό, βουτηγμένον ολόκληρο στο αίμα, το αίμα να `χει γίνει κρούστα, και η κοιλιά του κατατρυπημένη από βέλη. Τα θλιμμένα και ερωτικά μάτια του αγίου την έκαναν να ντρέπεται, να φοβάται να τον κοιτάξει ˙ έρωτας για την Κλέλια είταν αυτή η σκηνή.
«Μα γιατί σας το διηγήθηκα…», αναρωτήθηκε. [σ. 81-82]

Το βράδυ στο σπίτι κάπνιζα καθισμένος στο παράθυρο. Ο κόσμος λέει πως το κάπνισμα σου ξελαμπικάρει το μυαλό, μα η αλήθεια είναι ότι με τον καπνό οι σκέψεις διαλύονται σαν την ομίχλη, οπότε κι εσύ φαντάζεσαι πράγματα που είναι πολύ διαφορετικά απ` αυτό που λέγεται σκέψη. Οι πραγματικές ιδέες σου έρχονται `κεί που δεν τις περιμένεις: στο τραπέζι, στο κολύμπι, πάνω στην κουβέντα. [σ. 83]

«Έτσι και ξαναγινόμουν παιδί», μου είπε, «θα γινόμουν οπωσδήποτε ζωγράφος. Θα την κοπάναγα απ` το σπίτι, χωρίς να παραλείψω να δώσω και μια στην πόρτα – είναι, όπως και να το κάνουμε, θέμα να το πάρεις απόφαση.» [σ.91]

Στρίβοντας στο δρομάκι μας αντίκρισα την ελιά και μ` έπιασε κακοκεφιά. Παραδέχθηκα ότι το πιο ακατάλληλο μέρος να μείνεις, είναι `κείνο όπου κάποτε έμεναν άνθρωποι ευτυχισμένοι. [σελ. 121]