Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ Η σκιά του εαυτού μας


ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ Η σκιά του εαυτού μας μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις opera, Αθήνα 2009


Αγόρασαν δύο κιλά  και, για να πληρώσουν, έβγαλαν λεφτά από μια τσάντα που μέσα της, κατά τα λεγόμενα της κυρίας Κάρκαμο, υπήρχαν πιο πολλά λεφτά απ` όσα ένας νοικοκύρης μπορεί να κερδίσει από μια έντιμη δουλειά. [σελ. 11]

Έβρεχε, τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά σαν να `θελαν να ξεφύγουν από κάτι ακαθόριστο, κι ο Κάτσο Σαλίνα έφερε στο νου του πολιτείες που είναι υπέροχες υπό βροχήν: το Μπιλμπάο, γεμάτο με φιλόξενους χώρους να προφυλαχτείς` η Χιχόν, που σε καλεί να περπατήσεις κάτω από την νεροποντή κατά μήκος του Τείχους του Σαν Λορένθο` το Αμβούργο, που οι πλακόστρωτοι δρόμοι πολλαπλασιάζουν τα φώτα. Το Σαντιάγκο με βροχή δεν θα μπορούσε να `ναι πιο θλιβερό. [σελ.14]

Από μέσα του βγήκε επίσης το κουτάκι με τις βελόνες, και οι βελόνες έμειναν σκορπισμένες σαν παράξενοι μεταλλικοί σπόροι, που βλάστησαν χάρη στην αόρατη υγρασία της νοσταλγίας. [σελ.19]

Πήγε να του πει πως απ` την εξορία δεν γυρίζεις, πως κάθε απόπειρα επιστροφής είναι κοροϊδία, μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. [σελ.30]

Άλλοι διψούσαμε για δικαιοσύνη, άλλοι για κοινωνική ισότητα -τι το κακό είχαν αυτοί οι τύποι που διψούσαν για καλό κρασί; Οι μικροαστοί είναι εκ φύσεως αχόρταγοι. [σελ.40]

Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρισκόταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σε ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σελ.52]

"Ήσουν στην πατρίδα του Στρατάρχη Τίτο, του μοναδικού αντιφασίστα παρτιζάνου που έφτασε να γίνει αρχηγός κράτους. Ελπίζω να καμάρωσες γι`αυτό" είπε ο Αρανσίβα. "Ένιωθα πεινασμένος και δυτικός. Επιπλέον, αγαπητέ μου Λούτσο, ξέρω κι άλλον παρτιζάνο που έγινε αρχηγός κράτους: τον Βίλι Μπραντ` αυτός όμως, δεν το `κανε βούκινο. Λέω να τσιμπήσω ένα μπουτάκι κοτόπουλο" είπε ο Γαρμενδία. [σελ.59]

Όσοι επέστρεφαν από την εξορία έχαναν τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο ήταν τώρα μάντρα αυτοκινήτων, το σινεμά της γειτονιάς είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σελ.74]

Το Σαντιάγκο θα ήταν η πόλη που την απειλούν σύμβολα του χειμώνα, όπως τραγουδούσε ο Σίλβιο Ροδρίγκες. [σελ.83]

Και κάτι άλλο, μπάτσε: τα παιδιά του Τσαϊουίν ήθελαν να μάθουν ν`αγωνίζονται για να είναι ελεύθεροι, και το ίδιο κάνουν όλοι αυτοί που αγωνίζονται για να βγει ο Αγιέντε. Θέλουν να είναι ελεύθεροι. Εγώ είμαι διαφορετικός, μπάτσε. Εγώ αγωνίζομαι για να μη ξεχάσω ότι είμαι ελεύθερος. [σελ.91]

"Τα `φαγα όλα τα φυλλάδια. Για πολύ καιρό η γκόμενά μου έλεγε πως, όταν με φιλούσε, ήταν σαν να φιλούσε τον Γουτεμβέργιο. Μαλάκες..." [σελ.98]

Του επιθεωρητή Κρέσπο του άρεσαν οι συμπτώσεις, γιατί η ζωή είναι γεμάτη από δαύτες. Επειδή, όμως, δε γίνεται παρά να τις αποδέχεται σιωπηρά, αφού δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα για τη λήψη προληπτικών μέτρων, έκανε το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας αστυνομικός, ζαλισμένος από το βάρος μιας σύμπτωσης: τίποτα. [σελ.114]

Αν αυτοί οι δύο που είδαμε πριν, διέπραξαν ένα έγκλημα, είναι ότι γύρισαν στη Χιλή. [σελ. 125]

Λένε πως, το μεσημέρι εκείνης της 16ης Ιουλίου, σταμάτησε να βρέχει στο Σαντιάγκο. [σελ.132]