Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Κάρλο Λέβι-Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι

Κάρλο Λέβι, "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι", μετάφραση Φωτεινή Ζερβού, εκδόσεις Πατάκη

Ο δρόμος είναι στενός, στις πόρτες των σπιτιών κάθονται οι χωρικοί, το σκοτάδι γίνεται όλο και πιο πυκνό. Από το σπίτι του νεκρού ακούγονται τα μοιρολόγια των γυναικών. Ένας συγκεχυμένος θόρυβος διαγράφει μεγάλους κύκλους γύρω μου, πέρα από αυτόν η βαθιά σιωπή. Είναι σαν να έπεσα από τον ουρανό, σαν πέτρα που πέφτει μέσα σε βάλτο. (σελ. 29)



Ο σύντροφός μου δεν απαντούσε, άκουγα την κανονική και σφυριχτή αναπνοή του και το συνεχή βόμβο που έκαναν ο μύγες ξεσηκωμένες από την ζέστη. Μια λεπτή λάμψη ερχόταν από το μισοφέγγαρο, που έμοιαζε να κρέμεται στο θαμπό ουρανό, διαπερνούσε τα κλειστά τζάμια και έπεφτε στον τοίχο που βρισκόταν μπροστά στο κρεβάτι μου. (σελ. 48)

Ο κουτσός χωρίς να κόψει το δέρμα της κατσίκας είχε κάνει μια μικρή τρύπα σ’ ένα από τα πίσω πόδια, στην τρύπα ακουμπούσε το στόμα και φυσώντας με δύναμη φούσκωνε την κατσίκα, ξεχωρίζοντας με αυτό τον τρόπο το δέρμα από το κρέας. Βλέποντας τον έτσι κολλημένο στο ζώο, που σιγά-σιγά φούσκωνε και μεγάλωνε, ενώ ο άνθρωπος, χωρίς να αλλάξει στάση, έμοιαζε να λεπταίνει, να αδειάζει από τον αέρα που είχε μέσα του, νόμιζα ότι παρακολουθούσα μια μεταμόρφωση, όπου ο άνθρωπος μεταγγιζόταν λίγο-λίγο μέσα στο ζώο. (σελ.58)

Ακριβώς από κάτω ήταν το φαράγγι, μπροστά, χωρίς να διακόπτει κάτι το βλέμμα απλωνόταν η ατέλειωτη έκταση ξηρού αργίλου, που κυμάτιζε κάτω από τον καυτό ήλιο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, πολύ μακριά, και έμοιαζε να διαλύεται στον λευκό ουρανό, χωρίς να υπάρχει σε όλη αυτή την έκταση κανένα σημάδι ανθρώπινης ζωής. Καμιά σκιά δεν άλλαζε αυτή την ασάλευτη θάλασσα από χώμα που καταβροχθιζόταν από τον ανελέητο ήλιο που έριχνε κάθετα τις αχτίνες του επάνω της. Είχε φτάσει μεσημέρι, ώρα να επιστρέψω. (σελ.62)

Ο χτίστης είχε κάποια προβλήματα. Μιλούσε με τους χωρικούς και προσπαθούσε να τους εξηγήσει τις θεωρίες του Δαρβίνου, ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τη μαϊμού. «Εγώ δεν είμαι δαρβινιστής» είπε ο Ντον Κόζιμο και χαμογελούσε έξυπνα «αλλά δεν βλέπω τίποτα κακό στο να πιστεύει κάποιος αυτές τις θεωρίες. Φυσικά το έμαθε ο Ντον Λουϊτζι και έκανε φοβερό επεισόδιο. Να ακούγατε πόσο δυνατά φώναζε! Είπε στο χτίστη ότι οι θεωρίες του Δαρβίνου έρχονται σε αντίθεση με την καθολική εκκλησία και ότι ο καθολικισμός και ο φασισμός είναι το ίδιο και, γι’ αυτό, το να μιλάει για το Δαρβίνο είναι σαν να κάνει αντιφασιστική προπαγάνδα. (σελ. 64)

Κι ο γιατρός, με το συνηθισμένο αμήχανο ψέλλισμα, με προειδοποιούσε ότι έπρεπε να προσέχω αν επισκεπτόμουν κάποιον άρρωστο, να μην άφηνα να με ξεγελάσει η κακώς εννοούμενη γενναιοδωρία του ή η καλή του καρδιά, γιατί όλοι προσπαθούν να μην πληρώσουν, όμως οι άρρωστοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν την επίσκεψη και εμείς οι γιατροί υποχρεωμένοι να απαιτούμε πληρωμή από συναδελφική αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια, που δεν έπρεπε να λείπει, ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο. (σελ. 73)

Οι χωρικοί ανηφόριζαν τους δρόμους με τα ζώα τους, επέστρεφαν στα σπίτια τους, όπως έκαναν κάθε βράδυ, με την μονοτονία αιώνιας παλίρροιας, σ’ ένα σκοτεινό και μυστηριώδη κόσμο χωρίς ελπίδα. (σελ. 74)

«Το χωριό είναι φτιαγμένο από τα κόκαλα των πεθαμένων» μου έλεγε με την σκοτεινή κελαρυστή αργκό, που ήταν σαν τα υπόγεια νερά που ξεπηδούν ξαφνικά μέσα από τις πέτρες, και έκανε μ’ εκείνη την ξεδοντιασμένη τρύπα μια γκριμάτσα που έμοιαζε με χαμόγελο. (σελ. 82)

Οι χωρικοί δεν έχουν ούτε μπορούν να έχουν αυτό που ονομάζεται «πολιτική συνείδηση», γιατί δεν είναι πολίτες, αλλά ειδωλολάτρες, με όλη τη σημασία της λέξης: οι θεοί του κράτους και της πόλης δεν μπορούν να λατρευτούν σε αυτά τα αργιλώδη χώματα, όπου βασιλεύει ο λύκος και το μαύρο αγριογούρουνο, ούτε υπάρχει κάποιο τείχος που να χωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα και τα πνεύματα, ούτε τα φυλλώματα των δένδρων από τις βαθιές, σκοτεινές, υπόγειες ρίζες τους. (σελ. 91)

Η ζωή είναι πολύ θλιβερή ανάμεσα σε εκείνους τους ουρανοξύστες, με όλες τις σημαντικές ανέσεις και τα ασανσέρ, τις περιστρεφόμενες πόρτες, τον υπόγειο σιδηρόδρομο και με σπίτια παντού γύρω, πολυκατοικίες, δρόμους, πουθενά λίγο χώμα. (σελ. 110)

Στον κόσμο των χωρικών δεν υπάρχει χώρος για τη λογική, για τη θρησκεία και την ιστορία. Δεν υπάρχει για τη θρησκεία, γιατί ακριβώς όλα είναι μέρος της θεότητας, γιατί όλα είναι πραγματικά και όχι συμβολικά και θεία, τόσο ο ουρανός όσο και τα ζώα, τόσο ο Χριστός όσο και η κατσίκα. Τα πάντα ήταν φυσική μαγεία. Ακόμα και οι εκκλησιαστικές τελετές μετατρέπονταν σε παγανιστικά έθιμα, γιόρταζαν την ομοιογενή ύπαρξη των πραγμάτων, τους άπειρους γήινους θεούς του χωριού. (σελ. 132)

Τι πείραζε που δεν είχε τα τυπικά προσόντα; Έκανε πολύ καλά τις ενέσεις. Αλλά έπρεπε να τις κάνει κρυφά, γιατί η Ιταλία είναι η χώρα των διπλωμάτων, των πτυχίων, της μόρφωσης που μεταφράζεται σε χρηματικό κέρδος και σε σπασμωδική υπεράσπιση του επαγγέλματος. (σελ. 142)

Στο Γκαλιάνο είναι οι περισσότεροι ιδιοκτήτες λίγων χωραφιών, στο Γκρασσάνο, αντίθετα, που υπάρχουν μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι αγρότες δουλεύουν στα ξένα χωράφια. Η φτώχεια και στις δυο περιπτώσεις δεν διαφέρει, γιατί δύσκολα και στα δυο μέρη θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερη. (σελ. 183)

