Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

JOSEPH ROTH HOTEL SAVOY


JOSEPH ROTH HOTEL SAVOY, μεταφράση Μαρίας ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ, ΑΘΗΝΑ 2007

Είμαι ευγνώμων που αφήνω γι` άλλη μια φορά τα πάντα κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή – όπως έχω κάνει ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια. [σελ. 10]

Είναι τόσα πολλά αυτά που μπορεί να ρουφήξει κανείς μέσα του κι όμως να μείνει ίδιος κι απαράλλαχτος στο κορμί, στην περπατησιά, στο φέρσιμό του. Μπορεί να πιεί από εκατομμύρια ποτήρια και η δίψα του να μην χορταίνει ˙ σαν το ουράνιο τόξο, που λαμπυρίζει σ` όλα τα χρώματα, αλλά παραμένει το ίδιο ουράνιο τόξο, με την ίδια πάντα χρωματική σκάλα. [σελ.11]

Το δωμάτιο μου – ένα από τα πιο φτηνά του ξενοδοχείου – βρίσκεται στο έκτο πάτωμα κι έχει το νούμερο 703. Μ` αρέσει, είμαι λίγο προληπτικός με τους αριθμούς: το μηδενικό στη μέση μοιάζει με κυρία, που έχει δεξιά κι αριστερά της δυό κυρίους, έναν νέο κι έναν ηλικιωμένο. [σελ. 12]

Εδώ μένουν οι πλούσιοι. Κι ο Καλογερόπουλος, ο πονηρός, βάζει επίτηδες πίσω τα ρολόγια: οι πλούσιοι έχουν όλο τον καιρό δικό τους, δεν βιάζονται. [σελ.14]

Στην έξοδο περιμένω ˙ είναι πάλι όπως παλιά, όταν παιδί περίμενα στο πλαϊνό δρομάκι, χωμένος στους ίσκιους μιας εξώπορτας, κρυμμένος στην εσοχή του τοίχου, ώσπου ν` ακουστούν τα γρήγορα, νεανικά βήματα στο πλακόστρωτο, ώσπου ν` ανθίσουν σαν θαύμα τα βήματα από τις στέρφες πλάκες του πεζοδρομίου [σελ. 27-28]

Σαν τον κόσμο ήταν αυτό το Hotel Savoy : απ` έξω έλαμπε, άστραφτε μεγαλόπρεπο με τα εφτά του πατώματα, αλλά στα ψηλά του ψηλά του κρυβόταν η φτώχεια, αυτοί που ζούσαν στους πάνω ορόφους ήταν στην πραγματικότητα χαμηλά, πολύ χαμηλά, θαμμένοι σε αέρινους τάφους ˙ κι οι τάφοι ήταν σε στρώματα πάνω από τα άνετα δωμάτια των καλοφαγωμένων ενοίκων, που κάθονταν κάτω, ήσυχοι και βολεμένοι, δίχως να ενοχλούνται από τα φέρετρα τα στοιβαγμένα στα τελευταία πατώματα. [σελ.40]

Τη στιγμή αυτή μου φαίνεται λες κι ο Θάνατος έχει πάρει τη μορφή του γερασμένου «παιδιού του ασανσέρ» ˙ και στέκεται τώρα εδώ και περιμένει να πάρει μια ψυχή. [σελ. 59]

Καθίσαμε στην αίθουσα αναμονής της τρίτης θέσης, τριγυρισμένοι από τη φασαρία των μεθυσμένων. Κουβεντιάσαμε χαμηλόφωνα, αλλά δεν μας ξέφυγε όυτε λέξη, γιατί ακούγαμε με την καρδιά κι όχι με τα αυτιά. [σελ.83]

«Έχεις αρκετά λεφτά;» ρωτάω.
Μα ο Ζβονιμίρ δεν πληρώνει . Έχει πέσει στην παγίδα του Hotel Savoy.
Θυμάμαι μια κουβέντα του μακαρίτη του Σάντσιν. Αυτός – μια μέρα πριν πεθάνει – μου είπε ότι όλοι όσοι μένουν εδώ, είναι πιασμένοι στην παγίδα του Hotel Savoy Κανένας δεν ξεφεύγει από το Hotel Savoy.
Τον προειδοποίησα τον Ζβονιμίρ, αλλά δεν μ` άκουσε. [σελ.95]

Ο Θεός είχε τιμωρήσει αυτήν την πόλη με τα εργοστάσια. Τα εργοστάσια είναι η χειρότερη απ` τις τιμωρίες του Θεού. [σελ.101]

Οι άνθρωποι δεν είναι κακοί – φτάνει να `χουνε μπόλικο χώρο. [σελ.103]

Τέτοιες βροχερές μέρες η πόλη παρουσιάζεται με το πραγματικό της πρόσωπο. Η βροχή είναι η στολή της. Είναι μια πόλη βροχερή, μια πόλη απαρηγόρητη. […] Στον ουρανό είχαν γενική καθαριότητα και πετούσανε τις βρομιές τους στη γη. [σελ.119]

Τα χάλια τους είχαν οι άνθρωποι. Μόνοι τους έγραφαν το πεπρωμένο τους και θαρρούσαν πως τους το `γραφε ο Θεός. [σελ. 130]

Παρόλο που αυτός νοσταλγεί χωράφια κι εγώ δρόμους. Με κολλάει. Είναι σαν τα λαϊκά τραγούδια: όταν ο ένας τραγουδάει τραγούδι από την πατρίδα του , πιάνει ο άλλος το δικό του, και οι μελωδίες μοιάζουν, ταιριάζουν, είναι σαν τα διαφορετικά όργανα της ίδιας ορχήστρας. [σελ. 139]

Η Στάζια δεν ήξερε ότι δεν θα την έπαιρνα θριαμβευτής, αλλά ταπεινός κι ευγνώμων. Σήμερα καταλαβαίνω ότι είναι στη φύση των γυναικών να διστάζουν κι ότι τα ψέματά τους συγχωρούνται πριν καλά καλά ειπωθούν. [σελ. 147]

Οι γυναίκες δεν κάνουν τα λάθη τους όπως εμείς, από απροσεξία ή επιπολαιότητα. Οι γυναίκες κάνουν τα λάθη τους όταν είναι πολύ δυστυχισμένες. [σελ.149]

« Το ξενοδοχείο καίγεται», φωνάζει ο Ιγνάτιος. [σελ. 167 ]

Τον Ζβονιμίρ δεν τον ξαναείδα. [σελ. 169]

Δεν υπάρχουν σχόλια: