Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

JOSEPH ROTH HOTEL SAVOY


JOSEPH ROTH HOTEL SAVOY, μεταφράση Μαρίας ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ, ΑΘΗΝΑ 2007

Είμαι ευγνώμων που αφήνω γι` άλλη μια φορά τα πάντα κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή – όπως έχω κάνει ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια. [σελ. 10]

Είναι τόσα πολλά αυτά που μπορεί να ρουφήξει κανείς μέσα του κι όμως να μείνει ίδιος κι απαράλλαχτος στο κορμί, στην περπατησιά, στο φέρσιμό του. Μπορεί να πιεί από εκατομμύρια ποτήρια και η δίψα του να μην χορταίνει ˙ σαν το ουράνιο τόξο, που λαμπυρίζει σ` όλα τα χρώματα, αλλά παραμένει το ίδιο ουράνιο τόξο, με την ίδια πάντα χρωματική σκάλα. [σελ.11]

Το δωμάτιο μου – ένα από τα πιο φτηνά του ξενοδοχείου – βρίσκεται στο έκτο πάτωμα κι έχει το νούμερο 703. Μ` αρέσει, είμαι λίγο προληπτικός με τους αριθμούς: το μηδενικό στη μέση μοιάζει με κυρία, που έχει δεξιά κι αριστερά της δυό κυρίους, έναν νέο κι έναν ηλικιωμένο. [σελ. 12]

Εδώ μένουν οι πλούσιοι. Κι ο Καλογερόπουλος, ο πονηρός, βάζει επίτηδες πίσω τα ρολόγια: οι πλούσιοι έχουν όλο τον καιρό δικό τους, δεν βιάζονται. [σελ.14]

Στην έξοδο περιμένω ˙ είναι πάλι όπως παλιά, όταν παιδί περίμενα στο πλαϊνό δρομάκι, χωμένος στους ίσκιους μιας εξώπορτας, κρυμμένος στην εσοχή του τοίχου, ώσπου ν` ακουστούν τα γρήγορα, νεανικά βήματα στο πλακόστρωτο, ώσπου ν` ανθίσουν σαν θαύμα τα βήματα από τις στέρφες πλάκες του πεζοδρομίου [σελ. 27-28]

Σαν τον κόσμο ήταν αυτό το Hotel Savoy : απ` έξω έλαμπε, άστραφτε μεγαλόπρεπο με τα εφτά του πατώματα, αλλά στα ψηλά του ψηλά του κρυβόταν η φτώχεια, αυτοί που ζούσαν στους πάνω ορόφους ήταν στην πραγματικότητα χαμηλά, πολύ χαμηλά, θαμμένοι σε αέρινους τάφους ˙ κι οι τάφοι ήταν σε στρώματα πάνω από τα άνετα δωμάτια των καλοφαγωμένων ενοίκων, που κάθονταν κάτω, ήσυχοι και βολεμένοι, δίχως να ενοχλούνται από τα φέρετρα τα στοιβαγμένα στα τελευταία πατώματα. [σελ.40]

Τη στιγμή αυτή μου φαίνεται λες κι ο Θάνατος έχει πάρει τη μορφή του γερασμένου «παιδιού του ασανσέρ» ˙ και στέκεται τώρα εδώ και περιμένει να πάρει μια ψυχή. [σελ. 59]

Καθίσαμε στην αίθουσα αναμονής της τρίτης θέσης, τριγυρισμένοι από τη φασαρία των μεθυσμένων. Κουβεντιάσαμε χαμηλόφωνα, αλλά δεν μας ξέφυγε όυτε λέξη, γιατί ακούγαμε με την καρδιά κι όχι με τα αυτιά. [σελ.83]

«Έχεις αρκετά λεφτά;» ρωτάω.
Μα ο Ζβονιμίρ δεν πληρώνει . Έχει πέσει στην παγίδα του Hotel Savoy.
Θυμάμαι μια κουβέντα του μακαρίτη του Σάντσιν. Αυτός – μια μέρα πριν πεθάνει – μου είπε ότι όλοι όσοι μένουν εδώ, είναι πιασμένοι στην παγίδα του Hotel Savoy Κανένας δεν ξεφεύγει από το Hotel Savoy.
Τον προειδοποίησα τον Ζβονιμίρ, αλλά δεν μ` άκουσε. [σελ.95]

Ο Θεός είχε τιμωρήσει αυτήν την πόλη με τα εργοστάσια. Τα εργοστάσια είναι η χειρότερη απ` τις τιμωρίες του Θεού. [σελ.101]

Οι άνθρωποι δεν είναι κακοί – φτάνει να `χουνε μπόλικο χώρο. [σελ.103]

Τέτοιες βροχερές μέρες η πόλη παρουσιάζεται με το πραγματικό της πρόσωπο. Η βροχή είναι η στολή της. Είναι μια πόλη βροχερή, μια πόλη απαρηγόρητη. […] Στον ουρανό είχαν γενική καθαριότητα και πετούσανε τις βρομιές τους στη γη. [σελ.119]

Τα χάλια τους είχαν οι άνθρωποι. Μόνοι τους έγραφαν το πεπρωμένο τους και θαρρούσαν πως τους το `γραφε ο Θεός. [σελ. 130]

Παρόλο που αυτός νοσταλγεί χωράφια κι εγώ δρόμους. Με κολλάει. Είναι σαν τα λαϊκά τραγούδια: όταν ο ένας τραγουδάει τραγούδι από την πατρίδα του , πιάνει ο άλλος το δικό του, και οι μελωδίες μοιάζουν, ταιριάζουν, είναι σαν τα διαφορετικά όργανα της ίδιας ορχήστρας. [σελ. 139]

Η Στάζια δεν ήξερε ότι δεν θα την έπαιρνα θριαμβευτής, αλλά ταπεινός κι ευγνώμων. Σήμερα καταλαβαίνω ότι είναι στη φύση των γυναικών να διστάζουν κι ότι τα ψέματά τους συγχωρούνται πριν καλά καλά ειπωθούν. [σελ. 147]

Οι γυναίκες δεν κάνουν τα λάθη τους όπως εμείς, από απροσεξία ή επιπολαιότητα. Οι γυναίκες κάνουν τα λάθη τους όταν είναι πολύ δυστυχισμένες. [σελ.149]

« Το ξενοδοχείο καίγεται», φωνάζει ο Ιγνάτιος. [σελ. 167 ]

Τον Ζβονιμίρ δεν τον ξαναείδα. [σελ. 169]

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Έρμαν Έσσε- Σιντάρτα

Έρμαν Έσσε, "Σιντάρτα", ένα ινδικό παραμύθι, εκδόσεις Καστανιώτη

Ο Έσσε είναι ταχυδακτυλουργός. Σαν τη φύση την άνοιξη, ντύνει τον κώδικά του με πλουμιστή φορεσιά. Ο αναγνώστης μαζεύει τον καρπό, τρώει γρήγορα και πετάει το κουκούτσι στο χώμα. Αλλά σ’ αυτό το κουκούτσι βρίσκεται η σοδειά, το ηλεκτρικό μήνυμα, ο κώδικας…
(λίγα λόγια για την δεύτερη έκδοση) Μαρία Παξινού

Και που μπορούσε κανείς να βρει τον Άτμαν, που κατοικούσε, που χτυπούσε η καρδιά του, που αλλού παρά στο ατομικό Εγώ, στο βαθύτερο, το αναλλοίωτο, που έχει ο καθένας μέσα του; Αλλά που, που υπήρχε αυτό το Εγώ, αυτό το βαθύτατο, το έσχατο; Δεν ήταν σάρκα και κόκαλα, δεν ήταν σκέψη ούτε συνείδηση, έτσι δίδασκαν οι σοφοί. (σελ. 16)

Κάποτε πέρασαν από την πόλη του Σιντάρτα σαμάνοι, περιπλανόμενοι ασκητές, τρεις λεπτοί, σβησμένοι άντρες, ούτε γέροι ούτε νέοι, με σκονισμένους και ματωμένους ώμους, σχεδόν γυμνοί, καμένοι από τον ήλιο, τυλιγμένοι στη μοναξιά, ξένοι και εχθρικοί για τον κόσμο, απόμακρα κι αδύνατα τσακάλια στο βασίλειο των ανθρώπων. Γύρω τους φυσούσε ένας ζεστός άνεμος σιωπηλής οδύνης, απομονωτικού καθήκοντος, άπονης άρνησης του εγώ. (σελ. 18)

«Σιντάρτα» είπε, «τι περιμένεις;»
«Ξέρεις τι».
«Θα στέκεσαι πάντα έτσι και θα περιμένεις, ώσπου να έρθει η μέρα, το μεσημέρι, το βράδυ;»
«Θα στέκομαι και θα περιμένω».
«Θα κουραστείς Σιντάρτα».
«Θα κουραστώ».
«Θα αποκοιμηθείς Σιντάρτα».
«Δεν θα αποκοιμηθώ».
«Θα πεθάνεις Σιντάρτα».
«Θα πεθάνω».
«Και προτιμάς να πεθάνεις παρά να υπακούσεις τον πατέρα σου;»
«Ο Σιντάρτα υπάκουε πάντα τον πατέρα του».
«Ώστε θα παραιτηθείς από την επιθυμία σου;»
«Ο Σιντάρτα θα κάνει ότι του πει ο πατέρας του».(σελ. 21)

Ένας μοναδικός σκοπός υπήρχε για τον Σιντάρτα: ν’ αδειάσει, να μείνει άδειος από δίψα, άδειος από επιθυμία, άδειος από όνειρα, άδειος από χαρά, από λύπη. Να σκοτώσει τον εαυτό του, να μην είναι πια Εγώ, να βρει την ηρεμία της αδειανής καρδιάς, να γνωρίσει την καθαρή σκέψη, αυτός ήταν ο σκοπός του. Όταν κατακτιόταν και πέθαινε όλος ο εαυτός, όταν σώπαινε κάθε αναζήτηση και κάθε λαχτάρα μέσα στην καρδιά, τότε έπρεπε να ξυπνήσει το τελευταίο, το βάθος της ύπαρξης, που δεν είναι πια Εγώ, το μεγάλο μυστικό. (σελ. 23-24)

Ένας ερωδιός πετούσε πάνω από το δάσος των μπαμπού- κι ο Σιντάρτα έκλεινε τον ερωδιό στην ψυχή του, πετούσε πάνω από δάση και οροσειρές, γινόταν ερωδιός, έτρωγε ψάρια, πεινούσε την πείνα των ερωδιών, μιλούσε με το κρώξιμό τους, πέθαινε το θάνατο των ερωδιών. (σελ. 24-25)

Κι ο Σιντάρτα είπε σιγανά, σαν να μιλούσε μόνος του: «Τι είναι η συγκέντρωση; Τι είναι η εγκατάλειψη του κορμιού; Τι είναι η νηστεία; Τι είναι το κράτημα της αναπνοής; Είναι φυγή από το Εγώ, είναι μια σύντομη απόδραση από την οδύνη της ύπαρξης, είναι σύντομη νάρκωση μπρος τον πόνο και την ανυπαρξία νοήματος στη ζωή. Ο ζευγολάτης βρίσκει στο πανδοχείο την ίδια φυγή, την ίδια σύντομη νάρκωση, πίνοντας μερικά ποτήρια κρασιού από ρύζι ή γάλα από καρύδα. Δεν νοιώθει πια το Εγώ του, δεν αισθάνεται πια άλλο τους πόνους της ζωής, βρίσκει μια σύντομη νάρκωση. Βρίσκει, σκυμμένος πάνω στο ποτήρι του με το κρασί, αυτό το ίδιο που βρίσκουν ο Σιντάρτα και ο Γκοβίντα όταν ξεφεύγουν με ατέλειωτες ασκήσεις από το κορμί τους και γλιστράνε στην ανυπαρξία. Έτσι είναι, Γκοβίντα». (σελ. 26-27)

Σκεφτόταν βαθιά, σαν νερό κατέβαινε ως τις ρίζες αυτής της σκέψης, ως εκεί που βρίσκονται οι αιτίες, γιατί σκέψη σημαίνει να γνωρίζεις τις αιτίες, έτσι του φαινόταν, και μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο οι σκέψεις γίνονται γνώσεις και δεν πάνε χαμένες, αλλά αποκτάνε σημασία και ακτινοβολούν το περιεχόμενο τους. (σελ. 45)

«…Πραγματικά κανένα πράγμα στον κόσμο δεν απασχόλησε τόσο πολύ τη σκέψη μου, όσο αυτό το Εγώ, αυτό το αίνιγμα ότι είμαι ζωντανός, ότι είμαι ένας, χωρισμένος και διαφορετικός από τους άλλους, ότι είμαι ο Σιντάρτα! Κι όμως, για κανένα πράγμα στον κόσμο δεν ξέρω λιγότερα απ’ ότι για μένα, για τον Σιντάρτα!» (σελ. 46)

«…Κοίταξε Καμάλα: όταν ρίχνεις μια πέτρα στο νερό, βιάζεται να βρει το συντομότερο δρόμο για το βυθό. Έτσι γίνεται και όταν ο Σιντάρτα έχει ένα σκοπό, μια πρόθεση. Ο Σιντάρτα δεν κάνει τίποτα, περιμένει, σκέφτεται, νηστεύει, αλλά περνάει μέσα από τα πράγματα του κόσμου όπως η πέτρα από το νερό, χωρίς να κάνει τίποτα, χωρίς να κινηθεί, κάτι τον τραβάει, αφήνεται να πέσει. Ο σκοπός του τον τραβάει, γιατί δεν αφήνει να μπει στην ψυχή τουτίποτα αντίθετο στο στόχο του. Αυτό έμαθε ο Σιντάρτα από τους σαμάνους. Αυτό οι ανόητοι το ονομάζουν θαύμα και πιστεύουν πως προκαλείται από τους δαίμονες. Τίποτα δεν προέρχεται από τους δαίμονες, δεν υπάρχουν δαίμονες. Ο καθένας μπορεί να κάνει θαύματα, καθένας μπορεί να πετύχει το σκοπό του, αν ξέρει να σκέφτεται, να περιμένει και να νηστεύει». (σελ. 65)

Καμιά φορά ένοιωθε βαριά στο στήθος μια μισοσβησμένη σιγανή φωνή, που παραπονιόταν τόσο σιγανά, τον συμβούλευε τόσο απαλά, που μόλις την άκουγε. Τότε συνειδητοποιούσε για λίγη ώρα πως έκανε μια παράξενη ζωή, πως έκανε πράγματα που δεν ήταν παρά παιχνίδι, πως ήταν βέβαια ευχαριστημένος και κάποτε ένοιωθε χαρά, αλλά παρόλα αυτά η πραγματική ζωή κυλούσε δίπλα του χωρίς να τον αγγίζει. (σελ. 73)

«…Πες μου αγαπημένε μου: δεν εκπαιδεύεις τον γιο σου; Δεν τον εξαναγκάζεις; Δεν τον χτυπάς; Δεν τον τιμωρείς;»
«Όχι, Βαζουντέβα, δεν κάνω τίποτα από αυτά».
«Το ήξερα. Δεν τον εξαναγκάζεις, δεν τον χτυπάς, δεν τον διατάζεις, επειδή ξέρεις ότι η αδυναμία είναι δυνατότερη από την δύναμη, το νερό δυνατότερο από τον βράχο, η αγάπη ισχυρότερη από την ισχύ. Πολύ καλά, σε επαινώ. Αλλά δεν είναι αυταπάτη από μέρους σου να νομίζεις πως δεν τον εξαναγκάζεις, δεν τον τιμωρείς; Δεν τον δένεις σε δεσμά με την αγάπη σου;…»(σελ. 116)

«Να φέρεις μόνος σου τα βλαστάρια!» φώναξε αφρίζοντας, «δεν είμαι υπηρέτης σου. Ξέρω πως δεν με χτυπάς, μα δεν τολμάς να το κάνεις, ξέρω πως προσπαθείς να με τιμωρείς και να με μειώνεις διαρκώς με την ευσέβεια και με την επιείκεια σου. Θέλεις να γίνω σαν κι εσένα, το ίδιο ευσεβής, το ίδιο μαλακός, το ίδιο σοφός! Αλλά, άκουσε, προτιμώ να γίνω κλέφτης του δρόμου και δολοφόνος και να πάω στην κόλαση, για να σε βλάψω, παρά να γίνω σαν κι εσένα! Σε μισώ, δεν είσαι ο πατέρας μου ακόμα κι αν ήσουνα δέκα φορές ο εραστής της μητέρας μου!» (σελ. 120)

«…Δες Γκοβίντα μου, αυτή είναι μια από τις σκέψεις που ανακάλυψα: η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα». (σελ. 136)

Οι σύγχρονες νεανικές επαναστάσεις διαφέρουν από όλες τις προηγούμενες στο βαθμό που σαν στόχο τους δεν έχουν την αναμόρφωση της κοινωνίας αλλά την αλλαγή του ατόμου. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός που οδήγησε τις λογικές αρχές του ως τον παραλογισμό των έσχατων συνεπειών τους(*), ο πολιτισμός αυτός του επιστημονικού ορθολογισμού που έθρεψε τόσο την ωφελιμιστική, πρακτική αμερικάνικη παράδοση όσο και τον μαρξιστικό υλισμό, ο πολιτισμός αυτός που στέρησε τον άνθρωπο από τον Θεό κι από ένα μέρος της φύσης του, αυτός είναι ο κατηγορούμενος. Αμφισβητούμενη είναι η κοινωνική εκείνη οργάνωση της ανθρώπινης ζωής που αποκρούει σαν ύποπτη την ανθρώπινη ευτυχία, την χαρά, την απόλαυση, αποθεώνοντας ένα ασκητικό ιδανικό πειθαρχίας, ξηρού ορθολογισμού και ισοπεδωτικής εξίσωσης των ανθρώπινων όντων.
Μαρία Παξινού
(*)Καμύ

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Έντουιν Άμποτ-Η Επιπεδοχώρα


Έντουιν Άμποτ, "Η επιπεδοχώρα, μυθιστορία πολλών διαστάσεων" μετάφραση Τάσος Δαρβέρης, εκδόσεις Επιλογή


Πω, Πω, πόσο βιαστικά τετραγωνίζω τα λόγια μου

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ


Αφιερώνεται στους κατοίκους του χώρου γενικά και ιδιαίτερα στον H.C. από έναν ταπεινό κάτοικο της Επιπεδοχώρας με την ελπίδα ότι όπως εκείνος μυήθηκε στα μυστήρια των τριών διαστάσεων ενώ προηγούμενα ήταν ενήμερος μόνο των Δυο, έτσι και οι πολίτες εκείνης της περιοχής του Σύμπαντος θα στρέψουν τις φιλοδοξίες τους όλο και ψηλότερα, στα μυστικά των τεσσάρων, πέντε ή ακόμα και έξη διαστάσεων συνεισφέροντας έτσι στη διεύρυνση της φαντασίας και την πιθανή ανάπτυξη εκείνου του σπανιότατου και εξαιρετικού δώρου, της μετριοφροσύνης των ανώτερων όντων της πολυδιάστατης ανθρωπότητας.


Έχουμε πραγματικά τέσσερις διαστάσεις. Αλλά, ακόμα και στη σχετικότητα, δεν είναι όλες του ίδιου είδους. Μόνο τρεις είναι χωρικές. Η τέταρτη είναι χρονική και είμαστε ανίκανοι να κινηθούμε ελεύθερα στο χρόνο. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε μέρες περασμένες, ούτε να αποφύγουμε τον ερχομό του αύριο. Δεν μπορούμε ούτε να επισπεύσουμε ούτε να καθυστερήσουμε το ταξίδι μας στο μέλλον. Είμαστε σαν άτυχοι επιβάτες ενός γεμάτου ασανσέρ, που μας τραβά αμείληκτα προς τα πάμω, μέχρις ότου φτάσουμε στο πάτωμά μας εκεί βγαίνουμε σ' ένα μέρος όπου δεν υπάρχει χρόνος, ενώ το υλικό που συνέθετε τα σώματά μας συνεχίζει το ταξίδι του στο αδυσώπητο ασανσέρ- ίσως για πάντα. (από τον πρόλογο, σελ. 12-13)


Αλλοίμονο, πόσο δυνατή είναι αυτή η ομοιότητα που παντού τρέχει στα τυφλά και καταδιώκει την ανθρωπότητα σ' όλες τις διαστάσεις: Σημεία, Γραμμές, Τετράγωνα, Κύβοι, Υπερ-κύβοι-υποκείμεθα όλοι στα ίδια λάθη, όλοι στο ίδιο σκλάβοι των αντίστοιχων διαστασιακών προκαταλήψεών μας, όπως ένας από τους ποιητές της Χωροχώρας σας είπε κάποτε:

"Ένα άγγιγμα της Φύσης κάνει όλους τους κόσμους όμοιους".

(από τον πρόλογο, σελ. 17-18)


Η περιστασιακή ανάδειξη ενός Ισόπλευρου από τις γραμμές κολλήγων προγόνων καλωσορίζεται, όχι μονο από τους ίδιους τους φτωχούς κολλήγους, σαν μια αχτίδα φωτός στην μονότονη ρυπαρότητα της ύπαρξής τους, αλλά επίσης από την Αριστοκρατία στο σύνολό της, γιατί όλες οι ανώτερες τάξεις είναι εντελώς ενήμερες ότι, αυτά τα σπάνια φαινόμενα, ενώ εκχυδαϊζουν τα προνόμιά τους ελάχιστα ή καθόλου, χρησιμεύουν σαν αποτελεσματικότατος φραγμός ενάντια στην επανάσταση από τα κάτω. (σελ. 31)


Αν τα μυτερά μας Τρίγωνα της τάξης των Στρατιωτικών είναι τρομερά, μπορείτε αβίαστα να συμπεράνετε ότι πολύ πιο τρομερές είναι οι Γυναίκες μας. Γιατί , αν ο στρατιώτης είναι σφήνα, η γυναίκα είναι βελόνα, όντας, να το πούμε έτσι ολόκληρη σημείο, τουλάχιστο στα δυο άκρα της. Κι αν προσθέσετε και την ικανότητά της να γίνεται πραγματικά αόρατη κατά βουλήση, θα αντιληφθείτε ότι ένα θυληκό στην Επιπεδοχώρα δεν είναι ένα πλάσμα που το παίρνει κανείς στ' αστεία. (σελ. 32)


Φαίνεται πως εκείνος ο καημένος ο αδαής Μονάρχης-όπως ονόμαζε τον εαυτό του-ήταν πεπεισμένος ότι η Ευθεία Γραμμή που ονόμαζε Βασίλειό του, πάνω στην οποία περνούσε τη ζωή του, συνιστούσε ολόκληρο τον Κόσμο κι ακόμα ολόκληρο το Χώρο. Μη όντας ικανός ούτε να κινηθεί ούτε να δει , παρά μόνο πάνω στην Ευθεία του, δεν είχε αντίληψη για οτιδήποτε έξω από εκείνη . (σελ. 79)


"Κοίταξέ με-είμαι μια Γραμμή, η μακρύτερη στη Γραμμοχώρα, πάνω από δεκαπέντε εκατοστά χώρου" "Μήκους" προσπάθησα να διορθώσω. "Ανότητε" είπε εκείνος, "ο χώρος είναι Μήκος. Αν με ξαναδιακόψεις, θα δεις!" (σελ. 84)


"Ηλίθιο πλάσμα! Θεωρείς τον εαυτό σου την τελείωση της ύπαρξης, ενώ στην πραγματικότητα είσαι το ατελέστερο και βλακοδέστερο ον. Ισχυρίζεσαι ότι βλέπεις, ενώ δεν βλέπεις τίποτε πέρα από ένα σημείο! Καμαρώνεις συμπεραίνοντας την Ύπαρξη μιας Ευθείας, αλλά εγώ μπορώ να δω Ευθείες και να συμπεράνω την ύπαρξη Γωνιών, Τριγώνων, Τετραγώνων, Πενταγώνων, Εξαγώνων, ακόμα και Κύκλων. Γιατί να χάνω παραπάνω τα λόγια μου; Μου αρκεί το ότι είμαι η τελείωση του ατελούς εαυτού σου. Είσαι μια Γραμμή, αλλά είμαι μια Γραμμή Γραμμών, και στη χώρα μου ονομάζομαι Τετράγωνο, αλλά ακόμα και εγώ, άπειρα ανώτερος από σένα, είμαι μικρής σημασίας ανάμεσα στους μεγάλους ευγενείς της Επιπεδοχώρας, από όπου ήρθα να σε επισκεφθώ, με την ελπίδα να φωτίσω την άγνοιά σου. (σελ. 89)


Κοίταξε τούτο το άθλιο πλάσμα. Εκείνο το Σημείο είναι ένα Ον όπως εμείς, αλλά περιορισμένο στο Αδιαστατο Χάος. Ο ίδιος είναι ολόκληρος ο Κόσμος τους, ολοκληρο το Σύμπαν του, για κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό του δεν μπορεί να σχηματίσει αντίληψη, δεν γνωρίζει ούτε Μήκος, ούτε Πλάτος, ούτε Ύψος, γιατί δεν έχει καμμιά εμπειρία τους, αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη του αριθμού δύο, ούτε καμμια αντίληψη της έννοιας της πλειονότητας, γιατί είναι ο ίδιος Ένα και Όλα, όντας στην ουσία Τίποτε. Ωστόσο, σημείωσε την τέλεια αυταρέσκιά του, και μάθε τούτο το μάθημα: ότι το να είσαι αυτάρκης είναι πρόστυχο και ηλήθιο και ότι η ελπίδα είναι καλύτερη από την τυφλή και ανίκανη ευτυχία. (σελ. 122)


Ωστόσο συνεχίζω να υπάρχω, με την ελπίδα ότι αυτά τα Απομνημονεύματα, κατά κάποιον τρόπο-δεν ξέρω ποιον-μπορεί να βρουν τον δρόμο τους στο νου της Ανθρωπότητας Κάποιας Διάστασης και να καλλιεργήσουν μια φυλή ανταρτών που θα αρνηθούν να εγκλωβιστούν σε μια περιορισμένη Διαστατικότητα. (σελ. 132)