Επιτέλους μπορούσα να φάω με παρέα. Αυτό με ευχαριστούσε, ένοιωθα ξανά σαν να ήμουν ελεύθερος άνθρωπος. Από τότε μου έχει μείνει η συνήθεια να νιώθω άσχημα όταν είμαι μόνος στο τραπέζι και να προτιμάω οποιονδήποτε συνδαιτυμόνα, παρά την μοναξιά. (σελ. 187)

Φτάσαμε στην τελευταία μέρα του χρόνου. Ήθελα να περιμένω, όπως συνηθίζεται, τα μεσάνυχτα. Ήμουν μόνος στην κουζίνα του σπιτιού μου μπροστά στη φωτιά που τσιτσίριζε, έτριζε και φυσούσε, ενώ έξω μαινόταν η χιονοθύελλα, Κρατούσα στο χέρι ένα ποτήρι κρασί, αλλά σε τι θα μπορούσα να ευχηθώ; Το ρολόι μου είχε σταματήσει και δεν έφτανε μέχρι το σπίτι μου κανένας ήχος που θα μου έδειχνε την ώρα που κυλούσε, σε έναν τόπο όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. (σελ. 226-227)

Ο Απρίλιος ήταν ένας μήνας τρελός, όλο βροχές, ήλιο και περιπλανώμενα σύννεφα. Κάτι πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, σααν ένα μακρινό τρεμούλιασμα, που ανάγγελε κάπου μακριά τον ερχομό της άνοιξης: δεν έφταναν μέχρι εδώ εκείνες οι ευχάριστες μυρωδιές της ζωής που ξαναγεννιέται, τα φουσκωμένα από τους χυμούς κλαδιά των δένδρων της ευλογημένης γης του Νότου, που ελευθερώνεται από το χιόνι για να αναπνεύσει κάτω από το ερωτικό, ζεστό ήλιο και το πράσινο. (σελ. 268)

Ήταν άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις και χαρακτήρες: από τους πιο φανατικούς εξτρεμιστές μέχρι τους πιο σκληρούς συντηρητικούς. Πολλοί ήταν ιδιαίτερα έξυπνοι και όλοι έλεγαν ότι είχαν σκεφτεί "το πρόβλημα του Νότου" και είχαν έτοιμα προγράμματα και σχέδια. Όμως η γλώσσα και οι λέξεις που θα χρησιμοποιούσαν για να εκφράσουν αυτά τα προγράμματα και τα σχέδια θα ηχούσαν ξένες σα αυτιά των χωρικών ήταν γι' αυτούς ένας κόσμος κλειστός, που δεν προσπαθούσαν να τον κατακτήσουν. Ήταν όλοι κατά βάθος (όταν το ξανασκεφτόμουν, το έβλεπα πιο καθαρά) λίγο ή πολύ ασυνείδητοι θαυμαστές του Κράτους, αγνοούσαν ότι ήταν ειδωλολάτρες. Δεν είχε σημασία αν αυτό το Κράτος ήταν το σημερινό ή εκείνο που λαχταρούσαν για το μέλλον και στη μια και στην άλλη περίπτωση το κράτος ήταν σαν κάτι που ξεπερνούσε τους ανθρώπους και τη ζωή του λαού, τυρρανικό ή πατριαρχικό, δικτατορικό ή δημοκρατικό, πάντα όμως ενιαίο, συγκεντρωτικό και απόμακρο. (σελ. 272)

Όσο η Ρώμη θα κυβερνά τη Ματέρα, η Ματέρα θα είναι μια πόλη αναρχική και σκληρή και η Ρώμη σκληρή και τυρρανική. (σελ. 274)

Σκεφτόμουν αόριστα πράγματα, η ζωή εκείνης της θάλασσας ήταν σαν τις άπειρες τύχες των ανθρώπων, που μένουν αιώνια αμετακίνητες και μοιάζουν με κύματα που κινήθηκαν κάποτε, χωρίς όμως ν' αλλάξουν. Σκέφτηκα με στοργικό άγχος τον ακίνητο χρόνο και το μαύρο πολιτισμό που είχα εγκαταλείψει. (σελ. 291-292)

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΡΙ - ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΜΠΛΑΝ Τ`ΑΓΡΙΜΙΑ ΠΑΛΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


ΑΝΡΙ - ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΜΠΛΑΝ Τ`ΑΓΡΙΜΙΑ ΠΑΛΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΙΤΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΓΝΩΣΗ", ΑΘΗΝΑ 1992


Πριν από λίγα μόλις λεπτά χοροπηδούσε χαρωπά στο δρόμο, ευχαριστημένος από τη ζωή (ή έστω από τα χρήματα που κέρδιζε), και τώρα ήταν παγιδευμένος σ` αυτόν τον ανελκυστήρα όπως ο ποντικός στη φάκα… [σελ. 13]

Σαν χαζός νόμισε ότι τον προόριζε για εραστή της, αλλά τι είναι η ερωτική απόλαυση μπροστά στην αισθησιακή παραζάλη που νοιώθει κανείς παρακολουθώντας δωρεάν και απευθείας τη σταδιακή εκμηδένιση ενός ανθρώπου; Ανά πάσα στιγμή του εικοσιτετραώρου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν αντικείμενο εκτόνωσης… [σελ. 41]

-Είναι… είναι παπούτσι Ερνέστα… Τη διαφήμιση στην τηλεόραση εγώ την έχω κάνει… Ξέρετε, η νεαρή γυναίκα στα ερείπια της Βυρητού : «Φορώ παπούτσια Ερνέστα, τι με νοιάζει για τα ρέστα; …».
- Ε, λοιπόν, θα `πρεπε να είστε ευχαριστημένος! Το διαφημιστικό σας πήγε καλά!
Και μπήκε στο διαμέρισμα κλείνοντας με δύναμη την πόρτα. [σελ. 59]

Ούτε κι η φαντασία του, αυτή η εκμαυλίστρια που τον δελέαζε με όνειρα εκδίκησης ή δόξας και που μετά γύριζε εναντίον του καταπονώντας τον με νευρικές οπτασίες. [σελ. 61]

Κι έτσι αυτός που είχε διαπρέψει στο να σκηνοθετεί τα φαινόμενα και να δημιουργεί εντυπώσεις, αυτός που δεν είχε ποτέ του διστάσει, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, να κρίνει τους ανθρώπους από το παρουσιαστικό τους, ήταν σήμερα ο ίδιος θύμα αυτών των εντυπώσεων. Τον αψηφούσαν διότι έβλεπαν μέσα στα μάτια του απόγνωση, όπως παλιά του έκαναν τεμενάδες διότι η επιτυχία διαβαζόταν στο θριαμβευτικό του χαμόγελο. [σελ.92]

Οι υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας κύλησαν ομαλά˙ για τον Σαρλ, αν βέβαια μπορεί κανείς να πει πως η απελπισία, το άγχος, η αϋπνία και η τηλεόραση είναι πράγματα ομαλά. [σελ.101-102 ]

Να βλέπεις ότι είσαι έρμαιο του αυθαίρετου και του τυχαίου, τη στιγμή που διαθέτεις μια λογική που δουλεύει ρολόι, μια αντίληψη σε πλήρη ετοιμότητα και ευρυθμία, και που δεν παύει ποτέ να λειτουργεί, είναι να τρελαίνεσαι. [σελ. 116]

Με τη σειρά του ο υπηρέτης του Θεού χώθηκε στο ντουλάπι.
- Μάλλον στενάχωρο, παρατήρησε ο Σαρλ.
Ο ιερέας απάντησε με σοβαρότητα:
- Το βασικό σ` ένα ντουλάπι για σκούπες είναι να έχουν άνεση οι σκούπες.
Κι έκλεισε την πόρτα. [σελ. 130]

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Μάριος Χάκκας-Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες


Μάριος Χάκκας, «Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες», εκδόσεις «Κέδρος»

«Επιτέλους, σταμάτα πια αυτή τη γρίνια. Το έδαφος υπάρχει πάντα κάτω από τα πόδια σου, ένα κάποιο έδαφος για να σταθείς και να υπάρξεις. Πάψε να παριστάνεις τον ξεριζωμένο. Κι έπειτα, ιστορία είναι αυτό που έγινε και όχι αυτό που θα ΄θελες να γίνει». (σελ. 10. Έτσι σαν πρόλογος {ασπρόμαυρο})

Κι εγώ που θα ‘θελα να βγαίνουν οι στίχοι όπως αναπνέω, όπως μιλάω, όπως περπατάω, πρέπει να περιμένω τις εξαιρετικές μου στιγμές, γι’ αυτό κι οι στίχοι μου σπάνιοι. (σελ. 24-25. Οι εξαιρετικές μου στιγμές)

Έφυγες και μ’ άφησες μια μουτζούρα στη μύτη (από τα μάτια σου που ξεβάψανε κλαίγοντας), τις τρίχες της γάτας σου, καθώς και μια γεύση αποσμητικού στα χείλη. (σελ. 29. Ένας χωρισμός)

Δε θέλω οπαδούς, χειροκροτήματα, ισοκρατήματα, ανθρώπους να ακουμπάνε επάνω μου, ιδέες, προπάντων ιδέες, οποιεσδήποτε ιδέες που σε κάνουν ν’ αγαπάς το φορτίο σου, σου ανοίγουν ένα παράθυρο και τραβάς προς τα κει, κι αυτό αντί να μεγαλώνει γίνεται ολοένα μικρότερο, όλο και πιο μακρινό, τελειώνει η ζωή σου και μένεις μ’ ένα νεκρικό χαμόγελο προς τ’ όραμά σου. (σελ. 49. Κατά Μάικ)

Λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, παρέα με τον μπατζανάκη μου, εσένα προσκυνάω. Λευτεριά της βδομαδιάτικης δουλειάς και της Κυριακάτικης εκδρομής, εσένα λατρεύω. Λευτεριά, μ’ ένα οικοπεδάκι σ’ εξαγόρασα κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων. Λευτεριά, τ’ αυτοκίνητό μου τρέχει μ’ εκατόν είκοσι την ώρα, μεγάλη η ταχύτητα, ούτε τα δέντρα δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, που να διακρίνω χέρια και αλυσίδες. (σελ. 65-66. Το νερό)

Είμαι ένα κάδρο. Φοράω γραβάτα, έχω μαλλιά εκεί που μου λείπουν, κόκκινα χείλη και κέρινα μάτια. (σελ. 101. Ο φωτογράφος)

«… Ξεχάσατε κιόλας τα πρόσωπα των διπλανών σας, γιατί επικοινωνείτε με συσκευές, μεσ’ από αριθμούς και καλώδια. Έρχεται η ώρα που θα χτυπάτε ακατάληπτα σήματα με τις γροθιές σας στους τοίχους και δε θα παίρνετε απάντηση. Όλοι θα παραμιλούν με το θάνατο, γιατί οι μέρες που έρχονται είναι φρικτότερες, κι αυτή η κλειδωνιά στο μυαλό προμυνήει το θάνατο». (σελ.104. Το καμιόνι)

Σέρνεται παγωνιά στον κλειδωμένο δρόμο, στον αμυδρά φωτισμένο διάδρομο ο αόρατος άνθρωπος οραματίζεται ένα αύριο δίχως ίσκιο, δίχως το φόβο τι θ’ απογίνει ο ίσκιος του, χωρίς σκιά φόβου ή φοβισμένη σκιά, δίχως σκιά ίσκιου, σέρνεται αποζητώντας το δίκιο του κραδαίνοντας στο ένα χέρι την άδεια οπλοφορίας, στο άλλο κρατώντας την άδεια κυκλοφορίας, στο άλλο χουφτώνοντας την άδεια εμπορίας, στο άλλο μαγκώνει την καρδιά του και λέει: «Είναι μεγάλος οι χειμώνας, λίγο το δίκιο μας και δεν υπάρχουν πια πουλιά που πετάνε με κλεισμένα φτερά. Άλλοτε έρχονταν, ζυγιάζονταν ψηλά όσο να ξεφουσκώσουν οι αεροφόροι ασκοί του Αιόλου, για μια στιγμή έστω ελαφρότερα όμως κι απ’ τον αέρα, μες τον αέρα, αέρας και πνεύμα επιφοιτώντας τη στάση μας. (σελ. 130. Η επιστροφή του αόρατου…)

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

JOSEPH ROTH Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΤΗ



JOSEPH ROTH Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΤΗ , μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου, ξυλογραφίες Frans Masereel, εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 2006

Γιατί στο μεταξύ είχε σκοτεινιάσει ολότελα εκεί κάτω, ενώ πάνω στις γέφυρες και τις όχθες του ποταμού τ` ασημένια φανάρια άναβαν ένα ένα, αναγγέλλοντας τη χαρούμενη παριζιάνικη νύχτα. [σελ. 13]

Γιατί οι εφημερίδες κρατάνε ζέστη, αυτό το ξέρουν όλοι οι άστεγοι. [σελ.16]

Αγόρασε, λοιπόν, μια εφημερίδα, είδε πως ήταν Πέμπτη, θυμήθηκε ξαφνικά ότι κι ο ίδιος είχε γεννηθεί Πέμπτη, και χωρίς να δώσει προσοχή στην ημερομηνία, αποφάσισε να γιορτάσει αυτήν την Πέμπτη τα γενέθλιά του. [σελ.18]

Αλλά αυτό που είδε τον τρόμαξε. Κι αμέσως κατάλαβε γιατί τα τελευταία χρόνια φοβόταν τόσο τους καθρέφτες. [σελ.19]

Μόνο τα πρόσωπα δεν μπορούσε να θυμηθεί, τα πρόσωπα των γυναικών. Με εξαίρεση ένα και μοναδικό πρόσωπο, το πρόσωπο που εξαιτίας του είχε μπει φυλακή. [σελ.23]

Με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει λεφτά στην τσέπη του, παράγγειλε ένα περνό – και το ήπιε με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει πιει πολλά περνό στη ζωή του. Ήπιε και δεύτερο και τρίτο, βάζοντας όλο και λιγότερο νερό στο ποτήρι του. Κι όταν ήρθε το τέταρτο, δεν ήξερε πια αν είχε πιει δυο, πέντε ή έξι ποτήρια. Δεν θυμόταν καν για ποιο λόγο βρισκόταν σ` αυτό το μπιστρό, σε αυτή τη γειτονιά. [σελ. 29]

Και τότε, αυτός που εδώ και χρόνια είχε ξεχάσει τι θα πει χρήμα και δεκάρα δεν έδινε για τη σημασία του, αυτός λοιπόν τρόμαξε - όπως τρομάζει ξαφνικά αυτός που είναι μαθημένος να έχει πάντα λεφτά στην τσέπη του και μονομιάς καταλαβαίνει αμήχανος ότι δεν έχει παρά ελάχιστα. Από τη μια στιγμή στην άλλη, καταμεσής στο έρημο σοκάκι , στο γκρίζο ακόμα φως του πρωινού, ένοιωσε αυτός, ο από αμέτρητους μήνες άφραγκος, ότι ήταν ξαφνικά φτωχός˙ απλώς και μόνο επειδή δεν βρήκε μέσα στην τσέπη του τα πολλά χαρτονομίσματα που είχε συνηθίσει να κουβαλάει πάνω του τις τελευταίες μέρες. [σελ.36]

Όλα αυτά τα θυμήθηκε ο Αντρέας βλέποντας απλωμένα στο τραπέζι τα χαρτιά του, που ήταν ήδη άκυρα. Και παράγγειλε άλλο ένα περνό, γιατί ένιωσε πολύ δυστυχισμένος. [σελ.39]

Γιατί τίποτα δεν συνηθίζουν οι άνθρωποι ευκολότερα από τα θαύματα, αν τύχει και τους συμβούν μια, δυο, τρεις φορές. [σελ.40]

«Είναι αργά. Θα σ` αφήσω. Κι αύριο θα σου στείλω δυο κουστούμια. Και – πες μου – μήπως χρειάζεσαι χρήματα; »
«Όχι» απάντησε ο Αντρέας. «Έχω εννιακόσια ογδόντα φράγκα, που δεν είναι δα και λίγα. Άντε να κοιμηθείς»
«Θα ξανάρθω σε δυο – τρεις μέρες» είπε ο φίλος του, ο ποδοσφαιριστής. [σελ. 54]

Και ξάφνου είδαν μπροστά τους ν` απλώνεται η λαμπερή παριζιάνικη νύχτα, αλλά δεν ήξεραν τι να την κάνουν˙ γιατί έτσι νοιώθουν οι άνθρωποι που δεν είναι πραγματικά μαζί και τυχαία μόνο έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον. Η νύχτα απλώθηκε μπροστά τους, σαν φωτεινή, αστραφτερή έρημος. [σελ. 62]

Κι επειδή εκεί κοντά δεν είχε ούτε γιατρό ούτε φαρμακείο, τον κουβαλούν στο παρεκκλήσι, στο ιεροφυλάκιο, επειδή οι παπάδες κάτι παραπάνω ξέρουν για τη ζωή και το θάνατο˙ αυτό σκέφτονται τα γκαρσόνια, κι ας μην είναι δα και πολύ της εκκλησίας. Όσο για τη δεσποινίδα, που την έλεγαν Τερέζα, τι να κάνει; Τους ακολουθεί κι αυτή. [σελ. 78]

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Αλμπέρ Καμύ-Η πανούκλα


Αλμπέρ Καμύ, "Η πανούκλα" μετάφραση Γιάννης Αγγέλου, εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος



Η αξία του ανθρώπου είναι να επιχειρεί κάτι ενάντια στο κακό ρισκάροντας και τις πιο οδυνηρές αποτυχίες κι όχι να προσπαθεί να το δικαιολογεί με δόγματα. Ο Καστέλ και ο Ριέ θα ξαναρχίσουν πάλι το έργο τους, θα ξαναρχίσουν και θα ξαναρχίσουν πάλι. Μερικούς μήνες αργότερα θα βρεθεί ένας ορός, που θ’ αρχίσει να σώζει ζωές.
(από την εισαγωγή του Πωλ Γκαγιάρ, σελ. 14)


Ένας βολικός τρόπος για να γνωρίσει κανείς μια πόλη, είναι να βρει πως δουλεύουν, πως ερωτεύονται και πως πεθαίνουν σ’ αυτήν. Στη μικρή μας πόλη, να ‘ναι τάχα η επίδραση του κλίματος, όλα αυτά γίνονται μαζί, με το ίδιο έξαλλο κι αφηρημένο ύφος. (σελ. 21-22)

Το Οράν, αντίθετα, είναι φαινομενικά μια πόλη ανυποψίαστη, μια πόλη, μ’ άλλα λόγια, απόλυτα σύγχρονη. Δεν είναι απαραίτητο, κατά συνέπεια, να ξεκαθαρίσουμε με ποιο τρόπο ερωτεύονται στον τόπο μας. Οι άντρες και οι γυναίκες ή αλληλοσπαράζονται γρήγορα γρήγορα μέσα σ’ αυτό που το λένε ερωτική πράξη ή πάλι βυθίζονται στη μακρόχρονη συνήθεια του αντρόγυνου. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο άκρα, πολλές φορές, δεν υπάρχει μέση οδός. (σελ. 22-23)

Ο Τύπος που ‘χε φανεί τόσο φλύαρος στην υπόθεση των ποντικών, δεν μιλούσε πια για τίποτα. Κι αυτό γιατί οι ποντικοί ψοφάνε στο δρόμο κι οι άνθρωποι στην κάμαρά τους. Κι οι εφημερίδες δεν ασχολούνται παρά μόνο με τον δρόμο.(σελ. 52)

Οι μάστιγες είναι βέβαια κάτι το συνηθισμένο, δύσκολα ωστόσο, πιστεύεις στις μάστιγες όταν σου πέφτουν κατακέφαλα. Έχουν ξεσπάσει στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και πόλεμοι. Κι ωστόσο πανούκλες και πόλεμοι βρίσκουν πάντα τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. (σελ. 53)

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ‘ναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν πως όλα είναι ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπέθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολουθούσαν τις εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια και είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφ߄ονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές. (σελ. 54)

Με τον ρυθμό που εξαπλώνεται η ασθένεια, αν δεν την αναχαιτίσουμε, κινδυνεύει να σκοτώσει την μισή πόλη πριν περάσουν δυο μήνες. Δεν έχει, κατά συνέπεια, σημασία αν την ονομάσετε πανούκλα ή μεταδοτικό πυρετό. Το μόνο που έχει σημασία είναι να εμποδίσετε να εξοντωθεί η μισή πόλη. (σελ. 65)

Δοκίμαζαν έτσι την βαθιά οδύνη που νιώθουν όλοι οι αιχμάλωτοι κι όλοι οι εξόριστοι να ζεις με μια ανάμνηση που δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Ακόμα και το παρελθόν που στο σκέφτονταν αδιάκοπα δεν είχε παρά μόνο την γεύση της νοσταλγίας. (σελ. 86)

Κανένας δεν είχε ακόμα πραγματικά δεχτεί την αρρώστια. Οι περισσότεροι ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι σ’ ότι αναστάτωνε τις συνήθειές τους ή έβλαπτε τα συμφέροντα τους. Τους έκανε ν’ αγανακτούν ή να εξοργίζονται, αυτά όμως δεν είναι τα συναισθήματα που πρέπει ν’ αντιτάξει κανείς στην πανούκλα. (σελ.91)

Η υπόλοιπη ιστορία, κατά τα λεγόμενα του Γκραν, ήταν πολύ απλή. Όπως γίνεται και μ’ όλο τον κόσμο: παντρεύονται, αγαπιούνται ακόμα λίγο, δουλεύουν. Δουλεύουν τόσο ώσπου να ξεχνούν ν’ αγαπάνε. (σελ. 95)

… ο παπάς έδωσε μια κι έξω, όπως καταφέρνουμε ένα πλήγμα, το θέμα για ολόκληρο το κήρυγμά του. Και πραγματικά ο Πανελού, αμέσως μετά από αυτή τη φράση, ανέφερε το σχετικό με την πανούκλα στην Αίγυπτο εδάφιο της Εξόδου και είπε: « Την πρώτη φορά που η μάστιγα αυτή εμφανίστηκε στην ιστορία, ήταν για να χτυπήσει τους εχθρούς του Θεού. Ο Φαραώ πρόβαλλε αντίσταση στις προαιώνιες βουλές κι η πανούκλα τότε τον γονάτισε. Απ’ την αρχή όλης της ιστορίας, η μάστιγα του Θεού κάνει τους αλαζόνες και τους τυφλούς να γονατίσουν μπροστά Του. Μελετήστε τα αυτά και γονατίστε.» (σελ. 108)

Το πιο αξιοσημείωτο, που και ο Ραμπέρ συνεπώς το πρόσεξε, ήταν ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε ένα γραφείο, στο αποκορύφωμα μιας καταστροφής, να συνεχίζει τη δουλειά του και να παίρνει πρωτοβουλίες που ανήκαν σε μια άλλη εποχή, χωρίς πολλές φορές να το ξέρουν οι ανώτατες αρχές, μόνο και μόνο επειδή το ‘χαν ιδρύσει για τη δουλειά αυτή. (σελ. 121)

Από μερικά όμως σπίτια έβγαιναν βογκητά. Παλιότερα όταν τύχαινε κάτι τέτοιο, έβλεπες συχνά περίεργους να στέκονται στον δρόμο και ν’ αφουγκράζονται. Έπειτα, ωστόσο απ’ την μακρόχρονη αναστάτωση φαίνεται πως οι καρδιές σκλήρυναν κι όλοι περπατούσαν ή ζούσαν δίπλα στους θρήνους λες κι αυτή ήταν η φυσιολογική γλώσσα των ανθρώπων. (σελ. 123)

Α! και να ‘ταν ένας σεισμός! Ένα γερό ταρακούνημα κι ούτε κουβέντα πια… Μετράνε τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τέρμα! Ενώ αυτή την καταραμένη αρρώστια! Ακόμα κι όσοι δεν την έχουν την κουβαλάνε στην καρδιά τους». (σελ. 127)

-Να είπε ο Ταρού. Γιατί δείχνετε κι εσείς τόση αφοσίωση αφού δεν πιστεύετε στον Θεό; Μπορεί η απάντησή σας να με βοηθήσει ν’ απαντήσω κι εγώ.
Χωρίς να βγει από την σκιά, ο γιατρός είπε πως είχε κιόλας απαντήσει, πως αν πίστευε σ’ έναν παντοδύναμο Θεό θα σταματούσε να θεραπεύει τους ανθρώπους αφήνοντας σ’ εκείνον την φροντίδα αυτή. Πως κανείς, ωστόσο, στον κόσμο, όχι, ούτε αυτός ούτε ο Πανελού, που νόμιζε πως πίστευε, δεν πίστευε σ’ έναν τέτοιου είδους Θεό, αφού κανείς δεν εγκατέλειπε απόλυτα τον εαυτό του και πως στο σημείο τουλάχιστον αυτό, εκείνος, ο Ριέ πίστευε πως βρισκόταν στον δρόμο της αλήθειας, παλεύοντας ενάντια στην δημιουργία όπως αυτή ήταν. (σελ. 138)

- Για πείτε μου, Ταρού, είπε τι σας σπρώχνει ν’ ασχοληθείτε μ’ αυτά;
- Δεν ξέρω. Η ηθική μου ίσως.
- Και ποια απ’ όλες;
- Η κατανόηση. (σελ. 142)

Ο αφηγητής όμως νιώθει περισσότερο την ανάγκη να πιστέψει ότι δίνοντας πολύ μεγάλη σημασία στις καλές πράξεις, αποδίνουμε τελικά έμμεσο και πολύ ισχυρό φόρο τιμής στο κακό. Γιατί αφήνουμε έτσι να υποτεθεί ότι οι καλές αυτές πράξεις δεν έχουν τόση αξία παρά μόνο γιατί είναι σπάνιες κι ότι η κακία κι η αδιαφορία είναι πολύ πιο συνηθισμένα κίνητρα στις πράξεις των ανθρώπων. (σελ. 142)

-Για να δούμε, Ταρού, είσαστε ικανός να πεθάνετε για έναν μεγάλο έρωτα;
-Δεν ξέρω, αλλά τώρα μου φαίνεται πως δεν είμαι.
-Το βλέπετε; Ενώ είσαστε ικανός να πεθάνετε για μια ιδέα, είναι ολοφάνερο, Ε! λοιπόν εγώ μπούχτισα από ανθρώπους που πεθαίνουν για μια ιδέα. Δεν πιστεύω στον ηρωισμό, ξέρω ότι είναι κάτι εύκολο, κι έμαθα πως ήταν ένας φονιάς. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να ζούμε και να πεθαίνουμε γι’ αυτό που αγαπάμε. (σελ. 173)

Πρέπει ωστόσο, να σας πω: δεν υπάρχει θέμα ηρωισμού μέσα σ’ όλα αυτά. Πρόκειται για εντιμότητα. Είναι μια ιδέα που μπορεί να κάνει μερικούς να γελάσουν, ο μόνος όμως τρόπος για να καταπολεμήσει κανείς την πανούκλα είναι η εντιμότητα. (σελ. 173)

Εκείνο που κάνει την πανούκλα να ξεχωρίζει ήταν πως όλος ο κόσμος, απ’ τον διευθυντή ως τον τελευταίο κρατούμενο, ήταν καταδικασμένοι και για πρώτη ίσως φορά, βασίλευε απόλυτη δικαιοσύνη στις φυλακές. (σελ. 177-178)

Έπαιρναν θέση στο παρόν χωρίς μνήμη και χωρίς ελπίδα. Στην πραγματικότητα, όλα είχαν γίνει πια παρόν γι’ αυτούς. Πρέπει να πούμε πως η πανούκλα είχε αφαιρέσει απ’ όλους την δύναμη της αγάπης και την δύναμη της φιλίας ακόμα. Γιατί η αγάπη χρειάζεται κάποιο μέλλον και για μας δεν υπήρχαν πια παρά μόνο στιγμές. (σελ. 190)

Γιατί ήξερε ότι για μια περίοδο που δεν έβλεπε ακόμα το τέλος της, ο ρόλος του δεν ήταν να θεραπεύει. Ο ρόλος του ήταν να κάνει διάγνωση. Ν’ ανακαλύπτει, να βλέπει, να περιγράφει, να καταγράφει κι έπειτα να καταδικάζει, αυτή ήταν η δουλειά του. (σελ. 198)

"Αδελφοί μου, έφθασε η στιγμή. Πρέπει ή να τα πιστέψουμε όλα ή να τ' αρνηθούμε όλα. Ποιος όμως, ανάμεσά μας, θα τολμούσε να τ' αρνηθεί όλα;"... Η θρησκευτικότητα, ωστόσο, την εποχή της πανούκλας δεν μπορούσε να είναι ίδια με την καθημερινή θρησκευτικότητα κι αν ο Θεός ίσως επέτρεπε και μάλιστα επιθυμούσε, η ψυχή να ξεκουράζεται και να χαίρεται σε καιρούς ευτυχίας, την ήθελε να ξεπερνάει τα όριά της σε στιγμές έξαρσης της δυστυχίας. Ο Θεός έκανε σήμερα στα πλάσματά του τη χάρη να τα ρίχνει σε τέτοια δυστυχία όση τους χρειαζόταν για να ξαναβρούν και να κάνουν κτήμα τους τη μεγαλύτερη αρετή, που 'ναι η αρετή του Όλα ή Τίποτα. (σελ. 230)

Εκείνο που δίνει η φύση είναι το μικρόβιο. Τα υπόλοιπα, η υγεία, η ακεραιότητα, η αγνότητα, αν θέλετε, είναι αποτέλεσμα της θέλησης, μιας θέλησης που δεν πρέπει ποτέ να σταματάει. (σελ. 258)

Άκουσα τόσους συλλογισμούς, που παρά λίγο να μου πάρουν τα μυαλά, και που ξελόγιασαν αρκετούς άλλους ώστε να τους κάνουν να δεχθούν την δολοφονία, κι έτσι κατάλαβα πως όλη η δυστυχία των ανθρώπων προέρχεται από το ότι δεν μιλούν ξεκάθαρα. (σελ. 259)

Επικρατούσε παντού η ίδια ανάπαυλα το ίδιο επιβλητικό διάλειμμα, το ίδιο πάντα καταλάγιασμα, που ακολουθεί τις μάχες, ήταν η σιωπή της ήττας. (σελ. 292)

Όταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στο τέλος της πανούκλας, μαζί με την δυστυχία και τις στερήσεις, φόρεσαν το κουστούμι του ρόλου που 'παιζαν εδώ και πολύ καιρό, το ρόλο του πρόσφυγα που, πρώτα το πρόσωπό και τώρα τα ρούχα του μιλούσαν για την απουσία και την μακρινή πατρίδα. Απ' την στιγμή που η πανούκλα είχε κλείσει τις πύλες της πόλης, δε ζούσαν πια παρά μόνο μέσα στο χωρισμό, τους είχαν αποκόψει απ' αυτή την ανθρώπινη ζεστασιά που σε κάνει όλα να τα ξεχνάς. (σελ. 301)

Γιατί ήξερε ότι αυτός ο κόσμος που γλεντούσε, αγνοούσε, κι είναι κάτι που μπορούμε να το διαβάσουμε στα βιβλία, ότι ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει και δεν εξαφανίζεται ποτέ, ότι μπορεί να μένει κοιμισμένος ολόκληρες δεκάδες χρόνια μέσα στα έπιπλα και τ' ασπρόρουχα, ότι περιμένει υπομονετικά στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντήλια και στα χαρτιά, κι ότι μπορεί να φτάσει κάποτε η μέρα που για την δυστυχία ή για να γίνει μάθημα στους ανθρώπους, η πανούκλα θα ξυπνήσει τα ποντίκια της και θα τα στείλει να ψοφήσουν σε μια ευτυχισμένη πολιτεία. (σελ. 311)

Για μια ανάγνωση, που ακουμπάει στο βιβλίο με άλλο τρόπο, πατήστε εδώ

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Κάρολος Ντίκενς-Μεγάλες προσδοκίες

Charles Dickens, "Μεγάλες προσδοκίες", μετάφραση Άρτεμις Σταμπουλοπούλου, εκδόσεις Πόλις.


Μ' άλλα λόγια, ήμουν πολύ δειλός για να κάνω ό,τι ήξερα πως ήταν σωστό, όπως είχα φανεί πολύ δειλός για να μην κάνω ό,τι ήξερα πως ήταν λάθος. Εκείνη την εποχή δεν είχα καμιά επαφή με τον παραέξω κόσμο, έτσι δεν μπορεί να πει κανείς ότι αντέγραψα κάποιον από τους τόσους και τόσους που δείχνουν παρόμοια συμπεριφορά. Ως αυτοδίδακτη ιδιοφυϊα, ανακάλυψα τη συγκεκριμένη τακτική εντελώς μόνος μου. (σελ. 61-62).

[...] και καθώς ο κύριος Πάμμπλτσουκ ήταν κατηγορηματικός στην άποψή του κι από πάνω είχε και δικό του αμάξι -δεν ήταν δα όποιος κι όποιος- κι άμα έπαιρνε φόρα αλίμονο σ' όποιον βρισκόταν στο δρόμο του, η κοινή γνώμη συμφώνησε πως έτσι πρέπει να ΄χε γίνει. Η αλήθεια είναι πως ο κύριος Γοπσλ φώναζε έξαλλα, "Όχι!" με την ανήμπορη κακία που φέρνει η κούραση, αλλά καθώς δεν είχε ούτε καμιά θεωρία ούτε και σακάκι, συνάντησε την αδιαφορία της ομήγυρης [...] (σελ. 63).

"Μ' αυτό το αγόρι! Μα τούτος ειναι φτωχόπαιδο, ένα κοινό χωριατάκι!"
Νόμισα πως πήρε τ' αυτί μου την απάντηση της μις Χάβισαμ -μόνο που φάνηκε τόσο απίθανη- "Ε, και; Μπορείς να του ραγίσεις την καρδιά". (σελ. 87).

Ειλικρινά˙ ποτέ δεν υπάρχει λόγος να μας πιάνει ντροπή για τα δάκρυα μας˙ είναι η βροχή πάνω στη σκόνη που σηκώνεται απ' το χώμα της σκληρής καρδιάς μας και μας θολώνει τα μάτια. Αφού έκλαψα ήμουν καλύτερα από πριν -πιο λυπημένος˙ είχα βαθύτερη συναίσθηση της αχαριστίας μου˙ είχα μαλακώσει. Αν είχα κλάψει και νωρίτερα, τώρα θα είχα τον Τζο στο πλάι μου. (σελ. 227).

"Κύριε Άλικ και μις Τζέιν", φώναξε η μία νταντά δυο απ' τα παιδιά, "άμα πηγαίνετε και πέφτετε συνέχεια πάνω σ' εκείνους τους θάμνους, στο τέλος θα βρεθείτε μες στο ποτάμι και θα πνιγείτε και τότε τι θα πει ο μπαμπάς σας, ε;". (σελ. 263).

Όλοι οι άλλοι απατεώνες της υφηλίου δεν είναι τίποτα μπροστά στον άνθρωπο που πάει να εξαπατήσει τον ίδιο του τον εαυτό˙ κι εγώ πήγα να ξεγελάσω εμένα τον ίδιο με τέτοιες ψευτοδικαιολογίες. (σελ. 317).

"Δεν θυμάστε πως με κάνατε να κλάψω;". "Όχι", είπε εκείνη και κούνησε το κεφάλι κοιτάζοντας γύρω της. Πιστεύω ειλικρινά πως το ότι ούτε θυμόταν ούτε και της καιγόταν καρφί μ' έκανε να ξαναβάλω τα κλάματα, από μέσα μου -κι αυτά τα δάκρυα καίνε περισσότερο απ' όλα.
"Να ξέρετε", μου είπε η Εστέλλα, με όλη τη συγκατάβαση που μπορεί να επιδείξει μια όμορφη, λαμπερή γυναίκα γυναίκα, "πως είμαι ένας άνθρωπος χωρίς καρδιά -ίσως αυτό να έχει κάποια σχέση και με τη μνήμη μου". (σελ. 332).

"Άκουσέ με, Πιπ! Την υιοθέτησα για ν' αγαπηθεί. Την ανέθρεψα και τη μόρφωσα για ν' αγαπηθεί. Την έκανα ό,τι είναι, για ν' αγαπηθεί. Αγάπησέ την!"
Έλεγε αυτή τη λέξη ξανά και ξανά και δεν υπήρχε αμφιβολία πως την έλεγε και την εννοούσε. Όμως βγαλμένη απ' τα χείλια της τούτη η χιλιοειπωμένη λέξη έμοιαζε με κατάρα, σαν να μιλούσε για μίσος, αντί για αγάπη -γι' απόγνωση- εκδίκηση -για θάνατο ελεεινό.
"Να σου πω εγώ", ψιθύρισε ξανά με την ίδια βιάση, το ίδιο πάθος, "τι είν' η αληθινή αγάπη. Είναι τυφλή αφοσίωση, ηθελημένη αυτοταπείνωση, τέλεια υποταγή, εμπιστοσύνη και πίστη˙ να πηγαίνεις ενάντια στον εαυτό σου κι ενάντια στους πάντες˙ να παραδίνεις στον κατακτητή, χωρίς όρους, όλη σου την καρδιά, όλη σου την ψυχή -όπως έκανα εγώ!" (σελ. 336).
Το πρώτο κεφάλαιο των "Μεγάλων Προσδοκιών" του Charles Dickens δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "All the Year Round" την 1η Δεκεμβρίου 1860. Η δημοσίευση ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1861.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Γιώργης Γιατρομανωλάκης-Λειμωνάριο

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, "Λειμωνάριο", εκδόσεις Κέδρος

Μου 'ρθε αναγούλα και σηκώθηκα. Τον σιχάθηκα καθώς φορούσε γραβάτα, ήταν καλοχτενισμένος κι είχε στις τσέπες του ένα σωρό ελεεινά επιχειρήματα. Ήξερε το μάθημά του και το γαύγιζε. Ήταν αρμόδιος σε τέτοια θέματα. Τα 'χε χωνέψει και τα ξερνούσε στην ποδιά μου. Σηκώθηκα και έφυγα. (σελ. 21)

Το αλσύλιο ήταν χιονισμένο. Πολύ χιόνι έξω από το σκοπευτήριο. Αγαπούσα την Δήμητρα μέσα σε χιόνι πολύ. Παγωμένος σε πρόστυχη καμπαρντίνα. Δεν είχα γάντια. Έβαλα το γυμνό μου χέρι στον ώμο της. Κρυσταλλωμένος μέσα και έξω. Φόραγε λεπτά μάλλινα γάντια. Ακούμπησε το χέρι στο δικό μου. Γέλασε πάλι. Είχε τον δικό της τρόπο να γελά. Δεν κατάλαβα. Δεν ήξερα αν με δεχόταν ή όχι. Αν έδιωχνε το χέρι μου ή το ζέσταινε. Μ' άφηνε να καταλάβω και δεν μπόρεσα. (σελ. 22)

Εγκαταλείπω οριστικά την Μονεμβασιά. Ο Δεκέμβρης καβάλα στο πλοίο που ταξιδεύει προς τον νότο. Αναχωρητής εις νήσον Πορφυρή. Κληρονόμος ανθρώπων που έφυγαν φεύγω εγώ. Το καράβι σφυρίζει. Ανήκω σ' άλλο σύνολο τώρα. Το τέρμα μου είναι αλλού. Συναριθμώ τον εαυτό μου σε πρόσωπα και τόπους άγνωστους. Ο ίδιος απροσδιόριστος μέσα μου. Αποχαιρετώ. (σελ. 28)

Που λες, μάνα, πήδησα στη βάρκα. Έτσι όπως το λέω. Αφέθηκα. Νηστικός και άπλυτος πήδησα με τις βαλίτσες και το οβολάκι. Κι όλα γίνηκαν εύκολα και με την πρώτη ματιά φαινόταν συνηθισμένη αποβίβαση. Μονάχα το δίχτυ. Κι ο αρματωμένος φρουρός στους βράχους του κάβου άγρυπνος. Καπετάνιος της βραδιάς ο σιρόκος που μας έγλειφε τα χέρια και τα πρόσωπα. (σελ. 30-31)

