Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Χέρμαν Μπροχ-Οι υπνοβάτες



Χέρμαν Μπροχ, "Οι υπνοβάτες Ι Πάσενοβ ή ο Ρομαντισμός" μετάφραση Κώστας Κουντούρης, εκδόσεις Μέδουσα

Και επειδή αυτό που χαρακτηρίζει πάντα τον Ρομαντισμό είναι η ανύψωση του εγκοσμίου στη θέση του Απολύτου, ο κατ’ εξοχήν ρομαντισμός της εποχής μας είναι αυτός της στρατιωτικής στολής, ο οποίος ταυτοχρόνως είναι σαν να υπαινίσσεται ότι υπάρχει μια υπερκόσμια και υπερχρονική ιδέα της στολής, ιδέα που βεβαίως δεν υπάρχει, αλλά εν τούτοις είναι τόσο ισχυρή, ώστε κυριεύει τους ανθρώπους με πολύ περισσότερη δύναμη απ’ όση θα ήταν δυνατόν να ασκήσει οποιοδήποτε εγκόσμιο επάγγελμα, και η ιδέα αυτή αν και ανυπόστατη είναι ωστόσο τόσο σθεναρή, ώστε κάνει αυτόν που φοράει στολή να διακατέχεται απ’ αυτήν, όχι όμως με την πολιτική έννοια της λέξης, ίσως ακριβώς γιατί ο άνθρωπος που φοράει στολή είναι διαποτισμένος από την συνείδηση ότι έτσι εκπληρώνει τον χαρακτηριστικό τρόπο ζωής της εποχής του, εξασφαλίζοντας ταυτοχρόνως και τη σιγουριά της ίδιας του της ζωής. (σελ. 38-39)

Η στολή είναι κατά κάποιον τρόπο ένα άκαμπτο προστατευτικό κέλυφος με το οποίο ο κόσμος και το άτομο αφορίζονται με σαφήνεια και αυστηρότητα και διαφοροποιούνται, και μάλιστα η πραγματική αποστολή της στολής είναι να εκδηλώνει και να καθορίζει την εγκόσμια τάξη και να καταργεί την σύγχυση και τη ρευστότητα της ζωής, έτσι όπως κρύβει την απαλότητα και τη ρευστότητα του ανθρώπινου σώματος, έτσι όπως καλύπτει τα εσώρουχα και το δέρμα, κι αυτός είναι ο λόγος που όποιος φυλάει σκοπιά πρέπει να φοράει πάντα άσπρα γάντια. (σελ. 39)

… ήταν σαν ένας από τους στύλους του οικοδομήματος της ζωής να είχε αποσαρθρωθεί και παρόλο που τα πάντα έστεκαν στην παλιά τους θέση, γιατί τα διάφορα τμήματα αλληλοστηρίζονταν, εκείνος ένοιωθε ακαθόριστα την επιθυμία να δει ακόμη και τον θόλο αυτού του ετοιμόρροπου κτιρίου να σωριάζεται και να θάβει κάτω απ’ τα ερείπιά του όλους αυτούς που γλιστρούσαν προς την διαφθορά και την παρακμή, ταυτοχρόνως όμως αισθανόταν ενδόμυχα να αυξάνει ο φόβος, ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε όντως, κι έτσι η επιθυμία του για σταθερότητα, σιγουριά και γαλήνη γίνοταν όλο και περισσότερο έντονη. (σελ. 54)

Ο μόνος που μιλούσε για τον νεκρό ήταν ο πάστορας, που τώρα τους επισκεπτόταν καθημερινά και συχνά έμενε το βράδυ να δειπνήσει μαζί τους, αυτά που έλεγε όμως ήταν αφελείς επαγγελματικές κοινοτυπίες, κανένας δεν τον πρόσεχε και ο μόνος που έμοιαζε να τον ακούει ήταν ο κύριος φον Πάσενοβ, γιατί πολλές φορές κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά και φαινόταν να θέλει κάτι να πει, κάτι βγαλμένο απ’ την καρδιά του, τις περισσότερες φορές όμως απλώς επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια του πάστορα κουνώντας το κεφάλι του σαν να συμφωνούσε, όπως: «Ναι, ναι, πάστορα, σκληρά δοκιμαζόμενοι γονείς.» (σελ. 72-73)

Ο Μπέρτραντ είπε: «Και δεχόμαστε ατάραχοι, δυο άνθρωποι, και οι δυο βεβαίως έντιμοι-γιατί αλλιώς ο αδελφός σας δεν θα είχε μονομαχήσει-να στέκουν ένα πρωί αντιμέτωποι και να πυροβολούν ο ένας τον άλλο. Τι είδους συναισθηματικές συμβάσεις τους έχουν καθηλώσει για να κάνουν κάτι τέτοιο και πόσο μας έχουν καθηλώσει και εμάς για να το ανεχόμαστε! Το συναίσθημα χαρακτηρίζεται απ’ την αδράνεια και γι’ αυτό είναι τόσο ασύλληπτα απάνθρωπο. Ο κόσμος κυριαρχείται από ένα είδος συναισθηματικής αδράνειας.» (σελ. 83)

Όχι, δεν ήταν δειλός και δεν θα δίσταζε να σταθεί ατάραχος μπροστά στο πιστόλι του αντιπάλου του ή να αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης του προαιώνιους εχθρούς, τους Γάλλους: οι κίνδυνοι όμως της πολιτικής ζωής ήταν πολύ πιο παράξενοι και σκοτεινοί και ασύλληπτοι. Εκεί δεν υπήρχε καμιά τάξη, καμιά ιεραρχία, καμιά πειθαρχία-αγνοούσαν ακόμη και τι σήμαινε να είσαι ακριβής. (σελ. 92)

Και σίγουρα θα δημιουργούνταν ένας μικρός καυγάς, αν το καναρίνι, που αδιαφορούσε για τα πάντα, δεν είχε υψώσει μέσα απ’ το κλουβί του το λεπτό χρυσαφένιο νήμα της φωνής του…(σελ. 115)

Ο Γιόαχιμ δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί, τι είναι αυτό που κάνει μια γυναίκα επιθυμητή, όμως δεν βρήκε απάντηση: το πρόβλημα παρέμενε άλυτο και συγκεχυμένο. (σελ. 153)

Καθώς κοιτούσε τώρα το πρόσωπό της, διαπίστωσε πως θα ήταν δυσάρεστο να τοποθετήσει κανείς μες στο σπίτι του ένα κομμάτι τοπίου: αχ, αυτή ήταν η ανάμνηση που φοβόταν, ήταν το μεσημέρι κάτω απ’ τα φθινοπωρινά δένδρα, ήταν αυτή η φευγαλέα εικόνα που για χάρη της είχε σχεδόν επιθυμήσει ο Βαρώνος να καθυστερήσει να δώσει την συγκατάθεσή του. (σελ. 196-197)

Ο Γιόαχιμ στεκόταν αναποφάσιστος δίπλα στο κομοδίνο, ξαφνικά δεν μπορούσε πια να καταλάβει πως τα πράγματα αλλάζουν φύση και προορισμό: το κρεβάτι ήταν ένα όμορφο έπιπλο για να ξαπλώσεις και να κοιμηθείς, με την Ρουτσένα όμως γινόταν ένας τόπος πόθου και απερίγραπτης γλύκας, ενώ τώρα ήταν κάτι που δεν μπορούσες καν να το πλησιάσεις, κάτι που δεν μπορούσες καν να αγγίξεις το ξύλο του. Το ξύλο παραμένει πάντα ξύλο, όμως κανείς δεν θέλει να βάλει το χέρι του επάνω στο ξύλο του φέρετρου. (σελ. 218)

Ήταν ξαπλωμένοι ακίνητοι και κοιτούσαν το ταβάνι του δωματίου, όπου διαγραφόταν φωτεινές κιτρινωπές λουρίδες από τις σχισμές των πατζουριών, μοιάζοντας λίγο με τις θωρακικές πλευρές ενός σκελετού. Ύστερα ο Γιόαχιμ αποκοιμήθηκε και η Ελίζαμπετ, όταν το παρατήρησε, δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει. Κι ύστερα αποκοιμήθηκε κι αυτή. (σελ. 221)

Παρόλα αυτά μετά από δεκαοκτώ μήνες απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Έγινε κι αυτό. Το πώς όμως ακριβώς συντελέστηκε τελικά η πράξη δεν χρειάζεται να το αφηγηθούμε. Ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του αρκετά στοιχεία για την δομή των χαρακτήρων, ώστε μπορεί να φανταστεί τα υπόλοιπα μόνος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: