Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Ιζαμπέλ Αλιέντε Του Έρωτα και Της Σκιάς




Ιζαμπέλ Αλιέντε  Του Έρωτα και Της Σκιάς  
μετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσου, εκδόσεις Ωκεανίδα

«Μόνο η αγάπη με τη σοφία της μας κάνει τόσο αθώους. –Βιολέτα Παρρά- ». (σελ:11)

«Χάρη στο επάγγελμα του καλλιτέχνη, ο Ιπόλιτο δεν είχε πάρει μέρος στα αγροτικά συνδικάτα ούτε στις άλλες καινοτομίες της προηγούμενης κυβέρνησης, κι έτσι, όταν όλα ξανάγιναν όπως τον καιρό των παππούδων, τον άφησαν ήσυχο και δεν είχε παραπονεθεί για τίποτα δυσάρεστο. Κόρη κι εγγονή χωρικών, η Δίγνα ήταν μυαλωμένη και επιφυλακτική. Ποτέ δεν είχε δώσει πίστη στα ωραία λόγια, και ήξερε από την αρχή πως αυτή η αγροτική μεταρρύθμιση θα είχε κακό τέλος. Πάντα το έλεγε, μα κανείς δεν της έδινε σημασία.» (σελ: 23-24)

«Αλλά εκείνη δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον τόπο που γεννήθηκε και ανέθρεψε τα παιδιά της, και να πάει να μείνει δε κανένα από εκείνους τους καινούριους αγροτικούς οικισμούς. Εκεί τα αφεντικά μάζευαν κάθε πρωί τα απαραίτητα εργατικά χέρια, γλιτώνοντας έτσι τα προβλήματα που θα είχανε με τους κολίγους. Αυτό δημιουργούσε νησίδες φτώχιας μέσα στη φτώχεια.»   (σελ: 30)

«Του άρεσε τόσο πολύ να βλέπει να πετούν ελεύθερα και μισούσε τα κλουβιά, γιατί θεωρούσε ασυγχώρητο να φυλακίζει κανείς μόνο και μόνο για την πολυτέλεια να τα έχει συνέχεια μπροστά στα μάτια του. Ακόμα και τις λεπτομέρειες ήταν συνεπής στις αναρχικές του αρχές: αν η ελευθερία είναι το πρώτο δικαίωμα του ανθρώπου, πολύ περισσότερο έπρεπε να είναι αναφαίρετο δικαίωμα γι’ αυτά τα πλάσματα που γεννήθηκαν με φτερά στα πλευρά.» (σελ: 31)

«Μέσα σε μια μακριά και γλυκιά διαδικασία κάθαρσης, είχε καταφέρει να σβήσει τις περισσότερες δυστυχίες του παρελθόντος και κρατούσε στη μνήμη της μόνο τις ευτυχισμένες στιγμές.» (σελ: 37)

«Πριν από πολλά χρόνια, σ’ ένα χωριουδάκι της Ισπανίας, ανάμεσα σε λόφους κακοτράχαλους και αμπέλια, εκείνος την είχε ζητήσει σε γάμο.» (σελ: 38)

«Το παιδί ανταπόδωσε αυτή την απόλυτη αγάπη της μητέρας του μ’ ένα τέλειο οιδιπόδειο σύμπλεγμα που κράτησε μέχρι την εφηβεία του, όταν η αναστάτωση των ορμονών του τον έκανε να καταλάβει πως υπάρχουν κι άλλες γυναίκες σε τούτο τον κόσμο.» (σελ: 39-40)

«Οι φωτογραφίες παγιδεύουν το χρόνο, καθηλώνοντάς τον σ’ ένα κομμάτι χαρτόνι, όπου η ψυχή μένει κρυμμένη, έλεγε.» (σελ: 85)

«Η χλιαρή γη ακόμα φυλάει τα τελευταία μυστικά. –Βισέντε Ουιντόμπρο- .» (σελ: 99)

«Ενώ εκείνος διακήρυσσε την πίστη του στις μεγαλύτερες αξίες τις ανθρωπότητας, αγνοώντας χιλιάδων χρόνων ιστορία που είχε αποδείξει το αντίθετο, σίγουρος πως μια γενιά είναι ικανή να περάσει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο συνείδησης και να δημιουργήσει μια καλύτερη κοινωνία αν διαμορφωθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις,…» (σελ: 117)

«Δίχως ν’ απαρνηθεί τα ιδανικά του για δικαιοσύνη και ισότητα, αποφάσισε πως η ελευθερία είναι το ύψιστο δικαίωμα,…» (σελ: 118)

«”Η ανθρωπότητα πρέπει να ζήσει σ’ έναν κόσμο ενωμένο, όπου να σμίξουν οι φυλές, οι γλώσσες, τα έθιμα και τα όνειρα όλων των ανθρώπων. Ο εθνικισμός απεχθάνεται τη λογική και δεν ωφελεί σε τίποτα τους λαούς. Χρησιμοποιείται μόνο για να διαπράττονται στ’ όνομά του οι χειρότερες αδικίες.”» (σελ: 121)

«Εκείνη την εβδομάδα είχε ξεσπαθώσει η άνοιξη, το πράσινο είχε σκεπάσει για καλά τα χωράφια, άνθισαν οι μιμόζες, αυτά τα πανέμορφα δέντρα που από μακριά μοιάζουν σκεπασμένα με μέλισσες και από κοντά ζαλίζουν με το αβάσταχτο άρωμα από τα κίτρινα τσαμπιά τους, οι τρικουκκιές και οι βατομουριές γέμισαν πουλιά κι ο αέρας παλλόταν από ζουζούνισμα των εντόμων.» (σελ: 131)

«Ταξιδεύω με το έδαφός μας και εξακολουθούν να ζουν μαζί μου, εκεί μακριά, οι επιμήκεις ουσίες της πατρίδας μου. –Πάμπλο Νερούδα-. » (σελ: 217)

«Έκλεισε τα βλέφαρα και την τράβηξε κοντά του, ζητώντας τα χείλη της, ανοίγοντάς τα μ’ ένα φιλί απόλυτο, γεμάτο υποσχέσεις, σύνθεση όλων των ελπίδων, φιλί ατελείωτο, υγρό, φλογερό, πρόκληση στο θάνατο, χάδι, φωτιά, στεναγμός, λυγμός ερωτικός.» (σελ: 228)

«…θεωρεί τη βία και την τρομοκρατία σαν ένα στρατηγικό λάθος, κυρίως σε μια χώρα όπου η κοινωνική αλλαγή μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέσα. ………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Η επανάσταση, έλεγε, πρέπει να προέρχεται από ένα λαό που αφυπνίζεται, αποκτάει συνείδηση των δικαιωμάτων του και της δύναμής του, διεκδικεί την ελευθερία και ρίχνεται στον αγώνα, αλλά ποτέ από εφτά μυξιάρικα της αστικής τάξης που παίζουν πόλεμο.»        (σελ: 239)

«Δεν είναι δυνατό να αγαπάς τη στρατιωτική υπηρεσία δίχως να απεχθάνεσαι το λαό. –Μπακούνιν-.» (σελ: 243)

«Η Δικαιοσύνη ήταν μόνο ένας ξεχασμένος όρος της γλώσσας, που σχεδόν δεν τον χρησιμοποιούσαν πια, γιατί έκρυβε ανατρεπτικούς σκοπούς, όπως και η λέξη Ελευθερία.»   (σελ: 251)

«…η δικτατορία δεν ήταν ένα προσωρινό στάδιο στο δρόμο της ανάπτυξης, αλλά το τελευταίο στάδιο στο δρόμο της αδικίας.» (σελ: 323)

«…τίποτα δεν φθείρει τόσο εσωτερικά τον άνθρωπο όσο η αίσθηση του προσωρινού. “Να σκέφτεστε μόνο το παρόν. Μη σπαταλάτε τις δυνάμεις σας κλαίγοντας για το χτες ή κάνοντας όνειρα για το αύριο. Η νοσταλγία κατατρώει και εξοντώνει, είναι αρρώστια των εκπατρισμένων. Πρέπει να εγκατασταθείτε σαν να ήταν για πάντα, πρέπει να έχετε το αίσθημα της μονιμότητας.» (σελ: 326)

«Λουσμένοι από το χρυσαφένιο φως της χαραυγής σταμάτησαν να κοιτάξουν τη γη τους για τελευταία φορά.» (σελ: 340)

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

ΡΟΜΠΕΡΤ ΒΑΛΖΕΡ: Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

ΡΟΜΠΕΡΤ ΒΑΛΖΕΡ: Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ εισαγωγή-μετάφραση: ΤΕΟ ΒΟΤΣΟΣ και ΑΓΟΡΙΤΣΑ ΜΠΑΚΟΔΗΜΟΥ [δίγλωση έκδοση [1]]




 «Ο βηματισμός του διάσημου λογίου θύμιζε δρακόντειο νόμο.» (σελ: 19)

«Αφού, όπως είναι ευρέως γνωστό, υπάρχουν απατεώνες που προσποιούνται ότι είναι ευγενικοί και καλοί άνθρωποι, και διαθέτουν το φοβερό ταλέντο να χαμογελούν με ευγένεια και καθωσπρεπισμό αναφορικά με τα εγκλήματα που διαπράττουν.» (σελ: 21)

«Τα καπέλα στο συγκεκριμένο θέμα είναι αναμφισβήτητα πιο σημαντικά από τους φέροντες και ιδιοκτήτες τους.» (σελ: 25)