... Έστεκα πολλή ώρα και μετά άνοιξα τις βαλίτσες.
Εκεί απάνω απάνω ήταν τα χέρια της μάνας μου. Τα 'χε ξεχάσει καθώς τις τακτοποιούσε. Ωσάν νεκρικό εκμαγείο. Όπως, να πούμε, τα βλέπεις απλωμένα στις βρώμικες βιτρίνες των μουσείων. Άσπρα, καλουπιασμένα σε ακινησία τα χέρια της μάνας μου. Πάνω στα πουκάμισα και στα σακάκια. (σελ. 44)

... Γέμιζα κόλλες με πυρετικά παραμιλητά. Έξυνα τις πληγές της μέρας και μάζευα το αίμα. Ύστερα το 'ριχνα στις βρώμικες λεκάνες των καμπινέδων. Μεταγγιζόμουν ομαλά κι αδιάκοπα. (σελ. 51)

Λοιπόν, εκεί που περπατάγαμε έλυσε το μαγιό. Έβγαλε τα σαντάλια, άφησε τα πράγματα κατά γης, άνοιξε τα χέρια και φλάπ! πέταξε. Την έβλεπες να φτεροκοπά ανάμεσα στα παράθυρα και στις πόρτες γυμνή. Το δέρμα της μαυρισμένο κρατούσε το αλάτι της θάλασσας. Αδιόρατο χνούδι. Τα μαλλιά λυτά να ανεμίζουν. Έτσι άλλοτε νόμιζες πως πετά, άλλοτε πως κολυμπά σε βαθιάνερά. (σελ. 57)

Η διευθύντρια του Γυμνασίου Πορφυρής με υποδέχθηκε καθισμένη σε θρόνο ψηλό και ωραίο. Ελεφαντόδοντο και σμάλτο. Στα πόδια της χιλιάδες άγγελοι. Χερουβίμ χάρτινα. Στα χέρια της αντίγραφα των εντολών και των αποφάσεων. Οι τοίχοι σκεπασμένοι με φωτογραφίες αυτών που επιβλέπουν. Στο κέντρο χαμογελούσαν κυβερνήτες και αξιωματούχοι των ουρανών. Ήταν ιέρεια σε τρίποδο θρόνο. Εισήλθα και προσκύνησα. (σελ. 63)

Έχεις, να πούμε, τους φίλους σου. Ζεις και πορεύεσαι μαζί τους. Μια μέρα τους χάνεις. Τους συναντάς και πια δεν σου ανήκουν. Βλέπεις άλλα πρόσωπα. Πετρωμένα χαρακτηριστικά. Μάτια καταθλιμμένων ζώων. Διακρίνεις το βιασμό τόσων χρόνων σε μια στιγμή. Σου είναι ξένοι. (σελ. 64)

Ούτε που σε νοιάζει αν είσαι ξυρισμένος ή αξύριστος. Μερικοί επιμένουν και σε τούτο. Είναι ανένδοτοι. Είναι η κοσμιότητα, να πούμε. Σιχαίνομαι τους μπάσταρδους καθηγητές που μπερδεύουν την κοσμιότητα. Διαλαλούν κάλπικες πραμάτειες. (σελ. 87)



Οι τοίχοι του Γυμνασίου Πορφυρής είναι γεμάτοι υγρασία, Σωκράτη. Βλέπεις, να πούμε, την εικόνα του Χριστού πάνω από την έδρα; Όχι, λέω, την βλέπεις; Φαγώθηκε από την υγρασία, Το πρόσωπο γέμισε μούχλα. Πέρασε την κορνίζα, το χαρτί και το τζάμι. Θα μας φάει όλους η μούχλα δω μέσα. Θα σκάσω, πάμε να φύγομε. (σελ. 88)



Χάρηκα που δεν ήταν σαν κι αυτές τις τεράστιες πόρνες με τον ιδρώτα και τις φτηνές ρόμπες. Οι πιότερες είναι κακόγουστες. Διαλέγουν χρώματα και μυρουδιές που καταθλίβουν. Έντονα γούστα σε υποτονικά δωμάτια. Διατηρούν την μόδα του χαρεμιού. Βρεθήκαμε μόνοι. Απότομα της λέω πως πρέπει να φροντίζει πολύ προσεκτικά να καθαρίζει τα ξένα χέρια από το κορμί της. (σελ. 121)



Εμείς οι πολίτες της νήσου Πορφυρής θυμόμαστε τους ήρωές μας. Παρακολουθούμε τις εθνικές μας εορτές. Οφείλουμε να τους θυμόμαστε. Έχουμε μάθει στα σχολειά να ξεχωρίζουμε τους καλούς ήρωες. Πρέπει πρώτα απ' όλα να 'ναι καθαροί. Μας έχουν διδάξει και δεν το ξεχνάμε. Κανένας δεν πρόκειται ν' αλλάξει τους ήρωες. Ύστερα ο κόσμος μας κυβερνάται απ' το καλό. Τούτο το καλό είναι πέρα για πέρα στα δικά μας μέτρα. Η δικαιοσύνη ραμμένη πάνω μας. Έχουμε ιδανικά αποστειρωμένα. Η ιστορία πρέπει να μας ικανοποιεί. Τα άλλα είναι αντεθνικά. (σελ. 127)



Μπορούσες τότε να δεις πως ολόκληρος ο κήπος έγινε σκήνωμα για τον τάφο του αδερφού, που έκειτο σαβανωμένος. Διαπίστωνες μια καταρροή της φύσης. Η λεμονιά έριχνε τ' άνθη και τους καρπούς. Μετά τα φύλλα και τα κλαδιά. Μετά τίποτε. Η ζωή τεμαχίστηκε και προχωρούσε συντριμμένη. Αποσπάσματα. Καμιά κλωστή να συνδέει τις εικόνες που έπεφταν η μια πίσω από την άλλη. Τα βρέφη γερνούσαν και γίνονταν σκελετοί. Τα φρούτα σάπιζαν απ' τον ανθό. Η φύση εστράφη προς τα οπίσω και κατεστράφη. (σελ. 147)



Ξύπνησα στο κελί μου και σου στέλνω πιττάκι. Από την νήσο Πορφυρή. Προσπαθώ να σου μιλήσω σε λόγο έναρθρο την ώρα του ουρλιαχτού μου. Προστάτη σε καλώ και μάρτυρα. Να 'ρθεις και να μαρτυρήσεις πάλι. Στην πρώτη Παρουσία. Στην πρώτη και μοναδική Παρουσία των αναστημένων αγαλμάτων. Στην αποκατάσταση των κορμιών. Και της ψυχής μας, γέροντα. Εκτός και εντός του Μουσείου.

Ταπεινός αδερφός κι υποτακτικός σου

Θεόδωρος Π., μοναχός (σελ. 164)


Βλέπω πως η κοιλιά σου στρογγυλεύει μέρα με τη μέρα, Δήμητρα. Την ακούω να ηχεί. Τύμπανο στη μεγάλη σιωπή της γης. Έρχονται ώρες που φοβάμαι τη δύναμη σου. Σε χάνω όπως σε κοιτάζω. Μένεις αφηρημένη κι ακούς. Η ισορροπία σου με ταράζει. Είσαι απρόσιτη. (σελ. 168)


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Μίλοραντ Πάβιτς-Τελευταία αγάπη στην Κωνσταντινούπολη

Milorad Pavic, "Τελευταία αγάπη στην Κωνσταντινούπολη", μετάφραση: Γκάγκα Ρόσιτς, εκδόσεις Εστία.


Η καλλονή από την πρώτη σκηνή βγήκε τότε μπροστά στους θεατές και είπε:
-Εσείς, άνθρωποι, δεν ξέρετε να μετράτε τις μέρες σας. Μετράτε μόνο το μήκος τους και λέτε ότι διαρκούν 24 ώρες. Ενώ οι μέρες σας μερικές φορές έχουν βάθος μεγαλύτερο από το μήκος, κι αυτό το βάθος μπορεί να διαρκεί ένα μήνα, ακόμα κι ένα χρόνο του μήκους των ημερών. Γι' αυτό δεν ξέρετε να επινοήσετε τη ζωή σας. Όσο για το θάνατο, ας μη μιλήσουμε καθόλου... (σελ. 24, Πρώτο κλειδί Μάγος).

