Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Miguel Hernández-Elegía


Το Αποστακτήριο Λέξεων (Σελίδες Λογοτεχνίας) αποχαιρετούν τον φίλο και συνεργάτη Αντώνη.

Καλό σου ταξείδι, σύντροφε!

A las aladas almas de las rosas
del almendro de nata le requiero,
que tenemos que hablar de muchas cosas,
compañero del alma, compañero.

Στις φτερωτές ψυχές των ρόδων
στο γάλα του αμύγδαλου σε πολυαγαπώ
κι είχαμε για τόσα πράγματα να πούμε
σύντροφε της ψυχής, σύντροφε.


Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Χόρχε Σεμπρούν-Ασκήσεις Επιβίωσης

Χόρχε Σεμπρούν, «Ασκήσεις επιβίωσης», μετάφραση Έφη Κορομηλά, εκδόσεις Πόλις

…στη Μαδρίτη, τον στρατηγό Φράνκο δεν τον ήξεραν παρά ελάχιστοι Ισπανοί. Φυσικά, εκείνοι γνώριζαν  ήδη την φήμη της βαναυσότητας του στρατηγού Φράνκο, την οποία είχε αποκτήσει στην Αφρική, στον πόλεμο του Ριφ. Και την είχε επιβεβαιώσει στην Ισπανία το 1934, κατά την άγρια καταστολή της ουτοπικής προλεταριακής εξέγερσης, αδικαιολόγητης ίσως, των ανθρακορύχων των Αστουριών. Ούτως ή άλλως, η Ισπανία εκείνης της εποχής είχε να επιδείξει πολλούς βάναυσους στρατηγούς. Ο Φράνκο ήταν απλώς ένας από τους ψυχρότερα βάναυσους, τους πιο αποφασισμένους μέσα στην κοινή αγριότητά τους. Το απέδειξε κατ’ επανάληψη, από την άνοδό του κιόλας στη θέση του Στρατάρχη. Διότι έγινε Στρατάρχης, Ελέω Θεού Καουντίγιο της Ισπανίας, όπως δήλωνε η μια όψη του εθνικού νομίσματος. Την εποχή που ανεγέρθηκαν εκείνα τα αγάλματα, έφιππα τα περισσότερα σε όλη την Ισπανία, μόνο τρεις στρατάρχες υπήρχαν στον κόσμο: ο Στάλιν, ο Τσανγκ Κάι-σεκ και ο Φράνκο! (σελ 79)

Τον τελευταίο καιρό, στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΙ είχε εκδηλωθεί μια διαφωνία. Η αφορμή ήταν κάποια προβλήματα που ενδεχομένως να έμοιαζαν δευτερεύοντα- το αγροτικό ζήτημα, για παράδειγμα, το ζήτημα της στρατηγικής μας για τα αγροτικά στρώματα που εμφανίζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις στην Ισπανία- και για πρώτη φορά η συναινετική ομοφωνία, εθιμοτυπική σχεδόν, διερράγη με μια ψηφοφορία στο Πολιτικό Γραφείο, που δημιούργησε μια πλειοψηφία και μια μειοψηφία: ελάχιστη αυτή η τελευταία, αφού αποτελούνταν από δυο μόνο μέλη, τον Φερνάντο Κλαουντίν και εμένα. Ή μάλλον τον Φεδερίκο Σάντσεθ. Η διαφωνία επεκτάθηκε σε ιδεολογικά ζητήματα και κατέληξε να αφορά την ουσία της τακτικής της πάλης μας στην Ισπανία, όπως και το σταλινικό παρελθόν της ΕΣΣΔ και τις σχέσεις του ισπανικού κόμματος με το κομμουνιστικό κίνημα γενικά και το σοβιετικό κόμμα ειδικότερα.
Δραματοποιώντας το διακύβευμα της διαφωνίας· κάνοντας την ενότητα της ηγετικής ομάδας θέμα ταμπού· εμφανίζοντας οποιαδήποτε απόκλιση στην ανάλυση ως διασπαστικό έγκλημα, ο Σαντιάγο Καρίγιο θα κατόρθωνε, κατά την διάρκεια των επόμενων μηνών, με σκαιή πολλές φορές επιμονή, να περιορίσει τις διαφωνίες ή αμφιβολίες που άρχιζαν να αναδύονται στο Πολιτικό Γραφείο μετά τις τελευταίες αποτυχίες, και να μας απομονώσει και τους δυο, τον Κλαουντίν και τον Σάντσεθ, από τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΙ.
Αλλά δεν θέλω να επανέλθω σ’ αυτό.
Είναι μια ιστορία που δεν μπορεί πια να ενδιαφέρει κανέναν. Να ενδιαφέρει πραγματικά, θέλω να πω, να παθιάζει, να προκαλεί αγανάκτηση, αμφισβήτηση των βεβαιοτήτων ή της πεπατημένης στην σκέψη. Ό, τι αφορά τον κομμουνισμό και τα κομμουνιστικά κόμματα σε όλο τον κόσμο είναι προϊστορία. Το ότι θίχτηκε, είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό, στη συζήτηση του ισπανικού Πολιτικού Γραφείου στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 του προηγούμενου αιώνα- προϊστορία, όπως είπα!- έστω και εν σπέρματι και σίγουρα με μορφή ακόμη ασαφή, αόριστη, η ουσία των προβλημάτων πάνω στα οποία συνετρίβη το επαναστατικό εγχείρημα της λενινιστικής παράδοσης, μερικά χρόνια αργότερα, δεν ενδιαφέρει πια παρά μόνο τους ιστορικούς. Και μάλιστα ιστορικούς διαβολεμένα εξειδικευμένους! (σελ. 80-82)


… ένιωσα ξαφνικά ένα χέρι στον ώμο μου. Δεν τινάχτηκα, δεν γύρισα απότομα για να αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο κάθε ενδεχόμενο. Ήταν ένα αδελφικό χέρι. Ήταν ένα χέρι που δεν έπεσε στον ώμο μου, δεν τον βάρυνε, τα δάχτυλά του δεν τον έσφιξαν δυνατά, αλλά τον άγγιξαν φιλικά. Με δυο λόγια, δεν ήταν το χέρι ενός μπάτσου, ενός εχθρού: ήταν αντίθετα, ένα χέρι αδελφικό, αυτός είναι ο καλύτερος ορισμός. Στράφηκα λοιπόν αργά, χωρίς να τιναχτώ, χωρίς να θορυβηθώ. «Είστε ο Χόρχε Σεμπρουν;» μου είπε μια τραγουδιστή φωνή, μια φωνή των Αντιλών, εύκολα τις αναγνωρίζεις. Ήταν η τραγουδιστή φωνή ενός ψηλού και κοτσονάτου Μαρτινικανού με ψαρά μαλλιά. Το μουστάκι του είχε κι αυτό γκρίζες τρίχες. Δεν είχε τραβήξει το χέρι του από τον ώμο μου. Έγνεψα καταφατικά. Όχι πως είμαι πάντα σίγουρος ότι είμαι αυτός που είχε κατονομάσει εκείνος ο ψηλός και στο άνθος της ηλικίας του τύπος, αλλά τέλος πάντων πρόκειται για μια κοινωνική σύμβαση που είμαι υποχρεωμένος να την τηρώ. Αν βρισκόμουν μέσα σε ένα μαδριλένικο λεωφορείο-αλλά στην Μαδρίτη, δεν παίρνω το λεωφορείο, ποτέ!- αν κάποιος είχε ακουμπήσει το χέρι του στον ώμο μου στη Μαδρίτη, ας κάνουμε αυτή την υπόθεση, αν μου είχε πει: ¿Es usted Jorge Semprún? Θα είχα δώσει τη συνηθισμένη μου απάντηση, επειδή είναι μια ερώτηση που μου κάνουν και στη Μαδρίτη, παρόλο που δεν συνηθίζω τα λεωφορεία- άλλωστε, αν το καλοσκεφτώ, στη Μαδρίτη με ρωτάνε περισσότερο αν είμαι ο Φεδερίκο Σάντσεθ- αλλά η συνηθισμένη μου απάντηση, έτοιμη από πριν, είναι η ίδια και στις δυο περιπτώσεις, και είναι αρκετά λακωνική: Eso dicen... «Έτσι λένε». (σελ. 83-84)

… ήταν μια συγκινητική συζήτηση, κάπως εξωπραγματική, και στο τέλος δεν μπόρεσα να μην του πω, σφίγγοντας το μπράτσο του με την ίδια αδελφοσύνη με την οποία είχε ακουμπήσει το δικό του χέρι στον ώμο μου: «Αυτές είναι παλιές μάχες, λησμονημένες…» Κι εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτές οι μάχες ήταν παλιές, δεν υπήρχε πια κομμουνιστικό κίνημα, ούτε μάχες, δεν υπήρχε τίποτα πια! Τι μπορούσε , τότε, να αρνείται, με εκείνο το κατηγορηματικό νεύμα; Ότι είχαν λησμονηθεί, να τι αρνιόταν, και εξήγησε αμέσως τι ένιωθε: «Μα έπρεπε να τις δώσετε εκείνες τις μάχες, καλά κάνατε και τις δώσατε», μου δήλωσε. (σελ. 86)

Ανάμεσα στους συντάκτες του υπουργείου που συναντιόνταν κάθε μέρα, την ώρα του απεριτίφ ή του καφέ, μερικές φορές και στη μια και στην άλλη, δεδομένου ότι οι νόρμες αποδοτικότητας δεν ήταν εξαντλητικές στα φρανκικά υπουργεία- γνωρίζοντας καλύτερα από τον καθένα ότι οι μισθοί που προσέφερε ήταν ανεπαρκείς, το Κράτος ανεχόταν την παράλληλη εργασία σε δημόσιες θέσεις, και έκλεινε τα μάτια σε παρεισφρήσεις στο ιδιωτικό τομέα· κανείς δεν ζούσε με έναν μόνο μισθό στις κατώτερες μεσαίες τάξης εκείνης της εποχής… (σελ 91)

Είχα διατηρήσει αυτή τη συνήθεια της παρανομίας: να προσέχω τα πάντα γύρω μου· να παρατηρώ διαρκώς όσους βρίσκονταν κοντά μου, τις κινήσεις τους, το παρουσιαστικό τους. Τόσα χρόνια μετά, ακόμη και μέσα σε μια πρεσβεία, ακόμη και με την προστασία ενός σωματοφύλακα, ακόμη και πολύ μετά τον θάνατο του Φράνκο- τα έφιππα αγάλματα του οποίου συνέχιζαν, ωστόσο, να φιγουράρουν εδώ κι εκεί!- διατηρούσα αυτή τη συνήθεια, ένα είδος εξαρτημένου αντανακλαστικού, μολονότι οι συνθήκες που το δημιούργησαν είχαν πάψει να υπάρχουν. (σελ. 95)


Όπως και να ‘χει, στις αρχές εκείνων των εκτός νόμου δεκαετιών, εκείνων των χρόνων μαθητείας, έτεινα, μέσα στην ευφορία της νιότης, να βλέπω την παράνομη ζωή ως προνόμιο, ως σημάδι ότι ανήκα σ’ ένα είδος ιπποσύνης, ως μια ευτυχή και αναζωογονητική ιδιαιτερότητα που με διέκρινε από τους κοινούς θνητούς. Δεν αισθανόμουν την ανάγκη να διατυμπανίζω αυτή την ιδιαιτερότητα, να επωφελούμαι από αυτήν ή να την εκμεταλλεύομαι με οποιονδήποτε τρόπο, στις σχέσεις μου με τους άλλους. Την απολάμβανα μέσα στην σιωπή των ιδιωτικών μου στιγμών, ήταν αυτάρκης. Ήταν ένας προφανής αλλά ανομολόγητος πλούτος, ένα μη ειπωμένο που έτρεφε τις αυταπάτες μου, τις πεποιθήσεις μου, τα όνειρά μου. (σελ. 102)

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ Η σκιά του εαυτού μας


ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ Η σκιά του εαυτού μας μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις opera, Αθήνα 2009


Αγόρασαν δύο κιλά  και, για να πληρώσουν, έβγαλαν λεφτά από μια τσάντα που μέσα της, κατά τα λεγόμενα της κυρίας Κάρκαμο, υπήρχαν πιο πολλά λεφτά απ` όσα ένας νοικοκύρης μπορεί να κερδίσει από μια έντιμη δουλειά. [σελ. 11]

Έβρεχε, τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά σαν να `θελαν να ξεφύγουν από κάτι ακαθόριστο, κι ο Κάτσο Σαλίνα έφερε στο νου του πολιτείες που είναι υπέροχες υπό βροχήν: το Μπιλμπάο, γεμάτο με φιλόξενους χώρους να προφυλαχτείς` η Χιχόν, που σε καλεί να περπατήσεις κάτω από την νεροποντή κατά μήκος του Τείχους του Σαν Λορένθο` το Αμβούργο, που οι πλακόστρωτοι δρόμοι πολλαπλασιάζουν τα φώτα. Το Σαντιάγκο με βροχή δεν θα μπορούσε να `ναι πιο θλιβερό. [σελ.14]

Από μέσα του βγήκε επίσης το κουτάκι με τις βελόνες, και οι βελόνες έμειναν σκορπισμένες σαν παράξενοι μεταλλικοί σπόροι, που βλάστησαν χάρη στην αόρατη υγρασία της νοσταλγίας. [σελ.19]

Πήγε να του πει πως απ` την εξορία δεν γυρίζεις, πως κάθε απόπειρα επιστροφής είναι κοροϊδία, μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. [σελ.30]

Άλλοι διψούσαμε για δικαιοσύνη, άλλοι για κοινωνική ισότητα -τι το κακό είχαν αυτοί οι τύποι που διψούσαν για καλό κρασί; Οι μικροαστοί είναι εκ φύσεως αχόρταγοι. [σελ.40]

Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρισκόταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σε ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σελ.52]

"Ήσουν στην πατρίδα του Στρατάρχη Τίτο, του μοναδικού αντιφασίστα παρτιζάνου που έφτασε να γίνει αρχηγός κράτους. Ελπίζω να καμάρωσες γι`αυτό" είπε ο Αρανσίβα. "Ένιωθα πεινασμένος και δυτικός. Επιπλέον, αγαπητέ μου Λούτσο, ξέρω κι άλλον παρτιζάνο που έγινε αρχηγός κράτους: τον Βίλι Μπραντ` αυτός όμως, δεν το `κανε βούκινο. Λέω να τσιμπήσω ένα μπουτάκι κοτόπουλο" είπε ο Γαρμενδία. [σελ.59]

Όσοι επέστρεφαν από την εξορία έχαναν τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο ήταν τώρα μάντρα αυτοκινήτων, το σινεμά της γειτονιάς είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σελ.74]

Το Σαντιάγκο θα ήταν η πόλη που την απειλούν σύμβολα του χειμώνα, όπως τραγουδούσε ο Σίλβιο Ροδρίγκες. [σελ.83]

Και κάτι άλλο, μπάτσε: τα παιδιά του Τσαϊουίν ήθελαν να μάθουν ν`αγωνίζονται για να είναι ελεύθεροι, και το ίδιο κάνουν όλοι αυτοί που αγωνίζονται για να βγει ο Αγιέντε. Θέλουν να είναι ελεύθεροι. Εγώ είμαι διαφορετικός, μπάτσε. Εγώ αγωνίζομαι για να μη ξεχάσω ότι είμαι ελεύθερος. [σελ.91]

"Τα `φαγα όλα τα φυλλάδια. Για πολύ καιρό η γκόμενά μου έλεγε πως, όταν με φιλούσε, ήταν σαν να φιλούσε τον Γουτεμβέργιο. Μαλάκες..." [σελ.98]

Του επιθεωρητή Κρέσπο του άρεσαν οι συμπτώσεις, γιατί η ζωή είναι γεμάτη από δαύτες. Επειδή, όμως, δε γίνεται παρά να τις αποδέχεται σιωπηρά, αφού δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα για τη λήψη προληπτικών μέτρων, έκανε το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας αστυνομικός, ζαλισμένος από το βάρος μιας σύμπτωσης: τίποτα. [σελ.114]

Αν αυτοί οι δύο που είδαμε πριν, διέπραξαν ένα έγκλημα, είναι ότι γύρισαν στη Χιλή. [σελ. 125]

Λένε πως, το μεσημέρι εκείνης της 16ης Ιουλίου, σταμάτησε να βρέχει στο Σαντιάγκο. [σελ.132]


Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος Ο οβολός και άλλα διηγήματα



Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος  Ο οβολός και άλλα διηγήματα, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004

Άνοιξε το κουτί, και από μέσα έβγαλε ένα πακέτο μικρά γκρί χαρτονάκια, που πάνω τους είχαν τυπωμένα (με καφέ σκούρο μελάνι) γράμματα και αριθμούς- ενώ στις άκρες τους έφεραν δύο ή τρεις στρογγυλές τρυπούλες. Μας τα επέδειξε με ύφος θριαμβευτικό, και μας εξήγησε ότι με αυτά τα χαρτονάκια μπαίνεις σε έναν σιδηρόδρομο που κινείται κάτω από τα σπίτια και τα πανύψηλα κτίρια, και οργώνεις μέρα νύχτα τη Νέα Υόρκη.[σελ.13]
Ο Αμερικάνος

Έτσι, λοιπόν, μεσούντος του θέρους χορέψαμε κι αυτόν τον χορό των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, και από τον Σεπτέμβριο βρεθήκαμε ξαφνικά μαθητές Γυμνασίου. Ήμασταν, τότε, εννέα χρονών! Σε ένα μήνα θα άρχιζε ο πόλεμος και σε λίγους η Κατοχή. [σελ.24]

-Πληροφόρησε τον καραγκιόζη, ο οποίος βρίσκεται επί της έδρας, καθώς και τα υπόλοιπα όρνια, που ετοιμάζονται για το Πρακτικό, ότι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» εγράφη σε τροχαϊκόν οκτασύλλαβο… [σελ.30]
«Ο Ματρόζος»

Θα πρέπει να είναι αρχές της άνοιξης, γιατί βλέπουμε τα χειμωνιάτικα κρινάκια να έχουν μόλις απανθίσει, ενώ τα δέντρα στο βάθος δεν έχουν ακόμη γεμίσει φύλλα.[σελ. 37]
Η Φλοξ

Εμείς, από κάποιο σημείο και μετά, παρακολουθούσαμε με κάποιο δέος (για να μην πω πανικόβλητοι), γιατί φοβόμαστε πως το μπαλόνι δεν θα άντεχε πλέον,  θα έσκαγε ξαφνικά δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο –γεγονός που συνέβαινε, άλλως τε, και μάλιστα αρκετά συχνά, άπαξ ο θείος μου επέμενε να φουσκώνει τα μπαλόνια σχεδόν μέχρις εσχάτων.[σελ. 46]

Την επόμενη φορά, όταν εκείνη ξανάρθε σπίτι μας, μου διηγόταν ενθουσιασμένη τη χαρά του παιδιού της` κοιμήθηκε με αρκετά μπαλόνια αγκαλιά.[σελ.50]
Το μπαλόνι

-Το νυστέρι του ανατόμου ουδέποτε συνάντησε αυτό που ονομάζουν ψυχή.[σελ.57]

Είχε, πια, σουρουπώσει και ένιωθα βαρύθυμος. Σκεφτόμουν εκείνη τη σκηνή της πληρωμής, αλλά κυρίως με βάρυνε η συμπεριφορά του σκυλιού: ακίνητο κάτω από το φέρετρο, κύτταζε προς τον νεκρό με μια επίμονη λατρεία, ενώ στο απλανές του βλέμμα με το οποίο με αξίωσε, διέκρινα μιαν έκδηλη περιφρόνηση.[σελ.60]
Το πενηντάρι

-Διαβάζω αυτά που δημοσιεύεις τελευταία και (ομολογώ) ανησυχώ. Έχω την αίσθηση ότι πηδάς σε έναν βαθύ γκρεμό, χωρίς καν αλεξίπτωτο…[σελ. 63]

Ώστε, λοιπόν, τα ήξεραν όλα για μένα, και με είχαν παγιδεύσει για τα καλά![σελ.68]

Ένα κόκκινο πανί, απλωμένο στο σχοινί της βεράντας, ανέμιζε ελαφρά στο γλυκό πρωινό αεράκι.[σελ. 70]
Κόκκινη Πέμπτη

Από έξω ακούστηκε τότε ο ξεχαρβαλωμένος ήχος ενός ακκορντεόν, που σε χορευτικό ρυθμό τριών τετάρτων έπαιζε μια παμπάλαιη και μελαγχολική μελωδία. Ενθουσιάστηκα. [σελ. 76]

Tartufato

Καίτοι οι οβολοί σπάνιζαν μονίμως, οι γυναίκες των αγροτών, όταν κατά το απομεσήμερο, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία, εγκατέλειπαν την πόλη, πλησίαζαν στο γενικώς αποκαλούμενο εικονοστάσι και κάτι προσπαθούσαν να γλιστρήσουν ιεροκρυφίως μέσα από τη σχισμή.[σελ.83]

Παρέμεναν όλοι σιωπηλοί και ακίνητοι, παρά τη φοβερή φασαρία που δημιουργούσαν με τα κορναρίσματα και τα μεγάφωνά τους τα διερχόμενα αυτοκίνητα- παρέμεναν σε μια στάση, σαν να τελούσαν ένα ασυνήθιστο μνημόσυνο, χωρίς την παρουσία ιερέως.[σελ.93]
Εικονοστάσια

Καμιά φορά την συμπονούσα, καθόμουν δίπλα της, της μιλούσα και την χάιδευα. Ψαχούλευε, τότε, τα ρούχα μου, τα παπούτσια μου, εμένα. Μεγάλωσες, μου έλεγε και με ρωτούσε για τα πράγματα του κόσμου, χαμένη μέσα στον δικό της χρόνο.[σελ. 105]
Τυφλοί

Ο πατέρας μου καταχώνιαζε το πιστόλι στο συρτάρι του γραφείου του, αλλά κατά τις σπάνιες φορές που το ανέσυρε, είχα την ευκαιρία να θαυμάσω τη μαρμαρυγή του φωτός, οσάκις ο ήλιος τύχαινε να πέσει επάνω σε εκείνη την κομψότατη λαβή.[σελ. 110]
Για υπηρεσιακούς λόγους

[…]έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.[σελ.118]

Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της.[σελ.119]

Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.[σελ. 120]
Ο οβολός

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Γιούλα Ράπτη ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ



Γιούλα Ράπτη ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ [Γράμματα σ`έναν ξένο] εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010


ΥΓ.: Ο δρόμος φαίνεται μακρύς. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα καταθέσω εύκολα τα όπλα. Ελπίζω να φτάσω κοντά σας σώα και αβλαβής. Έχω προσλάβει και βοηθό. Λένε ότι είναι έμπειρος οδηγός και ικανός ιχνηλάτης. Έρχομαι. [σελ. 14]

ΥΓ.: Δεν ξέρω αν θα υπάρξουν άλλες πράξεις. Μπορείτε να το δείτε και σαν μονόπρακτο, σαν δράμα δωματίου, ίσως σαν φαρσοκωμωδία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα κλάψουμε και θα γελάσουμε πολύ. Αν ήταν σήριαλ, η AGB θα μας λάτρευε! [σελ. 22]

ΥΓ.: Να σας ζητήσω μια χάρη; Μην αλλάξετε του χρόνου τον μπρουτάλ και την ξανθιά. Έχω αρχίσει να τους συμπαθώ. Προς το παρόν, θα πεταχτώ ως τη Λατινική Αμερική. Πεθύμησα ένα ταξίδι. Και τον Τσε, φυσικά…[σελ. 27]

ΥΓ.: Να με σκεφτείτε γελαστή και ευτυχισμένη πάνω από μια τεράστια κούπα καφέ, μια μέρα πριν την επιστροφή. Με κυνηγάνε εργασιακές εκκρεμότητες– δουλειές δηλαδή. [σελ. 33]

ΥΓ.: Μαθαίνω ότι εκπαραθυρωθήκατε, κατηγορούμενος για κακοδιαχείρηση (χρημάτων, όχι ανθρώπων). Ακούω όμως ότι στην αγορά σκίζονται ποιος θα σας αποκαταστήσει. Pas male! Α, με γεια το τρίτο σπίτι. Εγώ, πάλι, χτίζω σπίτια σε γιατρούς… [σελ. 38]

ΥΓ.: Ήταν αλήθεια. Και ήταν Πρωταπριλιά - η ωραιότερη πλάκα που έκανα στον εαυτό μου. Σας ευχαριστώ για όλα. Ώρα να κλείσω χρόνιους λογαριασμούς και να ξενοικιάσω παλιές συναισθηματικές καβάντζες. [σελ. 44]

ΥΓ.: Λυπάμαι για τις ακρότητες. STOP Καλή τύχη Πίτερ Παν STOP [σελ. 45]

ΥΓ.: Μπορεί να άλλαξα, αλλά σε μερικά πράγματα παραμένω επιρρεπής - «ο λύκος κι αν εγέρασε» (Ναι, γέρασε. Τον καλούν πια σε κηδείες συνομηλίκων.) [σελ.50]

ΥΓ.: Ο θάνατος δεν χωράει υστερόγραφα. Ό, τι δεν είπες, θα μείνει για πάντα ανείπωτο. Τι κρίμα. Και πόσο αβάσταχτο. Και πόσοι θάνατοι ονομάστηκαν αλλιώς και άφησαν ένα ανεπίδοτο, χωρίς όνομα και καλά κρυμένο, πένθος… [σελ.55]

ΥΓ.: Θ`ανάψω κι ένα κεράκι για τα εκατομμύρια παιδιά που ζουν τη βία σε όλο τον κόσμο. Κάνε κάτι, Χριστέ μου, δουλειά σου είναι. Η δική μου είναι ψέμα ότι μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο. [σελ. 61]

ΥΓ.: Πες μου, ρε φίλε, τι δεν κάνω καλά; Και κυρίως πες μου από ποιον, τελικά, να πάρω συνέντευξη; Έχεις καμιά καλή ιδέα; Ή μήπως να πάρω μία από τον εαυτό μου, τελικά; [σελ. 68]

ΥΓ.: Η δίκη αυτήν τη φορά δεν θα γίνει ερήμην μου. Δε χάνω με τίποτα τέτοιο υπερθέαμα. Έχω κι εγώ ράμματα για τη γούνα μου, υπερόπτη κατακριτή των πάντων. Συνεννοηθήκαμε; Προς το παρόν, μη με ενοχλήσεις, Φεύγω για Κύθηρα. [σελ. 72]

ΥΓ.: Σ`ένα πράγμα είχε δίκιο ο Χορν: Μια ζωή την έχουμε, «Μανώλη» μου, κι αν δεν τη γλεντήσουμε… Μόλις γυρίσω, ξεκινάω ένα μεγάλο ταξίδι. Εκεί να δεις γλέντια. [σελ. 77]

ΥΓ.: Αυτό που νιώθω πια για σένα είναι κάτι βαθύ - δεν ξέρω πως ονομάζεται. Αλλά τι σημασία έχει να βάζεις ετικέτες στα αισθήματα; Σημασία έχει να αγαπάς. Και να μη φοβάσαι. [σελ. 87]


Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Μ. Θερβάντες- Ο Δον Κιχώτης

Μ. Θερβάντες, "Ο Δον Κιχώτης", μετάφραση Κ. Καρθαίος, εκδόσεις "Βιβλιοπωλείον της Εστίας", Ιούνιος 2002

 Σ' ένα χωριό της Μάντσας, που δεν θέλω να θυμηθώ το όνομά του,
 ζούσε εδώ και κάμποσα χρόνια, ένας ιδάλγος, από εκείνους που έχουν ένα πολεμικό κοντάρι στην οπλοθήκη τους, μια παλαιϊκή ασπίδα, ένα αχαμνό αλογάκι κι ένα λαγωνικό σκυλί. Μια σούπα με βραστό, τις ιο πολλές φορές αρνί, το μεσημέρι, μια σαλάτα με το ίδιο κρέας φυλαγμένο , το βράδι, πατσάς ή ποδαράκι, το Σάββατο, την Παρασκευή φακές, και την Κυριακή πιτσούνια εξόν από το συνηθισμένο φαί, είταν το κυριότερά του έξοδα και ξόδευε γι' αυτά τα τρία τέταρτα από το εισόδημά του.
                                                           *************************
 Όταν τελείωσε αυτές του τις προετοιμασίες δεν ήθελε πια να χάνει καιρό, κι αποφάσισε να βάλει μπροστά τα σχέδια του, γιατί συλλογιότανε πόσο μεγάλη ζημιά έπρεπε να είναι για τον κόσμο η κάθε αργοπορία του: τόσες είταν οι δυστυχές που λογάριαζε να ανακουφίσει, τόσα άδικα να διορθώσει, τόσες πλάνες να σκορπίσει, και κατάχρησες να τιμωρήσει, και χρέη να ξεπληρώσει.

                                                         *****************************
 "Ω πριγκιπέσσα Δουλσινέα, βασίλισσα αυτής της σκλαβωμένης καρδιάς! Πολύ καλό μου έχεις κάνει, στέλνοντάς με μακριά σου και δίνοντας μου την σκληρή προσταγή να μην ξαναπαρουσιαστώ πια μπρος την ομορφιά σου. Μην αρνηθείς τουλάχιστο, σενιόρα, να τη θυμάσαι αυτή τη σκλάβα σου καρδιά, που τόσα για την αγάπη σου βάσανα υποφέρει".

                                                                *****************************
-Για μένα σενιόρ Καστελλάνο, είναι αρκετό ότι και νάναι, γιατί: στολίδια μου είναι τάρματα, κι ανάπαψή  μου η μάχη κ.τ.λ.
Ο ξενοδόχος νόμισε πως ο ξένος τον είχε αποκαλέσει καστελλάνο γιατί τον έπαιρνε για φυγόδικο από την Καστίλλη(*), ενώ αυτός είταν Ανταλουσιάνος, από τα παράλια του Σαν Λουκάρ, όχι λιγότερο κλέφτης από τον Κάκο, κι ούτε λιγότερο χωρατατζής από ένα σπουδαστή. Του αποκρίθηκε λοιπόν.
(*)Καστελλάνος θα πει κάτοικος της Καστίλλης και συγχρόνως και κύριος ή διοικητής πολεμικού πύργου. Όμως ο συγγραφέας μεταχειρίζεται την έκφραση: σάνο ντε Καστίλλα που στην γλώσσα των ανθρώπων της φυλακής πα να πει λωποδύτης που κρύβει την ιδιότητα του, φυγόδικος: Λαδρόν δισιμουλάδο. Το καλαμπούρι λοιπόν που γίνεται εδώ, στο πρωτότυπο είναι διπλό.

                                                           *******************************

-Όλος ο κόσμος να σταθεί, αν όλος ο κόσμος δεν ομολογήσει πως δεν υπάρχει  σ’ όλον τον κόσμο ομορφότερη γυναίκα από την βασίλισσα της Μάντσας, την άφταστη Δουλσινέα του Τοβόσου…
…-Αφέντη ιππότη, εμείς δεν ξέρουμε πια είναι αυτή η καλή κυρία που λες: δείξε μας τηνε και αν είναι αληθινά τόσο όμορφη, όπως θες να πεις, θα ομολογήσουμε την αλήθεια με όλη μας την καρδιά και δίχως κανένα φόβο, καθώς αγαπάει η ευγένεια σου.
-Αν σας την έδειχνα, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, ποιαν αξία θα είχε  να ομολογήσετε μι αλήθεια τόσο φανερή. Το σπουδαίο είναι δίχως να τήνε δείτε να το πιστέψετε, να το ομολογήσετε, να το βεβαιώσετε να το ορκιστείτε και να το υπερασπιστείτε. Αλλιώτικα, θα πολεμήσετε μαζί μου, άνθρωποι ξιπασμένοι και αστόχαστοι· κι είτε έρθετε αμέσως ένας-ένας, όπως το θέλει ο νόμος της ιπποσύνης, είτε κι όλοι μαζί, όπως είναι ο τρόπος κι η κακή συνήθεια των ανθρώπων του φυράματός σας, εδώ σας περιμένω μ’ ακλόνητη την πίστη στο δίκιο που έχω με το μέρος μου.

                                                    ******************************
-Πρόσεξε αφεντικό, αποκρίθηκε ο Σάντος, γιατί αυτά που φαίνονται εκεί κάτω δεν είναι γίγαντες, παρά ανεμόμυλοι· και αυτά που τους φαίνονται σα χέρια, είναι οι φτερούγες τους, που γυρνώντας από το φύσημα του αγέρα κάνουνε να δουλεύει η μυλόπτερα.
-Πως φαίνεσαι που δεν ξέρεις από περιπέτειες, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης: αυτοί εκεί είναι γίγαντες, κι αν φοβάσαι, τραβήξου πέρα και πέσε να προσευχηθείς, την ώρα που εγώ θα μπαίνω με δαύτους σε άγριο κι άνισο πόλεμο…
…πόσο περισσότερο σα συλλογιέμαι, κι έτσι θα είναι στ’ αλήθεια, πως εκείνος ο μάγος ο Φεστώνας, που μου έκλεψε το γραφείο μου και τα βιβλία μου, έκανε και τους γίγαντες να γίνουνε μύλοι, για να μου στερήσει τη δόξα να τους νικήσω.

                                         **************************************

… να μας πεις το όνομα, την πατρίδα, τα προτερήματα και την ομορφιά της δέσποινας σου, η οποία θα τόχει για ευτυχία της να το μάθει όλος ο κόσμος, πως την αγαπάει και την εξυπηρετεί ένας τέτοιος ιππότης, όπως η ευγένεια σου.
Σ’ αυτά τα λόγια ο Δον Κιχώτης έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, και είπε:
-Δεν μπορώ να βεβαιώσω αν αρέσει ή δεν αρέσει στην γλυκιά μου την εχθρά να γίνει στον κόσμο γνωστό πως εγώ είμαι ο ιππότης της· το μόνο που μπορώ να πω (απαντώντας σ’ αυτό που με τόση ευγένεια με ρωτάτε) είναι πως τ’ όνομα της είναι Δουλσινέα· η πατρίδα της το Τοβόσο, χωριό της Μάντσας· τα προτερήματα της είναι τουλάχιστο προτερήματα πριγκιπέσσας, αφού είναι βασίλισσά μου και δέσποινα μου: η ομορφιά της υπεράνθρωπη, γιατί σ’ αυτήν γίνονται αληθινά όλα τα αδύνατα και χιμαιρικά χαρίσματα που αποδίδουν στις καλές τους οι ποιητές. Γιατί τα μαλλιά της είναι χρυσάφι, το μέτωπό της ηλύσια πεδία, τα φρύδια της ουράνια τόξα, τα μάτια της ήλιοι, τα μάγουλά της τριαντάφυλλά, τα χείλια της κοράλλια, μαργαριτάρια τα δόντια της, αλάβαστρος ο λαιμός της, μαρμαρένια τα στήθια της, φιλντισένια τα χέρια της, η ασπράδα της χιόνι· και οι ομορφιές που η σεμνότητα κρύβει από τα μάτια του κόσμου είναι τέτοιες, καθώς φαντάζομαι και καταλαβαίνω, που μόνο με μια προσεχτική εξέταση θα μπορούσε να τις εκτιμήσει κανένας, μα όχι για τις συγκρίνει.

                                                 ***********************************

Τώρα πεθαίνω πια· και μην προσμένοντας ποτέ καμιάν ευτυχία μήτε στον θάνατο και μήτε στην ζωή, θα μείνω ακλόνητος στην ιδέα μου. Θα πω ότι καλά κάνει όποιος αγαπάει πολύ, και πως εκείνη η ψυχή είναι πιο λεύτερη, που είναι πιο σκλαβωμένη στου έρωτα την πανάρχαιη τυραννία. Θα πω ότι εκείνη στάθηκε πάντοτε εχθρά μου, έχει την ψυχή της τόσο όμορφη, όσο και το κορμί της· και πως η απονιά της είταν από φταίξιμο δικό μου· και πως με τα βάσανα που μας δίνει κρατεί ο έρωτας υποταχτικό το βασίλειό του. Και μ’ αυτήν την ιδέα, και μια γερή θελιά, φτάνοντας μια ώρα αρχύτερα στο άθλιο τέλος που με οδήγησε η καταφρόνια της, θα παραδώσω στου ανέμους ψυχή και σώμα, δίχως δαφνόκλαρο ή φοινικιά μελλούμενης ευτυχίας.

                                                  ****************************************

-Ο δικός μου, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, είναι να σε υπηρετήσω τόσο, που τόχα αποφασισμένο να μην αφήσω τούτα τα βουνά ίσαμε που να σ’ έβρισκα, και να μάθαινα από σένα τον ίδιον, αν, για τον πόνο που από την παράξενη ζωή που κάνεις φαίνεσαι πως έχεις, μπορούσε να βρεθεί κανένα γιατρικό· κι αν ήτανε ανάγκη να το γυρέψει κανείς, θα το γύρευα μ’ όλα μου τα δυνατά. Κι αν πάλι η δυστυχία σου είτανε από κείνες που κρατούνε τις πόρτες κλειστές για κάθε είδους  παρηγοριά, είχα σκοπό να σε συντροφέψω στους θρήνους, και στους στεναγμούς σου όσο μπορούσα καλύτερα· γιατί, όπως και νάναι, πάντοτε είναι μια παρηγοριά νάχει κανένας κάποιον  που να πονάει για την δυστυχία του.  Κι αν νομίζεις πως η καλή μου διάθεση είναι άξια να πληρωθεί με κάποια φιλοφρόνηση, σε θερμοπαρακαλώ, άρχοντα μου, για την πολλή την ευγένεια που βλέπω πως κρύβεις μέσα σου, κι ακόμη σε εξορκίζω σ’ ότι έχεις αγαπήσει ή αγαπάς σε τούτη τη ζωή, να μου πεις ποιος είσαι, και ποια αιτία σε έφερε εδώ για να ζήσεις και να πεθάνεις μέσα σε τούτες τις ερημιές σαν το άγριο θηρίο· γιατί ζεις, μέσα εδώ, τόσο διαφορετικά από ότι κρίνω πως σου πρέπει από τους τρόπους σου και τη φορεσιά σου. Και τ’ ορκίζουμαι, εξακολούθησε ο Δον Κιχώτης, στον όρκο της ιπποσύνης, πούχω δοσμένον, αν και ανάξιος κι αμαρτωλός, και στο επάγγελμα του πλανόδιου ιππότη, πως, αν θελήσεις να μου κάνεις, άρχοντά μου, αυτή τη χάρη, εγώ θα σε υπηρετήσω μ’ όλη τη θέρμη κι αφοσίωση που ταιριάζει σ’ έναν άνθρωπο σαν και μένα, είτε γιατρεύοντας τον πόνο σου, αν υπάρχει γιατρικό, είτε συντροφεύοντας σε στους θρήνους σου, καθώς σου υποσχέθηκα και πρωτύτερα.

                                                    ***********************************

-Εγώ θαρώ, είπε ο Σάντος, πως αυτοί οι ιππότες πρέπει νάχανε κάποια αιτία κι αφορμή για να κάνουν αυτές τις παλαβωμάρες και σκληραγωγίες· όμως η ευγένεια σου ποια αφορμή θάχεις να γίνεις τρελός; Ποια κυρά σε καταφρόνεσε; Ή τι σημάδια βρήκες, που να σου δίνουν να καταλάβεις πως η σενιόρα η Δουλτσινέα του Τοβόσου έχει κανωμένα τίποτα ανοησίες με κανένα μαύρο ή κανένα χριστιανό;
-Αυτό είναι ακριβώς το σπουδαίο, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, κι αυτού βρίσκεται όλη η χάρη σ’ αυτό που λογαριάζω να κάνω. Γιατί το να τρελαθεί ένας πλανόδιος ιππότης, όταν υπάρχει αιτία, δεν έχει μήτε χάρη μήτε αξία· το σπουδαίο είναι να χάσω το μυαλό μου δίχως να υπάρχει κανένας λόγος, και να κάνω τη δέσποινα μου να στοχαστεί πως, αφού στα στεγνά κάνω τέτοια πράγματα, τι ήθελα κάνω στα βρεγμένα. Άλλωστε αρκετός λόγος είναι να βρίσκομαι τόσο καιρό  χωρισμένος από την πάντοτε κυρά μου και δέσποινα μου την Δουλσινέα του Τοβόσου· γιατί, καθώς άκουσες να λέει και κείνος ο φίλος μου ο βοσκός, ο Αμβρόσιος: όποιος βρίσκεται μακριά έχει και φοβάται κάθε δυστυχία. Γι’ αυτό, φίλε μου Σάντσο, μη χάνεις τον καιρό σου για να με ορμηνεύεις να παρατήσω μια τόσο σπάνια, τόσο πετυχημένη και τόσο πρωτάκουστη μίμηση. Τρελός είμαι και τρελός θε νάμαι όσο που να γυρίσεις πίσω φέρνοντας την απάντηση σε μια επιστολή που λογαριάζω να στείλω με σένα στην δέσποινα μου την Δουλσινέα. Και αν είναι η απάντηση της όπως το αξίζει η πίστη μου, θα πάρει αμέσως τέλος η τρέλα μου και το βάσανό μου· κι αν είναι το ενάντιο, τότε θα τρελαθώ με τα σωστά μου, κι έτσι δε θα νιώθω πια τίποτε. Μ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν, όποια κι αν είναι η απάντηση της, εγώ θα λευτερωθώ από την αγωνία μου και την τυραννία όπου θα μ’ αφήσεις γιατί: το καλό πούθελε μου φέρεις, θα το χαίρομαι έχοντας τα λογικά μου: το κακό πάλι δε θα το νιώθω πια, όντας τρελός.
                                                   ********************************
                                                                                                                              
… Όμως αν το λογαριάσει κανείς καλά: τι έχει να κερδίσει η κυρά Αλδόνσα ή Λορέτζου, θέλω να πω η κυρά Δουλσινέα του Τοβόσου, με το να πηγαίνουνε να γονατάνε μπροστά της όλοι οι νικημένοι που της στέλνεις κι έχεις ακόμα να της στείλεις η ευγένεια σου;  Γιατί θα μπορούσε  να τύχει, την ώρα που κείνοι ήθελα παρουσιαστούν εκεί πέρα, αυτή να βρεθεί να αργάζεται το λινάρι ή να αλωνίζει μες τ’ αλώνι και τότε κείνοι να θύμωναν, όταν θα την έβλεπαν, κι αυτή πάλι να γελούσε ή να της κακοφαινότανε για ένα τέτοιο δώρο.
-Σου τόχω είπωμένο ίσαμε τώρα  πολλές φορές Σάντσο, είπε ο Δον Κιχώτης, πως είσαι πολύ μεγάλος πολυλογάς, και πως αν και το μυαλό σου είναι χοντρό, θέλεις πολλές φορές να κάνεις τον έξυπνο. Όμως για να δεις, πόσο ανόητος είσαι εσύ και πόσο σωστός εγώ, θέλω να σου πως νακούσεις μια σύντομη ιστορία…
… έτσι λοιπόν Σάντσο κι η Δουλσινέα του Τοβόσου, για κείνο που την θέλω εγώ, αξίζει όσο κι η πιο τρανή πριγκιπέσα της γης. Κι ούτε είναι αλήθεια πως όλοι οι ποιητές που υμνούνε τις γυναίκες, δίνοντας τους ονόματα της φαντασίας τους, τις έχουνε και στην πραγματικότητα. Φαντάζεσαι πως όλες οι  Αμαρυλλίδες, οι Φυλλίδες, οι Σίλβιες, οι Άρτεμες, οι Γαλάτειες, και τόσες άλλες που απ’ αυτές είναι γεμάτα τα βιβλία, τα ποιήματα, τα κουρεία και τα θέατρα, είτανε αληθινές γυναίκες από κόκκαλα και σάρκα κι αγαπητικές εκείνων που τις υμνούνε και τις υμνούσαν; Όχι βέβαια γιατί οι περισσότεροι τις φτιάσαν με την φαντασία τους, για να έχουν ένα θέμα για τους στίχους τους, και για να τους περνάει ο κόσμος για ερωτεμένους και γι’ αυτούς τους ανθρώπους που είναι άξιοι να είναι ερωτεμένοι. Γι’ αυτό λοιπόν μου είναι αρκετό εμένα να φαντάζομαι και να πιστεύω  πως η καλή μας η Αλδόνσα του Λορέντζου είναι όμορφη και σεμνή· κι όσο πια για το σόι της δεν έχει καμιά σημασία· γιατί δε θα πα να κάνουμε τώρα καμιά ανάκριση, ούτε να της φορέσουμε καμιά κορώνα στο κεφάλι, παρά εγώ τη λογαριάζω πως είναι η πιο τρανή πριγκιπέσσα του κόσμου…

                                                    **************************************

… Ωστόσο δεν βαρυγγόμησε καθόλου γι’ αυτό, με τη σκέψη πως είχε πάρει πια ο αφεντικός του το δρόμο που θα τον έφερνε γραμμή στο θρόνο τον αυτοκρατορικό· γιατί δεν είχε πια καμιά αμφιβολία πως ήθελε παντρευτεί με κείνην την πριγκιπέσσα και αυτός θα γινόταν το λιγότερο βασιλιάς του Μικομικόν. Το μόνο που τονέ στενοχωρούσε είταν εκείνη η σκέψη πως εκείνο το βασίλειο βρισκόταν στην χώρα των αράπηδων, και πως οι άνθρωποι πούθελα του δώσουνε για υποταχτικούς του, θα είτανε όλοι μαύροι. Όμως βρήκε με τη φαντασία του ένα κατάλληλο γιατρικό για την περίσταση, κι είπε μιλώντας στον εαυτό του:
-Και τι με νοιάζει κι αν θάναι μαύροι οι υποταχτικοί μου; Και θάχω τίποτ’ άλλο να κάνω, παρά να τους φορτώσω  στο καράβι και να τους κουβαλήσω στην Ισπανία, όπου θα μπορώ να τους μοσκοπουλήσω κι  όπου θα μου τους πλερώσουνε τοις μετρητοίς…
… μα τω Θεό, θα σου τους περιμαζέψω, μικρούς και μεγάλους, όπως μπορώ , κι ας πα να είναι όσο θέλουνε μαύροι: εγώ θα τους κάνω να γίνουν άσπροι και κίτρινοι μέσα στην τσέπη μου. Έλα και μούρχεται κιόλας να γλείψω τα δάχτυλά μου…

                                                          *************************************

-Κούτσουρο! Είπε σ’ αυτό το σημείο ο Δον Κιχώτης, οι πλανόδιοι ιππότες δεν έχουνε καμιά υποχρέωση, κι ούτε είναι δουλειά τους να εξετάζουνε αν οι θλιμμένοι, αλυσοδεμένοι και τυραγνισμένοι που απαντούνε στους δρόμους, βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση και σ’ αυτήν την αγωνία για τα φταιξίματά τους ή για τις καλοσύνες τους· η δουλειά τους είναι μονάχα να τους βοηθούνε στην ανάγκη τους, και να κοιτάζουν τα βάσανά τους κι όχι τις κατεργαριές τους. Βρήκα στο δρόμο ένα τσούρμο από θλιμμένους και δυστυχισμένους ανθρώπους, δεμένους σαν κομπολόι, τον ένα με τον άλλον, κι έκανα εκείνο που με προστάζει η θρησκεία μου- και πάρα πέρα ας γίνει ότι γίνει…

                                                               ************************************

Δεν τα βρίσκω άσχημα όλ’ αυτά που μου λες· εξακολούθησε παρακάτω, είπε ο Δον Κιχώτης. Λοιπόν έφτασες: και τι έκανε εκείνη η βασίλισσα της ομορφιάς; Είμαι βέβαιος πως τη βρήκες να περνάει μαργαριτάρια στην κλωστή ή να κεντάει με τιρτίρι κανένα οικόσημα για τούτον το σκλαβωμένο της τον ιππότη!
-Δεν την βρήκα, αποκρίθηκε ο Σάντος, παρά να κοσκινίζει δυο φορτώματα στάρι σε μιαν αυλή του σπιτιού της.
-Τότε λογάριασε, είπε ο Δον Κιχώτης, πως το κάθε σπυρί εκείνου του σταριού γινότανε κι από ένα μαργαριτάρι, μόλις το άγγιζε με τα χέρια της. Κι αν πρόσεξες, φίλε: το στάρι είτανε από το λευκό που κάνουνε το παντεσπάνι ή από το μαύρο;
-Δεν είτανε παρα κοκκινωπό, αποκρίθηκε ο Σάντσος.
-Τότε να είσαι βέβαιος, είπε ο Δον Κιχώτης, πως ύστερα από το κοσκίνισμα με τα δικά της χέρια, θα γινότανε καλό για παντεσπάνι, δίχως καμιά αμφιβολία…
… Ωστόσο δε θα μου αρνηθείς, Σάντσο, ένα πράμα όταν ζύγωσες κοντά της, δεν ένιωσες ένα θείο μύρο, μια αρωματική μοσκοβολιά, και μια δεν ξέρω τι λογής γλύκα, που δεν μπορώ να της έβρω το κατάλληλο όνομα της- ένα μεθυστικό κύμα, σαν και βρισκόσουνα μέσα σε κανένα ακριβό μυροπωλείο;
-Αυτό που ξέρω να πω, είπε ο Σάντσος, είναι πως κατάλαβα κάποια μυρουδιά από ανθρωπίλα, και λέω πως θάτανε επειδής είτανε, από την πολλή δουλειά, κομμάτι ιδρωμένη και σκληροπετσιασμένη.
-Δεν θάταν απ’ αυτό, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, παρά πιστεύω πως θα είσουνα συναχωμένος, ή θάνιωθες τη δική σου μυρουδιά· γιατί το ξέρω καλά πως μοσκοβολάει εκείνο το ρόδο μέσα στ’ αγκάθα, εκείνος ο κρίνους του αγρού, εκείνο το αναλυμένο κεχριμπάρι.

                                             ***************************************

Με τέτοιον τρόπο και τέτοια όμορφα λόγια εξακολουθούσε την ομιλία του ο Δον Κιχώτης, ώστε εκείνη την ώρα ανάγκασε όλους που τον άκουγαν, να μην τον έχει πια κανένας τους για τρελό· το εναντίο, επειδή οι περισσότεροι απ’ αυτούς είταν από αρχοντικά σπίτια, αναθρεμμένοι για την ζωή των όπλων, τον ακρουμαζόντουσαν με πολλή ευχαρίστηση· κι αυτός εξακολουθώντας, είπε…
Όλη αυτή την πλατιά δημηγορία την είπε ο Δον Κιχώτης την ώρα που οι άλλοι έτρωγαν, λησμονώντας να βάλει αυτός μπουκιά στο στόμα του, μ’ όλο που ο Σάντσος Πάνσας του είπε πολλές φορές να φάει πρώτα, και πως είχε καιρό να μιλήσει κατόπι όσο ήθελε. Οι άλλοι που τον είχαν ακούσει, ένιωσαν πάλι καινούργια θλίψη βλέποντας πως ένας άνθρωπος που μιλούσε τόσο ξυπνά και λογικά όταν πραγματευότανε όλα τάλλα ζητήματα, έχανε αμέσως ολότελα τα λογικά του όταν ερχότανε ο λόγος για κείνη τη μαύρη και κακορρίζικη την ιπποσύνη. Ο κληρικός του είπε πως είχε πολύ δίκιο σ’ όλα όσα είχε ειπωμένα παίρνοντας το μέρος των όπλων, και πως αυτός ο ίδιος αν και γραμματιζούμενος και με δίπλωμα, είχε ακριβώς την ίδια γνώμη.

                                           ********************************************

Σ’ αυτό το σημείο είχε φτάσει εκείνη την ώρα ο Δον Κιχώτης, με τον τόσο παθητικό μονόλογό του, όταν η θυγατέρα της ξενοδόχας άρχισε να τον καλεί ψιθυριστά και να του λέει:
-Άρχοντάμου, κάνε μου την χάρη νάρθεις από εδώ μια στιγμή.
Ο Δον Κιχώτης έστρεψε, ακούγοντας αυτούς τους ψιθυρισμούς κι αυτά τα λόγια, κι είδε στο φως του φεγγαριού, που κείνη την ώρα βρισκότανε σ’ όλη του την λαμπρότη, πως κάποιος τον εφώναζε από το φεγγίτη, που αυτουνού του φάνηκε πως είτανε παράθυρο, και μάλιστα με χρυσά κάγκελα, όπως ταίριαζε νάχει ένας τέτοιος πλούσιος αρχοντικός πύργος σαν κι αυτόν που φανταζότανε πως είτανε εκείνο το χάνι. Κι αμέσως φαντάστηκε στην τρελή του φαντασία, πως πάλι η ωραία παρθένα, η θυγατέρα της αρχόντισσας εκεινού του πύργου, νικημένη από το πάθος της για δαύτον, ερχότανε, όπως και την άλλη φορά να του ζητήσει τον έρωτά του· και μ’ αυτή τη σκέψη, για να μη φανεί κακοαναθρεμμένος κι αχάριστος, έστρεψε το χαλινό του Ροσινάντε και πήγε κοντά στο φεγγίτη· και μόλις είδε τα δυο κορίτσια, είπε:
-Πολλή θλίψη μου κάνεις, ωραία σενιόρα, που έχεις βαλμένα τους ερωτικούς στου λογισμούς σ’ ένα μέρος όπου δε θα μπορέσεις νάβρεις την ανταπόκριση που ταιριάζει στην υψηλή σου θέση και στη μεγάλη σου ομορφιά· μα γι’ αυτό δεν πρέπει να κατηγορήσεις τούτον το δυστυχισμένο πλανόδιο ιππότη, που ο έρωτας τον έχει κάνει να μην μπορεί να υποτάξει τη θέληση του σε καμιά άλλη, παρά σε κείνην που αμέσως μόλις την είδανε τα μάτια του, την έκανε μοναδική κι απόλυτη δέσποινα της ψυχής του. Συχώρεσέ με, καλή μου σενιόρα, και πήγαινε πάλι στο δωμάτιο σου, και μη θελήσεις, προχωρώντας περισσότερο στο φανέρωμα της αγάπης σου, να με κάνεις να φανώ ακόμα πιο αχάριστος· και αν για τον έρωτα πούχεις για μένα υπάρχει τίποτ’ άλλο, εξόν από τον ίδιο τον έρωτα, που να μπορεί να μ’ ευχαριστήσει, ζήτησέ μου το· και σου ορκίζομαι σε κείνη την γλυκιά εχθρά μου που βρίσκεται μακριά μου, να σου το δώσω παρευτύς κι αν είτανε ακόμη να μου ζητήσεις να σου φέρω ένα κοτσίδι από τα μαλλιά της Μέδουσας, που είτανε όλα φίδια, ή ακόμη και τις αχτίδες του ήλιου κλεισμένες μέσα σε μια μποτίλια.

