Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

ΤΑΣΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ-Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ



Τάσος Ρούσσος, «Ο Οδυσσέας», εκδόσεις Καστανιώτη, 1996






Έχω λοιπόν πολύ καιρό μπροστά μου και δεν περνάει με το να θυμάσαι. Όταν κοιτάς πίσω σου, δεν προχωράς. Μένεις στην ίδια θέση, σαν τους πνιγμένους στην αμμουδιά. (σελ 7)

Δεν του μίλησα. Τον κοίταξα στα μάτια, γύρισα κι έφυγα. Ήταν ανώφελο να πιαστώ μαζί του σε κουβέντες. Αυτός ονειρευόταν ή νόμιζε πως ονειρευόταν ή μας έλεγε ψέματα. Τέτοιος ήταν. Ένας αρχηγός που ονειρευόταν. (σελ. 10)

«Τώρα πια η Ελλάδα είναι η Ελένη. Αν χάσουμε την Ελένη, χάσαμε και την Ελλάδα.» (σελ. 12)

Σφάζαμε τους άνδρες και παίρναμε τα γυναικόπαιδα σκλάβους. Γυρίζαμε στο στρατόπεδο φορτωμένοι λάφυρα και περήφανοι για τις μικρές αυτές νίκες μας. Τώρα ο στρατός ήταν ευχαριστημένος. Πολεμούσε, νικούσε, δεν τον ένοιαζε ποιους. Είχε τον προορισμό του. Λήστευε κι έσφαζε και ξεχνούσε το γυρισμό. (σελ. 13)

«Ναι, να προσέχουμε. Ίσως χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κάπως. Πάντα θα πρέπει ο άνθρωπος ν’ αλλάζει, δίχως να πάψει να μένει ο ίδιος, δίχως να χάνει τον εαυτό του. Καταλαβαίνεις νομίζω». (σελ. 22)

«Λοιπόν πως σου φάνηκε ο Κένταυρος;»
«Είναι σαν θεός», μου απάντησε. «Έχει δύναμη και σοφία, σκληρότητα και καλοσύνη». (σελ. 37)

«Η πατρίδα μου; Δεν έχω πατρίδα. Είμαι ίσως Έλληνας, ίσως Φοίνικας, ίσως νησιώτης. Ή και τα τρία. Κάποτε. Μα τώρα είμαι εγώ η πατρίδα μου δίπλα σ’ αυτά τα παράξενα δένδρα και στη ρηχή θάλασσα. Ναι, η πατρίδα μας είμαστε εμείς. Το κορμί και η καρδιά μας». (σελ 42)

Πολλές φορές το καλό και το δίκιο το σκεπάζουν σωροί πτώματα κι αρπαγές κι αποχωρισμοί ανεπίστροφοι. Οι θεοί μόνο κάνουν το καλό χωρίς το κακό. Κι εσύ δεν είσαι θεός. Είσαι ο Οδυσσέας», είπε και με άφησε μπαίνοντας στο παλάτι. (σελ. 130)

Και τότε θυμήθηκα τα λόγια του Χείρωνα: «Σε όλα τα πράγματα ο θνητός πρέπει να ‘χει μερίδιο. Και στα καλά και στα κακά. Δεν πρέπει όμως να ξεπεράσει τα όρια τους, γιατί τότε παύει να είναι άνθρωπος πια ή δεν αντέχει…(σελ 168-169)

Η νύχτα που ανέβαινε από τον ωκεανό μας σκέπαζε σιωπηλή. Είμαι αυτός που είμαι, συλλογιζόμουν συνέχεια, χωρίς να μπορώ ν’ αποκριθώ στο ερώτημα που τρυπούσε το μυαλό μου. Ποιος ήμουν; Ποιος; (σελ. 184)

Αυτά θα γίνουν, άκουσα στο μυαλό μου τη φωνή του Κένταυρου. Κι άλλα πολλά, ξανάκουσα μέσα μου. Κι αυτές οι πικρές λάμψεις που βλέπεις ν’ ανεβαίνουν και να σβήνουν ξαφνικά είναι αυτό που λέτε εσείς οι άνθρωποι δόξα και μεγαλείο, μα εγώ το λέω με τ’ όνομά του: μοναξιά. (σελ. 274)

Πήγα και βρήκα τον Λαέρτη.
«Πατέρα», του είπα, «να προσέχεις πρώτα τον Τηλέμαχο και μετά το βασίλειο».
«Γιε μου, αυτός είναι το βασίλειο. Μην ανησυχείς. Τα μάτια μου θα υπάρχουν και θα κοιτούν μόνο γι’ αυτόν». (σελ. 283)

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες

Μιχάλης Γκανάς: γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ 2010


- Πούσκιν; τη ρωτάω.
- Πούσκιν, μου απαντάει.
- Ρωσίδα; Της κάνω.
- Ουκρανή, διορθώνει.
Πουτάνα, σκέφτομαι
- Όχι ˙ ποιήτρια, μου λέει. [σελ. 10]
Διαβάζει ένα βιβλίο

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουνε δουλειά, κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε,  ας` τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουν κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα. [σελ. 12]
Κοιτάζει τα χέρια της

Είναι στιγμές που σηκώνει τα χέρια της ψηλά, στην ανάταση, σαν να παραδίδεται στον Θεό της διαφήμισης. Στην πραγματικότητα δεν παραδίδεται σε κανένα Θεό, παραδίδεται πρόθυμα στο διάβολο αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. [σελ. 15]
Κάθεται μπροστά στον υπολογιστή

«Τα χρόνια περνούν, οι ώρες δεν περνούν» της έλεγε η γιαγιά της. Αυτή δεν θα μπορούσε να πει κάτι ανάλογο ποτέ! [σελ. 19- 20]

Ένα κεφάλι, παρεμπιπτόντως, με ψαθάκι, σαν ελάχιστη προκαταβολή από το φωτοστέφανο που σε περιμένει όταν έρθει η ώρα σου. Έτσι, σαν να σου παίρνουνε μέτρα. [σελ. 20]
Βαδίζει στο απέναντι πεζοδρόμιο

«Θα ήταν η Ξανθούλα του Σολωμού» σκέφτομαι. «Κρίμα, πνίγηκε τελικά». Ανεβαίνω στο σπίτι και τη βρίσκω μισοντυμένη, μισοπνιγμένη να σηκώνει το ποτήρι της στην υγεία μου.
«Γνωρίζεστε;» με ρωτάει ο Σπύρος. «Παιδιόθεν» του λέω. [σελ.24]
«Σώ – σε - με» λέει συλλαβιστά

…νυστάζω μάνα μου νυστάζω κι εσύ δεν είσαι να με νανουρίσεις. [σελ.28]
Δεν περνάς κυρά – Μαρία

Κυμοθόη θα `πρεπε  να τη λένε, που σημαίνει γρήγορη σαν το κύμα. Δεν είναι μόνο η γρηγοράδα, αλλά κυρίως ο ήχος αυτού του ονόματος που της ταιριάζει. [σελ. 36]
Κυμοθόη, έτσι έπρεπε να τη λένε

Μα τι να πούμε τώρα; Ακόμη και για τον καιρό να μιλήσουμε δεν θα συνεννοηθούμε. Εμείς, όταν λέμε «καλός καιρός» εννοούμε μόνο λιακάδες, υψηλές θερμοκρασίες ακόμη και το χειμώνα, και καθόλου βροχή, γιατί λερώνει τ` αυτοκίνητα, πλημμυρίζει τους δρόμους και τα υπόγεια, μας δυσκολεύει τη ζωή, ενώ αυτοί τη θέλουν τη βροχούλα τους, την αγαπάνε θα `λεγα, γι` αυτό κι έχουν  ένα σωρό επίθετα ανάλογα για την περίπτωση, ψιχαλιστή, δαρτή, ποτιστική, σαν να `ναι καμιά γυναίκα η βροχή, αλλά και πολλά ουσιαστικά όπως αγριοβροχή, αλλαξοβρόχι, ανεμοβροχή, απόβροχο, λιανοβρόχι, ψευτοβρόχι… Εμείς πάλι, βροχή, κωλοβροχή  και τέρμα. [σελ.51]
Κυριακή βράδυ, δεν έχω που να πάω

Δεν μπορεί τα μονά, ούτε τις μονές κάλτσες ούτε τους μονούς ανθρώπους, τα θέλει όλα ζυγά. [σελ.55]

[…]προσηλωμένη στον πίνακα που κρέμεται στον απέναντι τοίχο, πάνω από έναν τριθέσιο καναπέ. [σελ.58]

[…] αυτή η ζεστασιά που κυλάει μέσα της δεν είναι από τον καφέ, είναι από τη ζωγραφιά που βλέπει που βλέπει μπροστά της. [σελ. 59]

Σαράντα πέντε χρόνια στη λάτρα και στα ξένα σπίτια. […] Σε κάποια σπίτια ένιωθε κυρά και σε άλλα δούλα.[σελ.59]
Όλο το σπίτι δικό της

Είχε να τη δει χρόνια, από την κηδεία του Ηλία. [σελ. 76]

Την κοίταζε και παρακαλούσε να γυρίζει, να δει το πρόσωπο της που του `λειψε τόσο καιρό, κι ένα ζεστό κύμα ανέβαινε μέσα του, όταν γύρισε και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, τόσο όμορφη μέσα στον πόνο και τα δάκρυά της, που τον πήραν επιτέλους τα κλάματα[…] [σελ. 77]

[…] γιατί δεν ήταν τα μάτια της Άννας αυτά τα νωπά σκοτάδια που είδε στο πρόσωπό της. [σελ. 87]

Έβγαινε, έβγαινε χωρίς τελειωμό σαν κάποιος να έκαιγε ξερά χόρτα μέσα στο στήθος του. Τι να γίνεται εκεί μέσα, τι να είδε αυτός ο καπνός, τι σπήλαια και τι πίσσες; [σελ.89]

Καλύτερα που δεν ήταν η Άννα. [σελ.91]
Μυρωδιά βρεγμένης θάλασσας

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Μάρκος Μέσκος: ΚΟΜΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ονόματα και ιστορίες

Μάρκος Μέσκος: ΚΟΜΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ονόματα και ιστορίες Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ ΑΘΗΝΑ 1997
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                  [...] όλοι βολεύονται κάποτε στη δυστυχία τους γιατί πρέπει να ζήσουν[…] [σελ. 14]

[…] ενώ η καθημερινή κίνηση του ήλιου από τη Θεσσαλονίκη ερχόταν κι έπεφτε κάθε σούρουπο πίσω από το Καϊμάκτσαλαν. Φώτιζε μυστηριακά, μαύρος όγκος το βουνό, με τις θριαμβευτικές ακτίνες ο ήλιος πάνω από τις κορυφογραμμές. Φλεγόμενο πανόραμα, λίγο προτού πηχτώσει το σκοτάδι κι η νύχτα ασήκωτη πέσει. [σελ. 14-15]
ΚΟΜΠΑΡΣΙΤΑ

Πόσην ώρα κράτησε το μαρτύριο;
Πολύ, πάρα πολύ. Μα όταν πλησιάσαμε το καλό δέντρο, το βάρος του κόσμου από το στήθος μας έφυγε, πουλιά γινήκαμε. [σελ.27]
ΠΡΟΣ ΒΟΡΡΑΝ

[…] μόνο τη βροχή χαίρεσαι, ταπ-ταπ, ταπ-ταπ, μικρό τουμπελέκι για νανούρισμα, γιατί πολλές φορές η μάνα του ήταν βραδινή στο εργοστάσιο κι αυτός με τη βροχή αποκοιμιόταν. [σελ. 31]

Κι έκλαιγε ο μαύρος, εξαιτίας το ξερό χέρι της δασκάλας Α., της ίδιας δασκάλς, ναι, ναι, που τον Βαγγελάκο Π. όταν λίγες μέρες πριν, ανεβασμένος σε κάποιο θρανίο, ύψωνε το χέρι και φώναζε σε χίλιες γλώσσες, «Θάνατος στο φασισμό…», εκείνον τον καιρό τέλη `43 με αρχές `44, τον πήρε είδηση και τον κατέβασε αστράφτοντάς του μπάτσους και χαστούκια και φοβέρες (όταν δεν σε κεραύνωνε με τη ματιά της), η άτιμη. [σελ. 33]
Ο ΜΕΛΚΟΝΙΚ

Τα μπούχτισε και τα βρόντηξε .
«Έμπορας δεν γεννήθηκα γω», έλεγε.
Κατόπιν πήγε στο εργοστάσιο βρέθηκε κάποιος , τον έχωσε μέσα, δούλεψε λίγα χρόνια, δεν του καλοάρεσε, πήρε δρόμο. [σελ. 35]

Πήρε κι ένα πλατύ σανίδι, με μια μαύρη μπογιά έγραψε «Η ΧΕΙΜΑΡΑ», το κάρφωσε στην είσοδο και « τέλος τα βάσανα». [σελ. 36]

Τα λόγια που `πεφταν στα τραπέζια της « Χειμάρας» ήσαν κοινά. Σπίτι, δουλειά, απρόοπτα μικροπροβλήματα στον καθένα και στην πόλη, ο τόπος όμως θα πήγαινε προς το καλό, αυτό έλεγε η γενική αίσθηση, τι διάολο, είχαμε απελευθέρωση – αλήθεια, πόσο κράτησε; [σελ. 38]

[…] δεν υπάρχει Θεία Δίκη, αν υπάρχει, ανθρώπινη θα `ναι, μα εσύ την είδες πουθενά; [σελ.44]
« Η ΧΕΙΜΑΡΑ»

Ανάμεσα στους Μπλε και τους Πράσινους ο πόλεμος αμείλικτος. Νύχτα – μέρα το αίμα και οι νεκροί, μπαινόβγαινε η φρίκη στους ανθρώπους σαν τίποτε σπουδαίο, τανάλια ο καιρός σφίγγοντας τα δόντια πόσοι σακάτηδες και πόσους δεν έτρωγε το χώμα. [σελ.47]

Η δική του ζωή, όταν αυτός την κανόνιζε, στο ίδιο πάσο. [σελ.48]

Κι ο μπαρμπα-Τρύφων, μέσα στη γενική αναταραχή, θα τον σκοτώσουν αν δεν σκοτώσει.
(Τι να γίνεται άραγε κείνο το παιδί;) [σελ.50]

Σημάδεψε , λες από φόβο; κι έριξε με το ντουφέκι. [σελ.51]
Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΤΡΥΦΩΝ

Αναπνοή δεν πήρε ο τόπος. [σελ.53]

Φοβισμένα και τα πουλιά χάνονταν. [σελ.53]

[…] το ποτάμι τάφρος και τάφος δηλαδή – από δω και από κει όσα βλήματα δεν πήγανε χαράμι, στα κρανία σφηνώνονται, στο στήθος, στην κοιλιά, σπάζουν πόδια και χέρια. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται   από τους Μπλε. Επιμένουν οι άλλοι. [σελ.55]

Η φωνή από έξω θα σβήσει σε λίγο («άνοιξε, Θωμά, άνοιξε, ά…), γυρίζει το σώμα πίσω, προς τα χειμωνιάτικα περιβόλια, ο θάνατος μπροστά λευκός, σαν χιόνι. [σελ. 56]

Ταχύτατα πέφτει πάλι το σκοτάδι. [σελ.57]

Είκοσι άψυχα κουφάρια στον λάκκο κι απάνω χώμα.
Ο Χρήστος πήγε στον κάτω κόσμο των σκιών καθαρός, πλυμένος μυρωμένος, - τους άλλους ποιος να κλάψει;
Παρακαλώ σε γκάιντα, βγάλε τον βαρύ, τον οξύ σου θρήνο. [σελ.60]
ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΧΑΛΙΜΑ

Η νύχτα πάλι νύχτα και στον χώρο των φυλακισμένων οι αρβύλες χτυπάνε στο ψαχνό, ματώνουν. [σελ.61]

Κάποτε ανακάλυψε πως είναι δυνατό ν` αλλάζεις τις πραγματικότητες, ας πούμε η εχθρικότητα των ανθρώπων με τα τρυφερά πρόσωπα των βιβλίων, τόσες και τόσες ιστορίες. [σελ.70]
ΔΥΟ ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΝΕΡΟ

Των σκοτωμένων τις γυναίκες θα `παιρναν οι ζωντανοί – όσοι απομείναν. [σελ.76]

Της οξιάς κορμάκια λυγερά, εδώ δεν έχει θάνατο πέρασε και πάει, Αυγούστου τέλη το τέλος, όπως έρωτας που λάμπει ξαφνικά και σμίγει δίχως λόγια, στο νταούλι βέργα χλωρή, τραγούδι μεγάλο με κινήσεις μεγάλες, κομμάτια κραυγές ολάκερες στον αέρα, σκοτεινά μιλούσε  δίχως ανταπόκριση για τη ζωή που χάθηκεν  ή  τη  ζωή που πήρε το κατόπι; [σελ.78]
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

ΕΡΝΕΣΤΟ ΣΑΜΠΑΤΟ-ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ


Ερνέστο Σάμπατο, "Το τούνελ" μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδόσεις Αστέρι

Αυτή τη νύχτα λοιπόν, η αντιπάθεια μου για την ανθρωπότητα φαινόταν να έχει καταργηθεί ή τουλάχιστον παροδικά, ν' απουσιάζει. Μπήκα στο καφέ Μαρσότο. Υποθέτω πως εσείς ξέρετε ότι ο κόσμος πάει εκεί για να ακούσει τανγκό, αλλά να τ' ακούσει όπως κάποιος που πιστεύει στον Θεό ακούει τα "κατά Ματθαίο Πάθη". (σελ. 63)

Κοίταξε αφηρημένος προς το πάτωμα σαν να έψαψνε για μια εξήγηση πιο καθαρή. Σε λίγο είπε:
-Σαν κάποιος που είναι κατασκηνωμένος σε μια έρημο και ξαφνικά, με μεγάλη βιασύνη αλλάζει μέρος και πάει παρακεί. Καταλαβαίνετε; Η ταχύτητα της ενέργειας δεν έχει σημασία, πάντα βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος. (σελ. 67)

Πως περίμενα εκείνη τη στιγμή, πως περπάτησα δίχως σκοπό μες στους δρόμους για να περάσει η ώρα πιο γρήγορα! Τι τρυφερότητα ένοιωθα στην καρδία μου, πόσο όμορφα μου φαίνονταν όλα, ο κόσμος, το καλοκαιριάτικο απόγευμα, τα παιδιά που έπαιζαν στα πεζοδρόμια! Σκέφτομαι τώρα ως ποιο βαθμό ο έρωτας τυφλώνει και τι μαγική δύναμη έχει να μεταμορφώνει τα πάντα. Η ομορφιά του κόσμου! Μα την αλήθεια, είναι να πεθαίνεις στα γέλεια! (σελ. 80)

Αλλά είναι αρκετά παράξενο που σ' έναν άνθρωπο δεν αρκεί να έχει γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο, για να ζει ευχαριστημένος. Όταν αρχίζει να αποκτάει ξανά ασφάλεια, η περηφάνεια, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, που, φαινομενικά, είχαν εξαφανιστεί για πάντα, αρχίζουν να φανερώνονται ξανά, σαν ζώα που είχαν φύγει τρομαγμένα. Και, κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουν με μεγαλύτερη έπαρση, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν πέσει τόσο χαμηλά. (σελ. 125)

Περισσότερο από κάθε άλλη φορά ένοιωσα πως ποτέ δεν θα κατάφερνα να ταυτιστώ μαζί της απόλυτα και πως δεν θά έπρεπε να αποφεύγω να έχουμε στιγμές επικοινωνίας που είναι τόσο εύθραυστες, τόσο μελαγχολικά ανέφικτες, σαν την θύμιση ορισμένων ονείρων ή σαν την ευτυχία που σου γεννούν κάποια μουσικά περάσματα. (σελ. 126)

Κοίταζα από το παράθυρ ενώ το τρένο έτρεχε για το Μπουένος Άιρες. Περάσαμε κοντά από ένα ράντσο. Μια γυναίκα, κάτω από ένα υπόστεγο, κοίταξε το τρένο. Μου πέρασε μια ανόητη σκέψη απ' το νου: "Αυτή τη γυναίκα τη βλέπω για πρώτη και τελευταία φορά. Δε θα την ξαναδώ στη ζωή μου." Η σκέψη μου έπλεε σαν φελλός σ' άγνωστο ποταμό. (σελ. 137)

Ακόμα μια φορά είχα διαπράξει μια ανοησία, με τη συνήθεια που είχα να γράφω γράμματα πολύ αυθόρμητα και να τα στέλνω αμέσως. Τα σημαντικά γράμματα πρέπει να τα κρατά κανείς τουλάχιστον μια μέρα, ώστε να προβλεφθούν όλες οι πιθανές συνέπειες. (σελ. 141)

Θεέ μου! Θά έπρεπε να νοιώθεις περίλυπος για την ανθρώπινη φύση, αν σκεφθείς πως ανάμεσα σε κάποιες στιγμές του Μπραμς και σ' έναν υπόνομο υπάρχουν κρυφά κι ερεβώδη υπόγεια περάσματα. (σελ. 154)

Ήταν μια ατέλειωτη αναμονή. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε στα ρολόγια, απ' αυτή την ανώνυμη και γενική ώρα των ρολογιών, που είναιξένη στα αισθήματά μας, στα πεπρωμένα μας, στο σχηματισμό ή στο γκρέμισμα μιας αγάπης, στην αναμονή ενός θανάτου. Αλλά η δική μου ώρα είχε μια διάκεια απέραντη και περίπλοκη, γεμάτη γενονότα και γυρίσματα προς τα πίσω, ένα ποτάμι σκοτεινό, καμιά φορά ταραγμένο κι άλλοτε παράξενα ήρεμο, σχεδόν σαν θάλασσα ασάλευτη κι αιώνια. (σελ. 164)

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

ANTONIO TABUCCHI: Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα

ANTONIO TABUCCHI: Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα,μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη,εκδόσεις ΑΓΡΑ 2005
Ο παρών τόμος με τα τρία διηγήματα του Αντόνιο Τμπούκι κυκλοφόρησε με την ευκαιρία της παράστασης με τίτλοΤΡΕΙΣ ΑΣΗΜΑΝΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕς ΧΩΡΙς ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΘΕΑΤΡΟΥ ΜΝΗΜΗ στο θέατρο ΚΥΔΩΝΙΑ στα Χανιά, τον Ιούνιο του 2005


Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ: Η ΟΛΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ Η ΟΛΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ ΑΘΗΝΑ 2004

Μπροστά στο θάνατο δεν είμαστε πρωτότυποι. Όμως ούτε ο θάνατος είναι πρωτότυπος. Πάντοτε  έρχεται στην ώρα του, μόνο που δεν ξέρουμε πότε. [σελ. 11]

Η λύπη μου δεν ήταν κουκούλι που έκρυβε πεταλούδα. Εκεί μέσα κρυβόμουν εγώ σαν καραβάκι μέσα σε μποτίλια. [σελ. 15]

Καμιά ευχάριστη έκπληξη δεν περίμενα. Χρόνια τώρα δεν περιμένω ευχάριστες εκπλήξεις. Αποδείχτηκε πως έκανα λάθος. [σελ. 27]

Ήταν όμορφη; Μπορεί ένα σημείο στίξης να είναι όμορφο; [σελ. 41]

Τα μεγαλύτερα προβλήματά μας τα οφείλουμε σε αποτελειωμένες φράσεις. [σελ. 45]

Το μυαλό μου ζούσε τη δική του ζωή, δούλευε υπερβολικά και καμιά φορά απεργούσε. [σελ. 48]

Το να αφήσεις τη γλώσσα σου είναι σαν να εγκαταλείπεις την ψυχή σου. Όμως εγώ αυτό ακριβώς ήθελα. [σελ. 53]

Ήταν τα λόγια. Πιο μεγάλα και πιο ισχυρά από οτιδήποτε άλλο, μου υπόσχονταν ένα ταξίδι χωρίς σύνορα, εκτός από εκείνα που θα επέλεγα εγώ. [σελ. 56]

Είναι παράδοξο το ότι πιο εύκολα αλλάζουμε μια ορθή άποψη από μια λαθεμένη. Πιθανώς γιατί τα λάθη μας έχουν μεγαλύτερο συγκινησιακό βάρος. Με λίγα λόγια, αγαπάμε την αναπηρία μας περισσότερο από την υγεία μας. [σελ. 61]

Δεν ήταν έτσι με την Όλγα. Επιθυμούσε ν` αρχίσει να  ζει τώρα που είχε τελειώσει  τις σπουδές της, που το διαζύγιο ήταν ιστορία, ο πόθος του κορμιού ελεγχόμενος και η μοναξιά της ψυχής υποφερτή. [σελ. 67-68]

Εκείνο το βιβλίο δεν θα γραφόταν. Δε γινόταν χωρίς να περάσω πριν το χέρι μου στους ώμους της. [σελ. 73]

Δίνοντάς τη μου είπε ότι είναι δύσκολο να πάρεις στα σοβαρά κάποιον που του άλλαξες φασκιές, όμως τώρα πια δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Μπροστά μου είχα τη σοβαρότητά του σε διακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες. [σελ. 77]

Εγώ πάντως προτιμώ να λυπάμαι για κάτι που έχασα παρά για κάτι που δεν είχα ποτέ. [σελ. 88]

Γιατί να χάνουμε το χρόνο μας με μικροδιασκεδάσεις όταν τίποτα δε διασκεδάζει το θάνατο; [σελ. 94]

[…], μόνο που η λύπη είχε απαλυνθεί, από χτύπημα κατακέφαλο είχε μεταβληθεί σε μαξιλάρι να πλαγιάζω. [σελ. 96]

[…], μιλούσαμε ελληνικά, μια γλώσσα που είναι ασυναγώνιστη σε εκφράσεις εγκάρδιας βαναυσότητας. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην προτροπή: «Μα μην είσαι μαλάκας!». [σελ. 105]

Το να περιγράψεις έναν άνθρωπο είναι σαν να προσπαθείς να ντύσεις ένα πεισματάρικο μωρό τριών χρονών. [σελ. 123]

Ήταν και αυτό ένα επιχείρημα που μεγάλωνε ή μίκραινε την αξία των σπιτιών. Άλλο να πεις ότι αυτό εδώ το έχει ο στρατηγός τάδε κι άλλο ότι ανήκει στον φοροφυγάδα δείνα. [σελ. 125]

Αν έχεις μεγάλα όνειρα μικρός, θα κλάψεις πολύ μεγάλος. [σελ. 137]

Ο νέος έρωτας δεν ήταν ένας άλλος έρωτας. Ο ίδιος ήταν! Εκείνος που είχα μέσα μου και κανένας άλλος. Με τον ίδιο έρωτα θα αγαπούσα πάντα. Με παρηγορούσε αυτή η ιδέα. [σελ. 139]

Σε ποδοσφαιρικούς όρους αυτό σημαίνει ότι εκεί που ο Έλληνας κάνει ντρίπλα ο Σουηδός κάνει πάσα. [σελ. 152]

Στο κέντρο ήταν ο άνθρωπος. Το ίδιο έλεγαν και οι αρχαίοι, μόνο που ο άνθρωπος δεν αρκείται  σ` αυτό. Η μοίρα του τον τάζει να είναι το μέτρο των πάντων, ενώ το όνειρο του είναι να βρει ένα άλλο μέτρο. [σελ. 166]

Αν ο Θεός είναι η αλήθεια, τότε η γλώσσα είναι ο Θεός. [σελ. 175]

Η φιλία μας κι η ζωή μας είχε γραφτεί από συγγραφείς χειρότερους από μένα: τις συνθήκες, την τύχη και από ανθρώπους γύρω μας. [σελ. 183]

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Σπύρος Μελάς-Πεγυοτλ



"Πεγυοτλ", Σπύρος Μελάς, εκδόσεις Πρίσμα

Η εκστατική χαρά που σκίζει το παραπέτασμα της καθημερινής συνείδησης αφήνοντας σύμπαντα φωτός να ξεχυθούν εκεί που ένας ασφυκτικός εαυτός πάσχιζε να συγκροτηθεί, ο τρόμος της ολοκληρωτικής αποδόμησης και η κάθοδος ως τα σκοτεινά και κρύα νερά του θανάτου, η επίγνωση της συνέχειας όλων των μορφών πέραν των ορίων της ατομικής ζωής και θανάτου, η υπερβατικότητα του έρωτα ως προς την ατομική ζωή: όλα τούτα και, πέρα από αυτά, μια δύσκολη να περιγραφεί ειδική ποιότητα της εμπειρίας που τα συνέχει και που μοιάζει ν' ανάβει ένα βαθύ φως στη μνήμη εκείνου που ήδη γνωρίζει. (σελ. 5) (από τον πρόλογο του Φώτη Τερζάκη)

Μα τίποτα δεν είναι πιο λαμπρό από τον άνθρωπο. Θαμπώθηκα, σαν τον αντίκρυσα να ξεκινάει, από τα βάθη της σπηλιάς του, δέσμη από αστραπές, για τ' απίστευτα πεπρωμένα. Στο σχήμα του, στο νου, στα έργα, στα πάθη και στους νόμους που τα χαλινώνει, στη δίψα να γνωρίσει, στην τόλμη να ξεστηθιάσει τη φύση, να εξουσιάσει τα μυστικά της, στη θέληση να δημιουργεί, στη δύναμη να προφητεύει, στον πόθο να σμίξει με το θείο, ένοιωσα το μεγαλείοτου πλάστη. Και τον προσκύνησα. (σελ. 10)

Έζησα σ' όλους τους καιρούς, σ' όλους τους τόπους, σ' όλα τα ανθρωπομαζώματα κάθε λογής. Στις βαθειές σπηλιές, γεμάτες τρόμους και σκοτάδια, σκάλισα, πάνω στην τραχειά πέτρα, τα σχήματα όλων των εχθρών που γύρευαν να μ' αφανήσουν, του άγριου ταύρου, του ρινόκερου, του τίγρη και του λιονταριού. Με το σχέδιο τους περίβαλα, σαν μέσα σε δίχτυ παντοδύναμο. Και μπόρεσα να τους νικήσω. (σελ. 10-11)

Έκαμα στην ξακουστή Αθήνα, που το δείλι ο Υμηττός φέγγει, φαρφουρένιος, από ένα φως μενεξελί, φυτεμένο στα σπλάχνα του. Κάτω από την πολυστάφυλη κληματαριά, στην αυλή της Ασπασίας, άκουσα τον Σοφοκλή, να τραγουδεί τον αργήτα Κολωνό, τα κάλλιστα έπαυλα και τ' αηδόνια, που κελαηδούσαν κρυμμένα στους δροσάτους κισσούς της γειτονιάς του. Είδα τον Ικτίνο να ντύνει με βαρειά μάρμαρα την πιο άπιαστη ουσία της αρμονίας. Στις βαθύσκιες δεντροστοιχίες, στο άλσος της Ακαδημίας, άκουσα τον Πλάτωνα ν' ανεβάζει τις ανθρώπινες ψυχές ηνίοχους, επί "πτηνών αρμάτων", για τη διφροδρομία του λυτρωμού, στον ξάστερο αιθέρα της Ιδέας...(σελ 14-15)

Είχα φτάσει τον τελευταίο καιρό στο συμπέρασμα, πως όλο το βάρος κι η πίκρα της ζωής ερχόταν από το ατομικό "εγώ" μου και την αγιάτρευτη μόνωσή μου. Αυτό το πετσί, που περίβαλε το κορμί μο, δέχτης θαυμαστός για εντυπώσεις από τον έξω κόσμο, τόνοιωθα να γίνεται, με τον καιρό και την συνήθεια, τοίχος αδιαπέραστος. Κι απ' έξω παραμόνευε ο θάνατος, έτοιμος να ορμήσει, ακάλεστος, ν' αναποδογυρίσει τα πιάτα στο τραπέζι και να σβήσει το φώς... (σελ. 15-16)

Η πονεμένη μου καρδιά πεινάει γι' αλήθεια...Σκληρή, απάνθρωπη, ότι και νάναι... Μάγε, απόψε δε θα μπορέσεις να με ξεγελάσεις μ' αυτές τις γοητευτικές σου επιφάνειες. Γυρεύω να φανερωθείς με την πραγματική μορφή σου. Που είναι η Γιόλα; Τι την έκανες τη μικρή μου Γιόλα; Τι θα με κάνεις αύριο και μένα; Τι τις κάνεις όλες αυτές, τις αναρίθμητες μορφές, που συντρίβεις κάθε στιγμή; (σελ. 28)

-Απ' όλα τα πράγματα που δεν υπάρχουν, αυτό που δεν υπάρχει περισσότερο είναι ο θάνατος-είπε ήσυχα ο προφήτης- το πεγυοτλ τον έχει νικήσει. Όποιον πιστεύεις για νεκρό, μπορεί να σου τον φέρει ζωντανό μπροστά σου. Να τον δεις... ν' ακούσεις τη λαλιά του...(σελ. 31)

-Γιόλα, μικρή μου Γιόλα, δε σε καταλαβαίνω...Πού βρίσκεσαι αγάπη μου; Που είσαι; Ξαστέρωσε μου το τρανό μυστήριο. Τι είναι αυτός ο κόσμος, που μ' άφησες, μονάχο μου, να παραδέρνω;
-Είναι μια εικόνα χεροπιαστή, χοντροκομένη, σαν κι εμένα, όταν με αγκάλιαζες και με φιλούσες...Και δική σου δε θα γίνει ποτέ, όσο δε μάθεις, μέσα στο χεροπιαστό, να νοιώθεις το αόρατο... μέσα στη διαβατική καρικατούρα τον κόσμο της αιώνιας αλήθειας και της ομορφιάς που βρίσκομαι... Γαλήνεψε, αγάπη μου... Άμα γυμνάσεις την ψυχή σου, στ' όνειρο θ' ανταμωθούμε. (σελ. 33)

...Η επιστήμε, κύριε, ανακάλυψε πολύ αργά τη στρατόσφαιρα και μπόρεσε να υψωθεί ως αυτή. Εδώ και χιλιάδες χρόνια οι ψυχές που πιστεύουν έχουν βρει τον τρόπο ν' ανεβαίνουν αμέτρητες φορές ψηλότερα, στην κοσμόσφαιρα, που όλες οι δυνάμεις κοινωνούν κι όπου η γνώση παρουσιάζεται συνολική... Εκεί όλα ξαστερωμένα. Αυτό το φως που καταύγασε το είναι μου με ανέβασε στην κοσμόσφαιρα, για να με ενώσει με το φως του κόσμου. (σελ. 38)

Το θαύμα δεν μπορεί να γίνει επάγγελμα. (σελ. 40)

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΥΦΑΛΩΝ ΟΠΛΩΝ

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΥΦΑΛΩΝ ΟΠΛΩΝ ΔΟΚΙΜΙΟ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2009



Κι όμως, τα έτη περνούν και σε αφήνουν μόνο με τις αναμνήσεις σου. [σελ. 13]

Κοσμά, σας κάναμε βίδες  και ο Κοσμάς, χαμογελώντας, όπως και σήμερα χαμογελάει, του είχε απαντήσει Ναι, αλλά οι βίδες ξαναβιδώνονται - … [σελ.16]

Ο πατέρας σου δεν ήξερε τι να σου πει και, για να κρύψει την αμηχανία του, σου είχε προτείνει Ας κάψουμε ένα καπνό. Έτσι, είχες για πρώτη, φορά καπνίσει μπροστά του. [σελ. 20]

Εκεί, λοιπόν, περίκλειστος και συ, είχες περάσει τέσσερα χρόνια και είχες δει και είχες μάθει πολλά, που σου έχουν χρησιμεύσει πολύ στη ζωή σου. [σελ. 23]

Α, η μητέρα σου η καημένη, πόσα είχε υποφέρει και από σένα, που ήθελες και συ να σώσεις τον κόσμο. [σελ. 31]

Δεν είσαι βέβαιος αν είχες ακολουθήσει τις συμβουλές της Ρόζας, αλλά είσαι βέβαιος πως είχες ακολουθήσει τον κανόνα, που συ ο ίδιος είχες επιβάλει στον εαυτό σου, κάθε φορά δηλαδή που βρίσκεσαι σε δίλημμα περί του πρακτέου, να επιλέγεις ό,τι είναι δυσκολότερο. [σελ. 33]

Απλοί πολίτες ήταν και αυτήν την ιδιότητα ήθελαν να κρατήσουν. [σελ.36]

Και τα θυμάσαι και τα γράφεις για τη δική σου και μόνο παρηγορία και για να εξορκίζεις, όπως πιστεύεις, το κακό. [σελ.41]

[…] δεν είχες φανταστεί ότι άρχιζε το τέλος της αθωότητας, που είναι ταυτόσημη με τη βεβαιότητα. [σελ. 45]

Μόνο οι μικροί και οι ασήμαντοι είναι βέβαιοι για τη μεγαλοσύνη τους. [σελ. 56]

Στο στρατόπεδο ένιωθες ελεύθερος. Οι διαχωριστικές γραμμές ήταν καθαρές. Από δω εμείς, από κει οι άλλοι. Σε ξέρανε και τους ήξερες. Ήταν η μόνη περίοδος της δικτατορίας που ένιωθες ελεύθερος. Κι ας σε πλάκωνε ο βραχνάς κι ας σε έπνιγε η ασφυξία…[σελ. 60]

Έβλεπαν τη ζωή τους να κυλάει κάθε μέρα μέσα από τα χέρια τους και προσπάθησαν να τη συγκρατήσουν.  Αυτό ήταν όλο. Αυτό άλλωστε δεν είναι και η ουσία και το μυστήριο της ποίησης; [σελ. 72]

[…] Ο φόβος είχε φωλιάσει στις ψυχές των ανθρώπων. […] Ο φόβος εξακολουθούσε να φωλιάζει στην ψυχή τους. [σελ. 78-79]

Τώρα που τα καταγράφεις αυτά έρχεται στο μυαλό σου εκείνη η ωραία γυναίκα που είχες γνωρίσει ένα βράδυ, πολλά χρόνια μετά, σε μια κοινωνική συναναστροφή. Ήταν όμορφη στην ωριμότητά της, γελούσε και είχε μια σειρά ωραία δόντια. Ένιωσες την ανάγκη να της το πεις. Χαμήλωσε τη φωνή της και, γελώντας πάντοτε, σου είπε πως τα δόντια δεν είναι δικά της, είναι του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Έτσι σου είπε, γελώντας.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Γιολάντα Πατεράκη-Κηφισιά η καλλίστη


Γιολάντα Πατεράκη, "Κηφισιά η καλλίστη" (μια ζωντανή παρουσία του χτες και του σήμερα), εκδόσεις Γκούμα, πρώτη έκδοση Σεπτέμβριος 1994

Μια όμως που έγινε λόγος για ρόδες που γυρίζουν, καλό και δίκαιο είναι ν' αναφέρουμε κι ένα άλλο "μέσον μεταφοράς" κατάλληλο για κοντινές αποστάσεις και περιπάτους. Δίτροχο, αυτή τη φορά και πολύ αγαπητό-από τα παλιά χρόνια ως τα σημερινά-κυρίως στη νεολαία: το γνωστό ποδήλατο.
Από μια έρευνα που έγινε από την Νίνα Βλάχου-Θεοδωράκη (δημοσιευμένη στον "Κηφισό" το Σεπτέμβριο του 1982), μαθαίνουμε πως παλαιότερα η Κηφισιά διέθετε επτά ποδηλατάδικα. Από αυτά τα επτά, ως τη μέρα που δημοσιεύθηκε το άρθρο, είχε απομείνει μόνον ένα, του κυρίου Θεόδωρου Ζενέτου, στη λεωφόρο Κηφισιάς 277.
Περήφανος για το επάγγελμά του , που κατατάσσεται κι αυτό στα... "διατηρητέα" του προαστίου, ο κ. Ζενέτος εξηγεί την ...κληρονομικότητα του επαγγελματός του.
"Το ποδηλατάδικο το ίδρυσε ο πατέρας μου το 1938, είπε και το συνεχίζω εγώ. Τ' αγαπώ απέραντα και περνάω τις πιο πολλές ώρες της μέρας μέσα σ' αυτό."
"Θυμάμαι, είπε το 1939 που νοικιάζαμε γύρω στα εκατόν είκοσι ποδήλατα μαζεμένα. Η τότε νεολαία της Κηφισιάς οργάνωνε ποδηλατικές εκδρομές στο ρέμα του Λομβέρδου στη Βαρυμπόπη. Εγώ τους συνόδευα με τα εργαλεία μου. Ήμουν κάτι, να πούμε, σαν κινητό συνεργείο..."
Και συμπληρώνει: "Το ποδήλατο είναι το καλύτερο μεταφορικό μέσον. Πιστεύω πως ο Έλληνας θα αντιληφθεί πόσο το αυτοκίνητο του φθείρει την υγεία και την τσέπη και τότε θα ξαναγυρίσει στο ποδήλατο..."

Φαίνεται όμως πως ο Έλληνας δεν το αντιλήφθηκε εγκαίρως και το ποδήλατάδικο που προσωρινά ...μετακόμισε στην οδό Νικοτσαρά, κοντεύει ν' ακολουθήσει τη μοίρα του "σανοπωλείου". Τώρα αν αργότερα δικαιωθεί ο ποδηλατάς δεν μπορούμε , βέβαια, να το ξέρουμε. Ας το ελπίσουμε...(σελ. 121-122)

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Φίλιπ Ροθ-Αγανάκτηση



Φίλιπ Ροθ, «Αγανάκτηση», μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου, εκδόσεις Πόλις

Ήμουνα δεκαεπτά χρονών, νέος και πρόθυμος και δραστήριος, όμως κατά τις πέντε το απόγευμα ήμουνα ήδη πτώμα. (σελ. 20)

Ο Σπινέλι, ο σορτ-στοπ, και υποψήφιος για την νομική, όπως και εγώ, είχε γίνει ο καλύτερος μου φίλος στο Ρόμπερτ Τριτ και το γεγονός ότι με πήγε σπίτι του στην Πρώτη Ιταλική Περιφέρεια της πόλης, για να γνωρίσω την οικογένεια του και να φάω μαζί τους και να καθίσω στην παρέα τους και να τους ακούω να μιλάνε με την ιταλιάνικη προφορά τους και να πετάνε αστεία στα ιταλικά, ήταν εξίσου ενδιαφέρον με την Εισαγωγή στην Ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού που παρακολούθησα για δυο εξάμηνα, όπου σε κάθε μάθημα ο καθηγητής όλο και κάτι καινούργιο αποκάλυπτε σχετικά με την πορεία του κόσμου πριν από την γέννησή μου. (σελ. 31-32)

Πρώτη μου φορά με συγκινούσε μια χωρίστρα. Το άλλο ήταν το αριστερό της πόδι έτσι όπως καβαλούσε το δεξί και λικνιζόταν ρυθμικά. Η φούστα της έφτανε μέχρι τα μισά της γάμπας, όπως ήταν τότε της μόδας, παρά ταύτα, από το σημείο όπου καθόμουν διέκρινα την ακατάπαυστη κίνηση του ποδιού κάτω από το τραπέζι. Θα πρέπει να έμεινε σ’ αυτή τη στάση κάπου δυο ώρες, κρατώντας ασταμάτητα σημειώσεις, όσο για μένα, το μόνο που έκανα σε αυτό το δίωρο ήταν να κοιτάζω την ολόισια χωρίστρα της και το πόδι της που πήγαινε πάνω-κάτω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αναρωτιόμουνα τι να σκεφτόταν άραγε ένα κορίτσι που κουνούσε έτσι το πόδι του. Ήταν απορροφημένη από την δουλειά της, κι εγώ, με τα μυαλά του δεκαοχτάχρονου, είχα απορροφηθεί από την επιθυμία μου να χώσω το χέρι μου κάτω από την φούστα της. Η επιτακτική ανάγκη μου να τρέξω στην τουαλέτα αναχαιτίστηκε από τον φόβο πως, αν το έκανα ίσως με τσάκωνε κάποιος βιβλιοθηκάριος ή καθηγητής, ίσως ακόμη και κάποιος ευυπόληπτος φοιτητής, με αποβάλλανε από τη σχολή και κατέληγα τυφεκιοφόρος στην Κορέα. (σελ. 58-59)

Ε, λοιπόν, πάνω σ’ αυτά τα ίδια ρούχα είχα κάνει εμετό στο γραφείο του Κόντγουελ. Ήταν τα ρούχα που φορούσα στην εκκλησία όταν πάσχιζα να μη μάθω πώς να ζω ενάρετη ζωή κατά τα βιβλικά πρότυπα και τραγουδούσα μέσα μου τον κινεζικό εθνικό ύμνο. Ήταν τα ρούχα που φορούσα όταν ο συγκάτοικός μου, ο Έλγουιν, μου είχε ρίξει την γροθιά που παραλίγο να μου σπάσει το σαγόνι. Ήταν τα ρούχα που φορούσα όταν με πήρε στο στόμα της η Ολίβια μέσα στην ΛαΣαλ του Έλγουιν. Μάλιστα, αυτή η εικόνα του αγοριού και του κοριτσιού θα έπρεπε να κοσμεί το εξώφυλλο του φυλλαδίου του Γουάινσμπεργκ: η Ολίβια να μου παίρνει πίπα κι εγώ ντυμένος μ’ αυτά τα ρούχα να μην ξέρω τι να κάνω. (σελ. 125-126)

Είναι αλήθεια ότι η δουλειά έχει πέσει, αλλά και ποιανού η δουλειά δεν έχει πέσει στο Νιούαρκ; Ο κόσμος μετακομίζει στα προάστια και οι επιχειρήσεις ακολούθούν. Η γειτονιά ζει μια επανάσταση. Το Νιούαρκ δεν είναι αυτό που ήταν πριν τον πόλεμο. Πολύς κόσμος στην πόλη αντιμετωπίζει ξαφνικά οικονομική στενότητα αλλά και πάλι δεν μπορείς να πεις ότι πεθαίνουμε της πείνας. Έχουμε έξοδα, αλλά και ποιος δεν έχει; Μήπως εγώ παραπονιέμαι που ξαναγύρισα στην δουλειά; Όχι. Ποτέ…(σελ. 152)

Τι θέλω να πω: Ακριβώς αυτό είχε προσπαθήσει να κάνει η Ολίβια, να σκοτωθεί κατά τις προδιαγραφές του κόσερ, αδειάζοντας το σώμα της από το αίμα. Αν το είχε επιτύχει, αν είχε ολοκληρώσει το εγχείρημά της χρησιμοποιώντας επιδέξια τη λεπίδα μια και μόνη φορά, θα είχε αποδώσει το σώμα της ως κόσερ κατά τον ραβινικό νόμο. Η τόσο αποκαλυπτική ουλή της Ολίβια ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να επιτελέσει τη δική της τελετουργική σφαγή. (σελ. 165)

«Μπράβο το αγόρι μου! Μπράβο το χρυσό μου το παιδί, ο λεβέντης μου! Ο κόσμος είναι γεμάτος από κορίτσια που δεν έχουν κόψει τα χέρια τους-που δεν έχουν κόψει τίποτα. Μιλιούνια κορίτσια. Βρες μια απ’ αυτές. Κι ας μην είναι Εβραία, ας είναι ότι θέλει. Στο 1951 ζούμε. Δεν ζεις στον παλιό κόσμο των γονιών μου και των γονιών τους και ακόμη πιο πίσω. Και γιατί άλλωστε; Αυτός ο παλιός κόσμος έχει περάσει ανεπιστρεπτί και το μόνο που απέμεινε είναι το κρέας κόσερ. Κι αυτό φτάνει. Και περισσεύει. Έτσι πρέπει. Μάλλον έτσι πρέπει. Όλα τα άλλα ας πάνε στο καλό. Εμείς οι τρεις ποτέ δεν ζήσαμε σαν σε γκέτο, δεν πρόκειται να το κάνουμε τώρα. Είμαστε Αμερικάνοι. Βγες με όποια θες, παντρέψου όποια θες, κάνε ότι θες με όποια τραβάει η καρδιά σου- αρκεί να μην έχει πάρει ξυράφι και να έχει χαρακωθεί για να βάλει τέλος στη ζωή της. Κοπέλα τόσο πληγωμένη ώστε να κάνει τέτοιο πράγμα δεν είναι για σένα. Να θέλεις να τα σβήσεις όλα προτού καλά καλά αρχίσεις να ζεις-με κανένα τρόπο! Δεν έχεις δουλειά με τέτοιο άτομο, δεν το χρειάζεσαι τέτοιο άτομο, κι ας είναι όμορφη σαν θεά, κι ας σου φέρνει ωραία λουλούδια. Είναι πανέμορφη κοπέλα, δεν το συζητάμε. Κατά τα φαινόμενα είναι και καλοαναθρεμένη. Αν και μάλλον υπάρχουν στοιχεία στην ανατροφή της που δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Αυτά δεν μπορεί να ξέρει κανείς. Την αλήθεια για το τι γίνεται στα σπίτια του κόσμου δεν μπορεί να της ξέρει κανείς. Αν το παιδί στραβοπατήσει, το πρώτο που πρέπει να ψάξεις είναι η οικογένειά. Όπως και να έχει το πράγμα, τη συμπονάω. Δεν έχω τίποτα εναντίον της. Της εύχομαι καλή τύχη. Προσεύχομαι για το καλό της, να μη πάει η ζωή της στράφι. Όμως εσύ είσαι ο μοναχογιός μου, το μοναχοπαίδι μου, και υπεύθυνη είμαι για σένα όχι για εκείνη. Πρέπει να την κόψεις αυτήν την σχέση μια κι έξω. Να κοιτάξεις αλλού για κοπέλα». (σελ. 176-177)

Άραγε η είδηση της αυτοκτονίας μιας φοιτήτριας του Γουάινσμπεργκ θα είχε περάσει στις εφημερίδες; Μήπως να πήγαινα στην βιβλιοθήκη, να βάλω κάτω όλες τις ημερήσιες εφημερίδες του Κλίβελαντ, να δω αν υπάρχει κάτι; Οπωσδήποτε το νέο δεν είχε περάσει στην τοπική εφημερίδα, τη Γουάινσμπεργκ Ιγκλ, ούτε στη φοιτητική, την Όουλς Άι. Και είκοσι φορές να αυτοκτονούσες εδώ, μπορεί να μη γραφόταν ποτέ σ’ αυτή την άνοστη φυλλάδα. Τι δουλειά είχα εγώ σ’ ένα μέρος σαν το Γουάινσμπεργκ; Γιατί δεν γύριζα πίσω…(σελ. 187-188)

Άσε τους Φλάσερ και τους Κότλερ και τους Κόντγουελ, άσε και την Ολίβια και τράβα σπίτι σου αύριο το πρωί, σπίτι σου όπου θα έχεις να κάνεις μόνο με έναν χασάπη που τα έχει χαμένα, και κατά τα άλλα με το σκληρά εργαζόμενο, χοντροκομμένο, ευάλωτο στη δωροδοκία, ημιξενοφοβικό ιρλανδο-ιταλο-γερμανο-σλαβο-εβραιο-αφρικανικό Νιούαρκ. (σελ. 201)

Από το επίμετρο της Αθηνάς Δημητριάδου:
Μέσα σε διακόσιες περίπου σελίδες ο Φίλιπ Ροθ αναβιώνει όλη την αγανάκτηση που εκφράσαμε ηχηρά ως έφηβοι και που ενδεχομένως βιώνουμε ακόμα, σιωπηρά.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

ΚΛΑΙΡΗ ΜΙΤΣΟΤΑΚΗ ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΜΠΟΒΑΡΥ

ΚΛΑΙΡΗ ΜΙΤΣΟΤΑΚΗ, ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΜΠΟΒΑΡΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 2008


Α’
Δεν διαλέγεις τον κύριο των ονείρων σου. [σελ. 9]

[…] καθώς η ανάμνηση της ηδονής που κατοικεί το κορμί μου, όλη αυτή η θέρμη που μου δίνει τη δύναμη να ζω, εγκαταλείπει τα μέλη μου, αφήνοντας στη θέση της στο κενό που χρειάζεται για να με σκίσει στα δυό το τόσο γνώριμο πια, παγερό, σιδερένιο, ρίγος. [σελ. 11]

Τον τιμωρώ με περισσότερη απληστία. Με περισσότερη αμαρτία. Ό,τι  μένει κρυφό μεγαλώνει. [σελ. 12]

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ότι αυτούς τους ίδιους πρέπει να σε κάνουν να επιθυμείς, όχι τις επιθυμίες σου. [σελ.14]

Κι εξάλλου ο έρωτας είναι κάτι τελεσίδικο. Δεν δέχεται αναστολή, δεν δέχεται αναίρεση. [σελ.16]

Β’
Η καρότσα πως νανουρίζει! […] Το λίκνισμα πάνω στους τροχούς μπερδεύεται με το λίκνισμα στην αγκαλιά του Λεόν… […] Ώσπου σε μια απότομη στροφή η αίσθηση της φυγόκεντρου μου υπενθυμίζει πόσο με έχει κυκλώσει η απειλή, πόσο με έχει ζώσει ο κίνδυνος από τούτο το κυνήγι της ηδονής. [σελ. 19]

Τον εξόρκισα να μην ανησυχήσει ξανά με αυτόν τον τρόπο για μένα. Είναι μια στέρηση ελευθερίας. [σελ.20]

Ξαφνικά ένιωσα σαν να σηκώνονται και να φεύγουν όλα γύρω, τα σπίτια, οι δρόμοι, ο γκρίζος ουρανός, και να μένει μόνο αυτό το κεφάλι που το λούζαν  τα απαλά μαλλιά κι εγώ που τα κοίταζα, απόλυτος κύριος του επάνω κόσμου… [σελ. 23]

Ονειρεύομαι, Σιμόργκ. Ονειρεύομαι γιατί το θέλω να ονειρεύομαι. Να σκέφτεσαι σημαίνει να υποφέρεις. Κι όταν  σου μιλώ, σκέφτομαι κι ονειρεύομαι μαζί. Ελπίζω κι υποφέρω. [σελ. 25]

Η καταιγίδα στη θάλασσα! Ό,τι ωραιότερο αντίκρισα ποτέ! [σελ. 27]

Γ’
Οι  κλωστές της φαντασίας έχουν τόση αντοχή! Όμως και εκείνες σπάζουν. Και τότε το σαρκίο σου, βαρύ,  προσγειώνεται απότομα στον τόπο όπου ανήκει. [σελ. 32]

Ναι` όλα έχουν τελειώσει οριστικά, όταν οι χορδές της φαντασίας σπάσουν. [σελ. 33]

Μα είναι τα μικρά πράγματα της ζωής, εκείνα που χωρούν να συμβούν αμέτρητες φορές, που σε κάνουν  να τα βλέπεις όλα έτσι. […] Ο έρωτας, ναι  ο έρωτας, ολόκληρος, έρχεται άπαξ. Κι εκείνο που νόμιζες, ή που η φαντασία σου τοποθετούσε σαν πρώτη φορά, ήταν απλά για τελευταία φορά που συνέβαινε. [σελ. 34]

Τότε αντίκρισα για πρώτη φορά και, μοιραία – τώρα μπορώ να το πω - , για τελευταία φορά ολόκληρη την επιφάνεια του έρωτα.[σελ. 35]

Σημείωση: Το έργο γράφτηκε το 1992 για λογαριασμό του ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ.  Πρώτη παρουσίαση: 26 Νοεμβρίου 1992 στο ΘΕΑΤΡΟ ΑΜΟΡΕ, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, σκηνικά Πάνου Παπαδόπουλου, φωτισμούς Ελευθερίας Ντεκώ και με ερμηνεύτρια τη Μαρία Κατσιαδάκη.
Α’ έκδοση: Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, 1992

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Φ. Ντοστογιεβσκη-Έγκλημα και Τιμωρία (Τόμος 3ος)


Φ. Ντοστογιέβσκη, "Έγκλημα και Τιμωρία" μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη

Είχε ακούσει κι αυτός, σαν όλους τους άλλους, πως υπάρχουν, ιδιαίτερα στην Πετρούπολη, κάτι προοδευτικοί μηδενιστές, κατήγοροι κ’ ελεγκτές κ.τ.λ. κ.τ.λ. μα, όπως κι οι άλλοι, υπερέβαλε και διαστρέβλωνε το νόημα και την επιροή αυτών των όρων σε βαθμό που έφτανε το γελοίο. Περσότερο απ’ όλα-από αρκετά χρόνια τώρα- φοβότανε το ξεσκέπασμα κι αυτή είταν η κυριότερη αιτία της ασταμάτητης, υπερβολικής του ταραχής-ιδιαίτερα από τότε που άρχισε να μελετάει την επέχταση των εργασιών του στην Πετρούπολη. Απ’ αυτήν την άποψη είταν, όπως λένε, σκιαγμένος, όπως είναι καμιά φορά σκιαγμένα τα μικρά παιδιά. Εδώ και κάμποσα χρόνια, όντας στην επαρχία, όταν άρχιζε ακόμα την καριέρα του, είδε δυο πρόσωπα αρκετά σημαντικά-που είχε γατζωθεί πάνω τους και τον είχαν υπό την προστασία τους-τα είδε να ξεσκεπάζονται άσπλαχνα. Το ένα πρόσωπο αντιμετώπισε αρκετά σκανδαλώδικες συνέπειες και το άλλο παρά λίγο νάβρισκε μεγάλους μπελάδες. Να γιατί είχε αποφασίσει ο Πέτρος Πέτροβιτς να μάθει αμέσως μόλις έρθει στην Πετρούπολη τι ακριβώς τρέχει και, αν χρειαζότανε νάκανε αυτός το πρώτο βήμα και να φανεί για κάθε ενδεχόμενο αρεστός «στις νέες γενιές» μας. Για την περίπτωση αυτή υπολόγιζε στον Αντρέα Σεμιόνοβιτς κι όταν επισκέφτηκε τον Ρασκόλνικοβ είχε μάθει κιόλας να στρογγυλεύει ορισμένες φράσεις και να παπαγαλίζει ξένες ιδέες… (σελ. 7-8)

Παρ’ όλα αυτά τα χαρίσματα, ο Αντρέας Σεμιόνοβιτς είταν στ’ αλήθεια αρκετά ανόητος. Είχε προσχωρήσει στην πρόοδο και στις «νέες μας γενιές» από πάθος. Είταν ένας απ’ την αμέτρητη και παρδαλή λεγεώνα των μικρών και ταπεινών ανθρώπων, των θνησιγενών εφταμηνίτικων ημιμαθών και ηλίθιων που κολλάνε αμέσως στην ιδέα της τελευταίας μόδας και την προστυχεύουν αμέσως και κάνουν καρικατούρα κάθε τι που υπηρετούν-μ’ όλο που καμιά φορά αγωνίζονται γι’ αυτό μ’ όλη τους την ειλικρίνεια. (σελ. 9)

Και τι με νοιάζει εμένα που σας πέρασαν απ’ το μυαλό όλες αυτές οι ανόητες σκέψεις κ’ οι απορίες; φώναξε.- Αυτό δεν είναι απόδειξη. Μπορούσατε να τα ονειρευτείτε όλ’ αυτά στον ύπνο σας, αυτό είν’ όλο! Και γω σας λέω πως λέτε ψέματα, ευγενέστατε κύριε! Λέτε ψέματα και πάτε να με συκοφαντήσετε, επειδή τρέφετε μίσος εναντίον μου, ναι, επειδή χολωθήκατε μαζί μου που δεν συμφωνάω με τις φιλελεύθερες και άθεες σοσιαλιστικές σας δοξασίες, να γιατί! (σελ. 45)

-… Φυσικά, σκοτώνοντας την γριά, έκανα λάθος…Ε, αρκετά.
Τις τελευταίες του φράσεις τις είπε κουρασμένος κι άφησε το κεφάλι του να πέσει.
-Ω, δεν είναι αυτό, όχι, δεν είναι αυτό, φώναξε η Σόνια βασανισμένη. Πως θα μπορούσε κανείς…όχι αυτό δεν είναι σωστό, δεν είναι σωστό.
-Το βλέπεις και μόνη σου πως δεν είναι σωστό. Όμως εγώ είπα την αλήθεια, αυτή είναι η αλήθεια.
-Αν μπορεί ποτέ νάναι αυτή η αλήθεια. Αχ Θεέ μου!
-Το μόνο που έκανα είταν που σκότωσα μια ψείρα, Σόνια, ένα άχρηστο, σιχαμένο ζωύφιο.
-Ένα ανθρώπινο πλάσμα το λες ψείρα!
-Το ξέρω και μόνος μου πως δεν είταν ψείρα, απάντησε κοιτάζοντας την παράξενα.- Λέω όμως ανοησίες, Σόνια, πρόστεσε. –Λέω ανοησίες, πολύν καιρό τώρα. Όχι, δεν είναι αυτό, έχεις δίκιο. Άλλες είταν οι αιτίες, πολύ διαφορετικές! Έχω τόσον καιρό να μιλήσω με ανθρώπους, Σόνια…Το κεφάλι μου πονάει τρομερά. (σελ. 60)

-…και τότε είδα, Σόνια, πως αν περίμενε κανείς να γίνουν όλοι εξυπνότεροι, θάπρεπε να περιμένει πολύν καιρό… Αργότερα κατάλαβα πως αυτό δεν θα γινότανε ποτέ, πως οι άνθρωποι δε θ’ αλλάζανε ποτέ, και πως κανένας δεν μπορεί να τους αλλάξει κι ούτε αξίζει να χάνεις τον κόπο σου για κάτι τέτοιο. Ναι έτσι έγινε. Φυσικός νόμος, Σόνια, πως όποιος είναι δυνατός στο μυαλό, θα μπορέσει να τους κάνει ότι θέλει. Ο καθένας που τολμάει κάτι μεγάλο δικαιώνεται στα μάτια τους. Αυτός που περιφρονεί τα περισσότερα πράματα θα γίνει ο νομοθέτης τους κι αυτός που τολμάει τα περισσότερα απ’ όλους θα βγεί ο πιο δικαιωμένος! Έτσι είταν ως τα τώρα κ’ έτσι θάναι, θα πρέπει νάναι τυφλός κανένας για να μην το βλέπει! (σελ. 61-62)

Μα είσαι και ανόητη Σόνια: τι θα φάμε τώρα; Φτάνει πια όσο σε κατασπαράξαμε, δεν θέλω άλλο! Αχ Ροντιόν Ρομάνοβιτς, εσείς είστε! Ξεφώνισε βλέποντας τον Ρασκόλνικοβ, κι όρμησε σ’ αυτόν, εξηγείστε, σας παρακαλώ, σ’ αυτήν την ανοητούλα πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο! Ακόμα κι οι λατερνατζήδες κερδίζουν το ψωμί τους, όμως εμάς θα μας ξεχωρίσουν αμέσως όλοι θα καταλάβουν πως είμαστε μια φτωχή, ευγενής οικογένεια ορφανών, που φτάσανε στο σημείο να ζητιανέψουν, και εκείνος ο στρατηγίσκος θα χάσει την θέση το, θα το δείτε! Κάθε μέρα θα πηγαίνουμε κάτω από τα παράθυρά του και θα περάσει ο πατερούλης μας ο Τσάρος, κ’ εγώ θα πέσω στα γόνατα, θα τα βάλω όλ’ αυτά μπροστά και θα του τα δείξω: «Προστάτεψε τα, πατέρα μας!» Είναι ο πατέρας των ορφανών, είναι φιλεύσπλαχνος, θα μας προστατέψει, θα το δείτε, και εκείνον τον στρατηγίσκο… Λένια! Tenez vous droite! Εσύ Κόλια θα ξαναχορέψεις τώρα. Τι κλαψουρίζεις; Πάλι κλαψουρίζει! Μα τι φοβάσαι, τι φοβάται λοιπόν, χαζούτσικο! Θε μου, τι να τα κάνω, Ροντιόν Ρομανοβιτς; Αν ξέρατε τι χαζά παιδιά πούναι, τίποτα δεν καταλαβαίνουν! Τι μπορείς να κάνεις με τέτοια παιδιά…Θε μου! (σελ. 72-73)

Την ακουμπήσανε πάλι στα μαξιλάρια.
-Τι; Παπάς; … Δεν μου χρειάζεται… Τι, σας περισσεύουνε λεφτά μήπως; Δεν έχω αμαρτήσει! Ο Θεός έχει υποχρέωση να με συγχωρέσει και χωρίς παπάδες… Το ξέρει πολύ καλά πόσο υπόφερα! Κι αν δεν με συγχωρέσει, ποτέ του και μη σώσει. (σελ. 77)

Όχι Ροντιόν Ρομάνοβιτς, πατερούλη μου, δεν είναι ο Νικόλκα! Εδώ έχουμε μια υπόθεση φανταστική, σκοτεινή, μοντέρνα, μια περίπτωση της εποχής μας, όπου η ανθρώπινη καρδιά έχει θολώσει κι όπου υπογραμμίζεται η φράση πως το αίμα «φρεσκάρει», κι όλη η ζωή διακηρύχνεται σα ζήτημα κομφόρ. Εδώ είναι ονειροπολήματα παρμένα απ’ τα βιβλία, εδώ είναι φανερή η απόφαση να κάνει κανείς το πρώτο βήμα, είναι μια καρδιά θεωρητικά ερεθισμένη, είναι όμως μια αποφασιστικότητα ιδιάζουσα- τ’ αποφάσισε, μα είναι σα νάπεσε απ’ την πλαγιά ενός βουνού, ή σάμπως να γκρεμίστηκε από κανένα καμπαναριό- μα κι όταν πήγαινε να κάνει το έγκλημα, είταν σάμπως να πήγαινε με ξένα πόδια. Ξέχασε να κλείσει πίσω του την πόρτα, μα σκότωσε, σκότωσε δυο. Σύμφωνα με την θεωρία. Σκότωσε και δεν κατάφερε να πάρει τα χρήματα, κι ότι πρόφτασε ν’ αρπάξει, πήγε και τάκρυψε κάτω από μια πέτρα. Δεν τούφταναν όσα υπόφερε, όταν στέκοταν πίσω απ’ την πόρτα, την ώρα που οι άλλοι απόξω την σκουντάγανε να μπούνε και χτυπούσαν το κουδούνι, όχι, αλλά πάει αργότερα, μισοπαραμιλώντας, πάει στο άδειο πια διαμέρισμα να θυμηθεί εκείνο το κουδούνισμα, ένιωσε βλέπετε την ανάγκη να ξαναδοκιμάσει κείνο το σύγκρυο στη ραχοκοκαλιά του… Ε, αυτό μπορεί να πει κανείς έγινε σε στιγμή αρρώστιας, είναι όμως και το άλλο: σκότωσε κ’ εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του τίμιον άνθρωπο, περιφρονεί του ανθρώπους, περιφέρεται σαν χλωμός άγγελος-τι Νικόλκα λοιπόν και ξενικόλκα μου λέτε εσείς; Όχι ψυχούλα μου Ροντιόν Ρομάνοβιτς, δεν είναι ο Νικόλκα! (σελ. 97-98)

Δεν πίστευα πριν από λίγο όμως έκλαψα αγκαλιασμένος με την μητέρα, δεν ελπίζω τίποτα κι όμως την παρακάλεσα να προσευχηθεί για μένα. Ένας Θεός ξέρει πως συμβιβάζονται ολ’ αυτά, Ντουνετσκα, εγώ ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τίποτα. (σελ. 159)