«Πάντως είναι ολωσδιόλου αρκετό να γνωρίζω εγώ ο ίδιος ό, τι γνωρίζω, και να είμαι καλύτερα πληροφορημένος περί του προσώπου μου.» (σελ: 41)

«Στο διάβολο να πάει η άθλια έξη να παρουσιάζεται κανείς ως κάτι περισσότερο απ’ ό, τι είναι.» (σελ: 53)

«Το ένα παιδί είπε στο άλλο: “Δώσε μου ένα γλυκό φιλάκι”. Το άλλο παιδί έδωσε αυτό που με τόσο πάθος απαιτήθηκε. Τότε το πρώτο είπε: “Ωραία, τώρα μπορείς να σηκωθείς”.» (σελ: 61)

«…, διότι δεν καταλαβαίνω, και ουδέποτε πρόκειται να καταλάβω, πώς είναι δυνατόν να αποτελεί απόλαυση να προσπερνάς με ταχύτητα όλα τα σχήματα και τα αντικείμενα που μας επιδεικνύει η όμορφη γη μας, λες και κάποιος έχει τρελαθεί και πρέπει να αυξήσει την ταχύτητά του για να μην βυθιστεί σε ελεεινή απελπισία.» (σελ: 65)

«Χαμογελάτε! Τότε, λοιπόν, δε θυμώσατε από τη γλωσσική ελευθερία με την οποία εκφράζομαι.» (σελ: 75)
«Όλα αυτά, αποφάσισα μέσα μου, καθώς στεκόμουν εκεί, πρέπει οπωσδήποτε να τα γράψω προσεχώς σ’ ένα κείμενο, ή σε κάποιου είδους μυθοπλασία, την οποία θα τιτλοφορήσω “Ο Περίπατος”. Ειδικά από το κατάστημα γυναικείων καπέλων δεν πρέπει να απουσιάζει.» (σελ: 83)

«…, και μου φαινόταν πως ήταν υποχρεωμένος να ζει αιώνια, μόνο και μόνο για να υπάρχει χωρίς να είναι ζωντανός για μια ολόκληρη αιωνιότητα.» (σελ: 99)

« Ήχοι ενός αρχέγονου κόσμου, που την προέλευσή τους δεν μπορούσα να καθορίσω, έφταναν απροσδόκητα στ’ αυτιά μου.» (σελ: 103)

«Το αδιάλειπτο γράψιμο κουράζει όπως το σκάψιμο.» (σελ: 111)

«Κουράγιο, καλέ μου φίλε! Όλοι πρέπει να φανούμε γενναίοι. Τι αξία έχουμε, αν παραμένουμε πάντα ακλόνητοι στη βούλησή μας; Συγκεντρώστε όλη τη δύναμή σας και υποχρεώστε τον εαυτό σας να πράξει το υπέρτατο έργο, να αντέξει την πιο δύσκολη δοκιμασία και να υπομείνει τον πιο σκληρό αγώνα. Δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο χαίρομαι που σας βλέπω να τρώτε μέχρι να πέσετε  αναίσθητος.» (σελ: 131)

«Όσον αφορά το σακάκι, πιστεύω ειλικρινά πως με παρουσιάζει σαν καμπούρη, και ως εκ τούτου κακάσχημο, μια παραμόρφωση την οποία για κανένα λόγο δεν πρόκειται να πείσω τον εαυτό μου να αποδεχτεί.» (σελ: 155)

«Αποφεύγω κάθε πολυτέλεια. Μία και μόνη ματιά στο άτομό μου θα σας πείσει.» (σελ: 165)

«Χωρίς το περπάτημα θα ήμουν νεκρός, και το επάγγελμα μου, το οποίο αγαπώ με πάθος, θα καταστρεφόταν. Επίσης, χωρίς να περπατάω και να συλλέγω αναφορές, δεν θα ήμουν σε θέση να παρουσιάσω ούτε μια αναφορά, ή το παραμικρό κείμενο, πόσο μάλλον μια ολοκληρωμένη μεγάλη νουβέλα. Χωρίς το περπάτημα δεν θα ήμουν σε θέση να κάνω ούτε μια παρατήρηση ή μελέτη.» (σελ: 169 & 171)

«Ένας ευχάριστος περίπατος πολύ συχνά βρίθει –όσο μικρά κι αν είναι– από σχήματα και ζωντανά ποιήματα , από μαγικά φαινόμενα και φυσικές ομορφιές.» (σελ: 173)

«Εκείνος που περπατά πρέπει να παρατηρεί και να μελετά, με υπέρτατη αγάπη και προσοχή, το παραμικρό ζωντανό πράγμα, είτε είναι παιδί, είτε σκυλί, κουνούπι, πεταλούδα, σπουργίτι, σκουλήκι, λουλούδι, άνθρωπος, σπίτι, δέντρο, φράχτης, σαλιγκάρι, ποντίκι, σύννεφο, βουνό, φύλλο ή ακόμα και ένα ασήμαντο κομμάτι πεταμένο χαρτί πάνω στο οποίο, ίσως, ένα αξιαγάπητο παιδί του δημοτικού έγραψε τα πρώτα του αδέξια γράμματα.» (σελ: 175)

«Ξέρετε ότι εργάζομαι επίμονα και σκληρά με το μυαλό μου, και ότι πολύ συχνά είμαι, υπό την καλύτερη έννοια, ενεργός ενώ συνάμα δίνω την εξωτερική εντύπωση του αμέριμνου και άεργου, του αμελή, του ονειροπόλου και οκνηρού αλήτη, που είναι χαμένος στα απέραντα βάθη του ουρανού ή της γης, προκαλώντας την χειρότερη εντύπωση, υπευθυνότητας;» (σελ: 179)

«Προηγούμενοι περίπατοι ήρθαν στη μνήμη μου, αλλά η θαυμάσια εικόνα του ταπεινού παρόντος μετατράπηκε και αίσθηση που υπερίσχυσε όλων. Το μέλλον χλόμιασε, και το παρελθόν εξανεμίστηκε. Έλαμψα και άνθισα μέσα στη φλεγόμενη και ανθηρή στιγμή.» (σελ: 193)

«Δυστυχώς όμως, τα πιο όμορφα σπίτια είναι συνήθως ήδη κατειλημμένα, κι ένας άνθρωπος που αναζητά ενδιαίτημα να ταιριάζει με τα απαιτητικά γούστα του δυσκολεύεται πολύ, διότι όσα είναι άδεια και διαθέσιμα προκαλούν συνήθως δυσφορία και φρίκη.» (σελ: 199 & 201)

«Το ζωγραφισμένο τοπίο στο μέσον ενός αληθινού τοπίου αποτελεί μια πικάντικη ιδιορρυθμία.» (σελ: 203)

«Η ευπρέπεια απαιτεί από εμάς να είμαστε προσεκτικοί και να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας εξίσου αυστηρά με τους άλλους, και να κρίνουμε τους άλλους με την ίδια ηπιότητα και επιείκεια που επιφυλάσσουμε για τον εαυτό μας, και το τελευταίο το κάνουμε, ως γνωστόν, ενστικτωδώς ανά πάσα στιγμή. Δεν είναι σχεδόν χαριτωμένος ο τρόπος με τον οποίο διορθώνω εδώ τα λάθη και εξομαλύνω τις παραβάσεις μου;» (σελ: 213)

«Ω, πόσο όμορφη είναι η ομορφιά, και πόσο γοητευτική η γοητεία!» (σελ: 233)

«…: εδώ η μετρημένη, ψυχρή κομψότητα, εκεί το παράτολμο, βαθυστόχαστο όνειρο, εδώ κάτι διακριτικό και όμορφο κι εκεί κάτι διακριτικό και όμορφο, αλλά ως προς την ουσία και τη δομή εντελώς διαφορετικό το ένα από το άλλο,…» (σελ: 239)

«…, εργάτες που ξεχύνονται ποτάμι και ξεπετιούνται από τα εργοστάσια επιστρέφοντας σπίτι τους, το κατακλυσμιαίο αυτού του μαζικού θεάματος και προϊόντος και οι σχετικοί με αυτό παράξενοι στοχασμοί.» (σελ: 241)
«…: αγόρια οπλισμένα με ξύλινα όπλα, που μιμούνται τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο ξεδιπλώνοντας όλη τη μανία του,…» (σελ: 243)

«…θα επιθυμούσα να ομολογήσω πως θεωρώ τη φύση και την ανθρώπινη ζωή ως μια υπέροχη και γοητευτική αλληλουχία από επαναλήψεις, και θα επιθυμούσα να ομολογήσω επίσης πως θεωρώ αυτό ακριβώς το φαινόμενο ομορφιά και ευλογία.» (σελ: 257)

«Ο σοβαρός συγγραφέας δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να συσσωρεύει υλικά, να ενεργεί σαν πρόθυμος υπηρέτης μιας υστερικής απληστίας, και ως εκ τούτου δεν αισθάνεται φόβο για μερικές φυσιολογικές επαναλήψεις, αν και φυσικά προσπαθεί μόνιμα και επιμελώς να αποφεύγει τις υπερβολικά πολλές ομοιότητες.» (σελ: 259)

«Για ποιο λόγο τότε τα λουλούδια; Μάζευα λουλούδια για να τ’ απλώσω πάνω στη δυστυχία μου; αναρωτήθηκα, και το μπουκέτο έπεσε από τα χέρια μου.» (σελ: 269)

[1]: Δίγλωσση έκδοση - η απόδοση στα ελληνικά στις μονές σελίδες.