                                                       ***********************************

-Ελάτε εδώ, γενιά πρόστυχη και βρωμερή· ληστεία και κλεψιά των δρόμων ονομάζεται σεις το να λύνει κανείς τους αλυσοδεμένους, να λευτερώνει του αιχμάλωτους, να βοηθάει τους δυστυχισμένους, να σηκώνει τους πεσμένους χάμω, νανακουφίζει τους αναγκεμένους; Άχ άτιμη γενιά, που με το ταπεινό και πρόστυχο πνεύμα σας είσαστε ανάξιοι να σας φανερώνουν οι ουρανοί το μεγαλείο της πλανόδιας ιπποσύνης, ή και να σας αφήσουνε να νιώσετε καν την άγνοια και την αμαρτία όπου βρισκόσαστε με το να μη σεβόσαστε, όχι τον ίδιο παρά και τον ήσκιο οποιουδήποτε πλανόδιου ιππότη!

                                                            **********************************

-Ω, αχρείε παλιάνθρωπε, πρόστυχε, αδιάντροπε κι αγράμματε,  κακόγλωσσε, βρωμόστομε, απόκοτε, συκοφάντη κι υβριστή! Τέτοια λόγια τόλμησες αν πεις μπροστά μου και μπροστά σε τούτες τις μεγάλες κυράδες; Και τέτοιες ατιμίες κι αδιαντροπιές τόλμησες να βάλεις μέσα στην άρρωστη φαντασία σου;  Φύγε από μπροστά μου, τέρας του κόσμου, αποθηκάριε της ψευτιάς, ντουλάπι της απάτης, κελλάρι της παλιανθρωπιάς, εφευρέτη της κακίας, ντελάλη και κήρυκα της ανοησίας, εχθρέ του κάθε σεβασμού που πρέπει στα βασιλικά πρόσωπα! Φύγε και να μη φανείς πια μπροστά μου· γιατί, αλλιώς, θα πέσει απάνω σου η οργή μου!

                                                                    *******************************
Αυτό μ’ αρέσει! Αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, τα βιβλία που έχουν τυπωθεί με την άδεια των βασιλιάδων και με την έγκριση των ειδικών, και που διαβάζονται πάντοτε μ’ ευχαρίστηση απ’ όλον τον κόσμο, και δοξάζονται από μικρούς και μεγάλους, φτωχούς και πλούσιους, γραμματισμένους κι αγράμματους, από ανθρώπους του λαού κι από αριστοκράτες, τέλος από κάθε λογής ανθρώπους, από οποιαδήποτε τάξη και κατάσταση κι αν είναι- ολ’ αυτά τα βιβλία θάπρεπε λοιπόν να είναι ψέματα, μ’ όλο που παρουσιάζονται όλα τα γνωρίσματα της αλήθειας- αφού μας δηγιούνται κα μας λένε, τον πατέρα, την μητέρα, την πατρίδα, τους συγγενήδες, την ηλικία, τον τόπο και τα κατορθώματα, μ’ όλα τα καθέκαστα κι από τη μια μέρα στην άλλη, που έκανε ο τάδε ιππότης ή έκαναν οι τάδε ιππότες; Σώπαινε λοιπόν, καλέ μου κύριε, και μη λες τέτοια βλάσφημα λόγια· και πίστεψε με γιατί σου δίνω γιαυτό το ζήτημα την καλύτερη συμβουλή που μπορεί νακουλουθήσει ένας άνθρωπος με μυαλό. Ειδεμή, διάβασέ τα, και θα δεις πόση ευχαρίστηση θα λάβεις από το διάβασμά τους. Γιατί αλλιώς, για πε μου, υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση, από το να βλέπουμε, σαν νάτανε μπροστά στα μάτια μας, μια μεγάλη λίμνη από πίσσα, που να βράζει και να κοχλάζει, και μέσα να κολυμπούνε ένα σωρό φίδια και νερόφιδα και σαλαμάντρες, κι άλλα πολλά τρομακτικά κι άγρια θεριά· κι από τη μέση της λίμνης να βγαίνει μια θλιβερότατη φωνή που να λέει: «Ώ, εσύ, ιππότη, όποιος κι αν είσαι, που στέκεσαι και κοιτάς τούτη τη φρικτότατη λίμνη, αν θέλεις ναποχτήσεις το θησαυρό που βρίσκεται κρυμμένος κάτω από τούτα τα μαύρα νερά, δείξε τώρα την παλληκαριά της αντρειωμένης στου καρδιάς, και ρίξου μέσα στα μελανά και πυρωμένα της κύματα· γιατί, αν δεν το κάνεις, δε θα είσαι άξιος να δεις τα υπέροχα θαύματα που κλείνονται δω κάτου, και που βρίσκονται μέσα στα εφτά παλάτια των εφτά νεραϊδών που κατοικούνε κάτω από τούτη τη μαυρίλα».

                                                               *********************************

Ο γιδοβοσκός τον κοίταξε καλά καλά· και καθώς είδε το Δόν Κιχώτη με τέτοιο ελεεινό ύφος και παρουσιαστικό, απόρισε, και ρώτησε τον κουρέα που βρισκότανε κοντά του:
-Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος , άρχοντά μου, μ’ αυτό το σουλούπι που μου μιλάει εστιδά;
-Ποιος άλλος μπορεί νάναι, αποκρίθηκε ο κουρέας, παρά ο κοσμοξακουσμένος ο Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα, ο εκδικητής των προσβολών, ο επανορθωτής των αδικημάτων, το μετερίζι των παρθένων, ο τρόμος των γιγάντων κι ο νικητής των πολέμων.
-Αυτά μου φαίνονται, αποκρίθηκε ο βοσκός, σαν και κείνα που διαβάζει κανένας στα βιβλία των πλανόδιων ιπποτών: αυτοί έκαναν όλα όσα λες για τούτον τον άνθρωπο η ευγένια σου· αγκαλά και θαρρώ είτε πως η ευγένια σου χωρατεύεις, είτε πως αυτό ο κύριος πρέπει νάχει αδειανά τα παρτιμέντα της κεφαλής του.

                                                     *************************************

-Ω, άνθος της ιπποσύνης, με μια μόνο ραβδιά έφτασες στο τέλος της τόσο χρήσιμης ζωής σου! Ω καμάρι της γενιάς σου, τιμή και δόξα όλης της Μάντσας, κι ακόμα όλου του κόσμου, που, όταν εσύ λείψεις από δαύτον, θε ναπομείνει γεμάτος από κακούργους ανθρώπους που δε θα φοβούνται πια καμιά τιμωρία για τα κακουργήματά τους. Ω γενναιόδωρε πάνω απ’ όλους τους Αλέξαντρους, αφού για οχτώ μονάχα μήνες που σε δούλεψα μούχεις δοσμένα κιόλας το καλύτερο νησί που ζώνει και περικυκλώνει η θάλασσα! Ω ταπεινέ μπρος τους φαντασμένους και περήφανε μπρος στους ταπεινούς, επιχειρηματία του κιντύνου, μάρτυρα της καταφρόνιας, ερωτεμένε δίχως αφορμή, παράδειγμα των καλών, βούρδουλα των κακών, οχτρέ των φαύλων, τελοσπάντων πλανόδινε ιππότη- τι αυτό τα λέει όλα όσα μπορεί να πει κανένας!


                                             ***************************************