Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Νίκος Χατζηιωάννου Μικρές Ιστορίες

Νίκος Χατζηιωάννου, Μικρές Ιστορίες, εκδόσεις Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης /Πυξίδα Της Πόλης, 2007



Στάθηκε πάλι μπροστά στη μικρή βιτρίνα του ενεχυροδανειστηρίου κι έκανε πως κοιτάει με ενδιαφέρον τα ετερόκλητα σκονισμένα αντικείμενα, που στoιβάζονταν δίχως τάξη και ειρμό, ενώ ταυτόχρονα έριχνε κλεφτές ματιές προς το εσωτερικό προσπαθώντας να μαζέψει το απαραίτητο κουράγιο για να μπει. [σελ. 11]


Κι αυτός που ήξερε με ακρίβεια δεκάρας την τιμή κάθε αντικειμένου τους παραχωρούσε τη μάταιη χαρά να νομίζουν ότι τον κορόιδεψαν, ενώ τους πουλούσε τα πιο καλά του κομμάτια δύο και τρεις φορές πιο πάνω από την πραγματική τους τιμή. [σελ. 13]


Με το ροζιασμένο χέρι του έγραφε στο ρυπαρό κατάστιχο του αμετάκλητες και τρομερές καταδίκες. [σελ. 13]


Λες και ο γέρος κρατούσε σημειώσεις για τις ψυχές των ανθρώπων και με κάθε γραμμή που έγραφε τις έδενε όλο και πιο σφιχτά στην εξουσία του. [σελ.15]


Είναι κάτι φοβερές στιγμές που ακόμη και η προηγούμενη μας δυστυχία μας φαίνεται ένα τίποτε μπροστά σ` αυτό που μας συμβαίνει κι επιθυμούμε ολόψυχα όσο και μάταια την επιστροφή μας σ` αυτήν. Τότε είναι σχεδόν σίγουρο πια πως έχουμε πιάσει πάτο. [σελ.18]


Έριξε μια μάτια στο πτώμα του γέρου. Δεν του φαινόταν πια τόσο αποκρουστικός. Άλλωστε τη δουλειά του έκανε και κοιτούσε το συμφέρον του, όλοι έτσι δεν έκαναν; Από τον τελευταίο αλήτη ως τους μεγαλοσχήμονες που κυβερνούν με ύφος αλαζονικό λες και ανήκουν σε ξεχωριστό είδος. [σελ. 20]


Σε όσους ρωτούσαν θα έλεγε πως ήταν ένας μακρινός συγγενής του άλλωστε στη γειτονιά έχουν μάθει να μην ρωτάνε πολλά. Θα έβρισκε μια πειστική δικαιολογία. Και με το πτώμα κάτι θα έκανε. [σελ.21]


Από την μικρή ιστορία: Σαν πατέρας


Τεντώθηκα νωχελικά συνδυάζοντας την εύθραυστη ευαισθησία ενός ποιητή σε φάση κατάθλιψης με την απειλητική χάρη ενός αρπακτικού υπό εξαφάνιση. [σελ. 25]


Η παγκόσμια συνομωσία των κρυστάλλων. Μ` έλουσε παγωμένος ιδρώτας με λίγες σταγόνες λεμονιού και μια δόση tabasco. Το είδωλό μου είχε μυστηριωδώς εξαφανιστεί. [σελ. 26]


Τις επόμενες δύο μέρες τις πέρασα τυλιγμένος μέσα σε μια γαλαζωπή θολούρα, μεταξύ παραληρήματος και ανείπωτου φόβου κάθε φορά που πλησίαζα έναν από τους καθρέφτες μόνο και μόνο για να αντικρίσω την ίδια μου την απουσία. [σελ. 27]


Αποχώρησα με ελαφρά τραυματισμένο το κουστούμι μου και ετοιμοθάνατη την αξιοπρέπειά μου. [σελ. 29]


Όλη αυτή την ώρα ένιωθα σαν πτώμα υποχρεωμένο να παρακολουθεί την ίδια του την ταρίχευση. Προσπάθησα να αποδιώξω τη σκέψη. [σελ. 30]


Βήμα το βήμα, με σοφό υπολογισμό, το είδωλό μου με οδήγησε στην πλήρη εξαθλίωση κι έπειτα εξαφανίστηκε, ποιος ξέρει που. Ίσως για κλίματα θερμότερα. Πάντα μου άρεσαν. [σελ.32]


Κι όταν κοίταζα το είδωλό μου, στην πραγματικότητα το είδωλό μου ήταν αυτό που κοίταζε εμένα, με παρατηρούσε και μου χαμογέλασε μία τελευταία φορά, πριν με εγκαταλείψει. [σελ. 33]


Από τη μικρή ιστορία: Το είδωλο


Σ` ένα μόνο δεν είχα καταλήξει ακόμα, με τι μουσική θα επένδυα τις τελευταίες μου ώρες. Αλλά για αυτό είχα ακόμη λίγο καιρό, αν υπολόγιζα σωστά. [σελ.38]


Την επόμενη μέρα ξύπνησα χαράματα σχεδόν, πριν προλάβει να χτυπήσει το ξυπνητήρι. Στην αρχή μου είχα φανεί γελοία η εικόνα. Λίγο πριν το τέλος του κόσμου ένας άνθρωπος πριν πέσει για ύπνο ρυθμίζει με φροντίδα το ξυπνητήρι του. Κάπου είχα διαβάσει ότι ο άνθρωπος κοιμάται για να μην τον συντρίψει η θλίψη. Ο ύπνος μας είναι μια αναβολή σοφά υπολογισμένη. [σελ. 39]


Άλλωστε αν η εικόνα με το ξυπνητήρι είναι γελοία, τι να πούμε τότε για την εικόνα ενός ανθρώπου που χάνει το τέλος του κόσμου επειδή κοιμόταν. [σελ.39]


Στη ραγισμένη οθόνη ενός υπολογιστή κάποιος είχε κολλήσει ένα σημείωμα βιαστικά γραμμένο: "Εδώ έζησε ένας άνθρωπος που, αν του βάζανε ωράριο στην αναπνοή, θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να το παραβιάσει". Μ` έπιασε θλίψη. [σελ.40]


Τα παιδικά τραγουδάκια είναι σαν τις σημαντικές μας αποτυχίες: ποτέ δεν τις ξεχνάμε πραγματικά. [σελ. 42]


Τα βράδια λίγο πριν κοιμηθούμε, παίζαμε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι με τα ονόματά μας. Κάποιος ξεκινούσε φωνάζοντας ένα όνομα, αυτός που άκουγε το όνομά του συνέχιζε φωνάζοντας το όνομα κάποιου άλλου και ούτω καθεξής, προσέχοντας κάθε φορά να μην επαναλάβουμε ένα όνομα που είχε ήδη ακουστεί. Το παιχνίδι αυτό για ένα ανεξήγητο λόγο μας προκαλούσε τρομερά γέλια. [σελ. 44]


Ήμασταν έτοιμοι για την πρώτη και τελευταία παράστασή μας κι εγώ συνειδητοποίησα πως είχα βρει πια τη μουσική που τόσο καιρό έψαχνα. Ένα φάλτσο παιδικό τραγουδάκι για το τέλος του κόσμου. [σελ.45]


Από τη μικρή ιστορία: Ένα φάλτσο τραγουδάκι


Δεν υπάρχουν σχόλια: