Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Daniel Cohen, "Η ευημερία του κακού"

Daniel Cohen, "Η ευημερία του κακού. Μια (ανήσυχη) εισαγωγή στην οικονομία", μετάφραση: Τάσος Γιαννίτσης. Εκδόσεις Πόλις.

Η δουλεία καταστρέφει τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία, γεγονός που ωθεί τους μικροϊδιοκτήτες να στραφούν προς τον στρατό και συντηρεί τον μηχανισμό της πολεμικής αρπαγής, ο οποίος αυξάνει τον αριθμό των δούλων και μειώνει τον αριθμό των μικροϊδιοκτητών. (σελ.40).

Ο Ιωάννης αναγκάζεται να υποχωρήσει και να υπογράψει τη Magna Carta, έγγραφο που προηγείται κατά πολλούς αιώνες της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι βαρόνοι εξασφαλίζουν τη δέσμευση του βασιλιά ότι θα θεσπίσει μια αντικειμενική δικαιοσύνη και θα εγγυηθεί για τις ατομικές ελευθερίες. Είναι, όμως, κυρίως το φορολογικό ζήτημα που βρίσκεται στην καρδιά αυτού του κειμένου. Ο βασιλιάς πρέπει να υποβάλλει την άυξηση των φόρων στην έγκριση του κοινοβουλίου. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει γεννηθεί. (σελ. 58-59).

Ένα άλλο κεντρικό παράδοξο των κοινωνιών που διέπονται από τον νόμο του Malthus είναι ότι η εργασία δεν έχει αξία. Όσο πιο επιδέξια είναι μια κοινωνία, τόσο φθίνει η απόδοση της ωριαίας εργασίας. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες κέρδιζαν όσα οι Άγγλοι εργάτες της Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης, αλλά με πολύ λιγότερο χρόνο εργασίας. Ο εργάτης στις αρχές του 19ου αιώνα εργάζεται δέκα ώρες την ημέρα, πάνω από τριακόσιες μέρες το χρόνο κατά μέσο όρο, για το ίδιο τελικό εισόδημα. Αντίθετα, οι Huis, μια κοινωνία κυνηγών-τροφοσυλλεκτών εγκατεστημένων στη Βενεζουέλα, των οποίων μπορεί κανείς να μελετήσει τα ήθη και τα έθιμα, εργάζονται κατά μέσο όρο δυο ώρες την ημέρα. (σελ. 76).

Το δίδαγμα είναι απλό: για να επιβιώσει κανείς πρέπει είτε να είναι χρήστης τεχνολογικής προόδου είτε να εργάζεται σε έναν τομέα όπου η εμηχάνιση είναι αδύνατη. Η ενδιάμεση κατάσταση, αυτή του ζωντανού θεάματος, είναι η χειρότερη. Η τριτογενοποίηση ευνοεί τα άκρα: τις εργασίες έντασης τεχνολογίας και εκείνες που δεν έχουν καμία σχέση με την τεχνολογική πρόοδο. (σελ. 159).

Η Δύση πρώτα ενεργεί και μετά καταλαβαίνει. (σελ. 187).

Λίγες δεκαετίες προτού ο Χριστόφορος Κολόμβος σαλπάρει για τρην Αμερική, η Κίνα επιλέγει τη σταθερότητα και κλείνεται στον εαυτό της. Η Ευρώπη έχει διαλέξει τον άλλο δρόμο. (σελ. 201).

Στις φτωχότερες περιοχές του κόσμου, ιδίως στην Αφρική, πολλές χώρες απλούστατα δεν έχουν καταφέρει ακόμα να φτάσουν στο σημείο όπου το μονοπώλιο της βίας αναγνωρίζεται στο κράτος. (σελ. 254).

Σε μια νέα γλώσσα, τα ερωτήματα που τίθενται στον κυβερνοχώρο είναι τα ίδια όπως πάντα: τι σημαίνει να ζει κανείς μεταξύ των ανθρώπων, ποιο είναι το μερίδιο του εαυτού του και ποιο το μερίδιο του εμείς;... Ο νέος κόσμος, όμως, της πλανητικής επικοινωνίας επανασχεδιάζει τις ομάδες αναφοράς με τις οποίες συγκρίνεται κανείς. Το να είναι κανείς ευτυχισμένος δεν σημαίνει πια μόνο "κερδίζω περισσότερο από το γαμπρό μου", αλλά τρέφεται και από συγκρίσεις με άλλες κοινότητες, μακρινές στο χώρο αλλά κοντινές μέσω των εικόνων. (σελ. 332).

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Τσέζαρε ΠΑΒΕΖΕ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ μετάφραση ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ






Πάλι καλά που η Ρόζα εξαρτιόταν ακόμα απ` τον πατέρα της και τη μάνα της κι έτσι δε θα μπορούσε ν` αγοράσει καπέλο για κάμποσο καιρό. [σελ. 17]

Η Τζίνια της είπε πως θα φύλαγε τσίλιες, αλλά στην πραγματικότητα τέντωνε τα` αυτιά της για ν` ακούσει τις φωνές και τις σιωπές της όχθης. [σελ. 21]

Το ποτηράκι το ήπιανε στο πρώτο καφέ που βρήκανε και μόλις έφυγαν από κει, η Τζίνια ένιωσε στον αέρα μια δροσιά που δεν υπήρχε πριν και σκέφτηκε πως ήταν ωραίο που το καλοκαίρι τα ποτά αναζωογονούσαν το αίμα. [σελ. 27]

Η Αμέλια έβγαινε έξω χωρίς κάλτσες, επειδή απλούστατα δεν είχε ˙ φορούσε πάντα εκείνο το ωραίο φόρεμα, αλλά δεν είχε άλλο. Η Τζίνια πείστηκε γι` αυτό όταν κατάλαβε πως και η ίδια, όταν έβγαινε χωρίς καπέλο, αισθανόταν πιο τρελή. [σελ. 30]

Μετά το μεσημέρι βγήκαν έξω και η Τζίνια χάρηκε που ξαναβρέθηκε μέσα στον κόσμο και που οι κοπέλες περπατούσαν ντυμένες. Παρατηρούσε τα ωραία χρώματα του δρόμου που, χωρίς να καταλαβαίνει πως, ερχόνταν πράγματι απ` τον ήλιο, αφού τη νύχτα δεν υπήρχαν. [σελ. 42]

- Υπάρχουν κι εκείνοι που δε λένε τίποτα, της εξήγησε η Αμέλια. Δε θέλουν μοντέλα.
- Και τι ζωγραφίζουν; Ρώτησε η Τζίνια.
- Κανείς δεν ξέρει. Υπάρχει κάποιος που λέει πως ζωγραφίζει όπως εμείς βάζουμε κοκκινάδι. «Τι ζωγραφίζεις όταν βάζεις κοκκινάδι; Το ίδιο ζωγραφίζω κι εγώ».
- Μα με το κοκκινάδι βάφουνε τα χείλια.
- Κι αυτός βάφει το πανί. Γεια σου, Τζίνια. [σελ. 49-50]

Κάθε φορά που τύχαινε να σταματάνε μαζί η βροχή και η φωνή, η Τζίνια ένιωθε περισσότερο το κρύο. Τότε άνοιγε διάπλατα τα μάτια της στο σκοτάδι για να ξεχωρίσει το τσιγάρο της Αμέλια. [σελ. 54]

Το ωραίο μ` αυτόν τον ζωγράφο ήταν ότι δεν φαινόταν ζωγράφος. [σελ.56]

Αλλά αρκούσε να δει κανείς πως κάθονταν κι οι δυο σιωπηλοί για να καταλάβει ότι κάτι ξέρει ο καναπές. [σελ. 60]

Με το πρώτο φως λυπήθηκε που είχε έρθει ο χειμώνας και δεν μπορούσαν πια να βλέπουν τα χρώματα του ήλιου. Άραγε το σκεφτόταν αυτό κι ο Γκουίντο, που έλεγε ότι τα χρώματα είναι το παν; «Αχ, τι ωραία που είναι όλα» είπε από μέσα της η Τζίνια και σηκώθηκε. [σελ. 74]

- Έι, είπε ο Γκουίντο, σαν ν` αστειευόταν, ερχόμαστε στον κόσμο για τόσο λίγο, δεν πρέπει να κλαίμε.
- Έκλαιγα επειδή είμαι ευχαριστημένη, είπε η Τζίνια σιγανά.
- Εντάξει τότε, είπε ο Γκουίντο, όμως την άλλη φορά να το πεις αμέσως. [σελ.86]

Πήγαν μαζί σινεμά γιατί είχαν κι δυο τους μυστικά και δεν ήταν εύκολο να περάσουν τη βραδιά τους κουβεντιάζοντας. [σελ. 88]

Και μετά από μια σιωπή: Δεν είναι πιο ωραίο να πηγαίνουμε περίπατο οι δυο μας που είμαστε γυναίκες και το ξέρουμε παρά να φτύνουμε αίμα με τους κακομαθημένους που δεν έμαθαν ποτέ τι είναι μια κοπέλα και που φλερτάρουν την πρώτη που θα δούνε μπροστά τους; [σελ. 88-89]

Ο Γκουίντο της είχε πει:
- Πρέπει να με δεις στην εξοχή. Μόνο τότε ζωγραφίζω. Καμιά κοπέλα δεν είναι όμορφη όσο ένας λόφος. [σελ. 119]

Η Τζίνια πλησίασε με αργά βήματα στο καβαλέτο. Σ` ένα μακρόστενο χαρτί ο Γκουίντο είχε σχεδιάσει με κάρβουνο το περίγραμμα του κορμιού της Αμέλια. Ήταν πολύ απλές οι γραμμές και καμιά φορά συμπλέκονταν. Φαινόταν σαν η Αμέλια να `χε γίνει νερό και να περνούσε έτσι στο χαρτί. [ σελ. 128]

- Πάμε όπου θες, είπε η Τζίνια. Πήγαινέ με όπου θες εσύ. [σελ. 137]