Όταν τα χαράματα βγήκε από τον κήπο, ο υπίλαρχος Σωφρόνιος Όπουγιτς αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού. Μια βραχνή κουρούνα πέταξε από πάνω του και με τα δυο μαύρα φτερά της χτένισε τον αέρα. Ένιωθε πως η μοναξιά του μεγάλωνε ξαφνικά. Ύστερα άρχισε να μεγαλώνει λίγο ακόμη, για να σταματήσει κάποια στιγμή κι έπειτα να επιστρέψει στο νούμερο δύο. Μέσα στη μοναξιά του μόναζε κάποιος άλλος ακόμα. Κι έβγαλε το συμπέρασμα πως κάτι τέτοιο για έναν μοναχικό άνθρωπο είναι πραγματικό λαχείο. (σελ. 34, Δεύτερο κλειδί Πάπισσα).

Λαχταρούσε όλα όσα είχαν σχέση με τον ίδιο να αλλάξουν όσο περισσότερο μπορούσαν. Δεν είχε κανένα λόγο να αγαπάει το παρελθόν του, άλλα ήλπιζε στο μέλλον και το αγαπούσε, μολονότι τον οδηγούσε προς το θάνατο. Όλα ήταν μπροστά του, τίποτα πίσω. (σελ. 96 Ένατο κλειδί Ερημίτης).

Ήταν νυχτερινή ώρα, όταν τα μουστάκια μεγαλώνουν πιο γρήγορα, κι αισθανόταν κάτι σαν ιστό αράχνης να κολλάει στα χείλη του.
-Ποιός είναι ο σωστός δρόμος, πάτερ; ρώτησε επιτέλους. Πώς ξεχωρίζει αυτός ο δρόμος από τους υπόλοιπους;
-Αν προχωράς προς την κατεύθυνση όπου ο φόβος σου μεγαλώνει, βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο. Κι ο Θεός βοηθός. (σελ. 99 Ένατο κλειδί Ερημίτης).

Ο υπίλαρχος Όπουγιτς ανάρρωσε κατά την άνοιξη. Η πραγματικότητα και το όνειρό του συγχέονταν ακόμα εντελώς μεταξύ τους, αλλά εκείνος ήξερε ξανά πώς ονομάζεται. Έπιανε τις σκέψεις του σαν μύγες, σπανίως επιτυχημένα. Συνήθως του ξέφευγαν. Κι όταν κατάφερνε να τις πιάσει, είτε έμεναν νεκρές στην παλάμη του είτε προσπαθούσαν, ανάπηρες, να ξαναπετάξουν. (σελ. 123 Δέκατο τέταρτο κλειδί Αρμονία).

Είμαστε ευτυχισμένοι εραστές. Έτσι δεν είναι; Κι από την ευτυχία γίνεσαι κουτός. Η ευτυχία και η σοφία δεν πάνε μαζί, όπως δεν πάνε μαζί το σώμα και η σκέψη. Διότι μόνον ο πόνος είναι η σκέψη του σώματος. Επομένως, οι ευτυχισμένοι άνθρωποι γίνονται κουτοί. Μόνον όταν κουραστούν από την ευτυχία τους, μπορούν οι εραστές να ξαναγίνουν σοφοί, αν είναι της φύσης τους. Γι' αυτό, ας μην αποφασίσουμε τώρα αν θα ξεζώσω το σπαθί μου... Οι αφέντες είναι τα βήματά μου, ενώ εσύ είσαι ο υπηρέτης τους...
Έτσι μιλούσε στο Ζέμουν, εκείνο το χειμωνιάτικο πρωί, ο νεαρός τρελός υπίλαρχος Όπουγιτς από την Τεργέστη, χωρίς να πάρει είδηση πως το σπαθί του ήταν ήδη λυμένο. (σελ. 144 Δέκατο έκτο κλειδί Πύργος).

-Η μέρα είναι για την αγάπη κι η νύχτα για το τραγούδι, τους είπε ο πατήρ Χρυσόστομος, όταν τον επισκέφτηκαν στο εκκλησάκι του, στο Φανάρι. Διότι η αγάπη βλέπει ενώ η νύχτα ακούει. (σελ. 169 Εικοστό κλειδί Η κρίση).
Η καρδιά του Милорад Павић σταμάτησε να χτυπά στις 30 Νοεμβρίου 2009.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Άρης Φακίνος-Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα

Άρης Φακίνος, "Τό όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα", εκδόσεις Καστανιώτη

Κείνη την εποχή άλλωστε οι άνθρωποι δεν ήταν άπληστοι και φαταούληδες: αν είχαν λίγα, δεν παραπονιούνταν, τα μυαλά τους δεν έπαιρναν αέρα με τα περισσότερα. (σελ. 11)

Τι λογής κουβέντα, σκέφτηκα σε μια στιγμή, να πιάσει ο σημερινός ασφαλτόβιος ανθρωπάκος με τούτη τη γη, σε πια γλώσσα να της μιλήσει; Με τις πρώτες λέξεις που θα καταφέρει να ψελλίσει, θα 'χει για μόνη απάντηση την αδιαφορία της, την περιφρόνησή της. (σελ. 21)

Μαύρη κι άραχλη θα 'ναι η λευτεριά που θ' αποχτήσουμε, αν αρχίσουμε να συναγωνιζόμαστε τους βαρβάρους στην βαρβαρότητα. (σελ. 28)

Σ' αυτό τον άγριο τόπο η γη μοιάζει με πονηρή και ζόρικη γυναίκα, δεν ανοίγει την αγκαλιά της στον όποιο όποιο και μάλιστα με το πρώτο, δεν του δίνεται εύκολα. Για να την κάνει κάποιος ζάφτι, πρέπει να κατέχει καλά όλα τα κρυφά χούγια και τα μυστικά του κορμιού της, να μπορεί να προβλέπει όλα τα ξαφνικά κόλπα της. (σελ. 50)

Από τα πιο παλιά, από τα προϊστορικά σχεδόν χρόνια ο άνθρωπος εμπιστεύεται στο φθαρτό και πρόσκαιρο κτίσμα ένα σωρό μηνύματα για τους κατοπινούς καιρούς, του μέλλοντες κόσμους, παίρνει ένα κομμάτι μάρμαρο ή κάποιο ογκολίθι και λαξεύει, χαράζει, σκαλίζει, μιλάει για τους καημούς και για τα όνειρά του στους μεταγενέστερους. (σελ. 60-61)



Μια φορά στη Λάρισα, οι μπράβοι ενός μεγαλοτσιφλικά τον βασανίσανε με πυρωμένο σίδερο για να τον αναγκάσουνε να πάει και να τραγουδήσει στο αρχοντικό του αφεντικού τους που 'χε τραπέζι σ' ΄εναν Τούρκο πασά. Μια άλλη, στην Τρίπολη, οι προεστοί έβαλαν να τον κρεμάσουν από τα πόδια σ' έναν πλάτανο, επειδή τα τραγούδια του ξεσήκωναν των ραγιάδων τα μυαλά. Άλλοι τον πλήρωναν αδρά για να μιλήσει κι άλλοι για να σωπάσει-με τους ανθρώπους δεν βγάζεις ποτέ άκρη. (σελ. 71)


Ο καθένας σ' αυτή τη γη πολεμάει με την δική του χαράδρα και με το δικό του χάος, συλλογίζεται ο Τρύφωνας, του ρίχνεται και το πολεμάει με όλα τα μέσα, μάχεται με χίλια βάσανα να στήσει ένα γεφύρι για να περάσει απέναντι, ιδροκοπάει μέρα και νύχτα πάνω στη δική του σκαλωσιά. (σελ. 73)


Η απελπισία δεν είναι καθόλου ψύχραιμος σύμβουλος για ένα λαό. (σελ. 86)


Ο Στέλιος καλοτυλίγεται με μια χοντρή φλοκάτη, αλλά πριν πέσει στο αχυρένιο του στρώμα για να κοιμηθεί, ρίχνει στο ζώο του μια τελευταία ματιά. Το μουλάρι ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον του και τον κοιτάζει κι αυτό, αλλά μ' έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν ανθρώπινο, θαρρείς και του λέει μ' ένα και μόνο βλέμμα: Μη σκοτίζεσαι, σύντροφε, μη βασανίζεις το κεφάλι σου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, ότι κι αν γενεί πάνω σ' αυτή τη γη, με γέφυρα η χωρίς γέφυρα, οι άνθρωποι θα μείνουν πάντα άνθρωποι και τα μουλάρια μουλάρια. (σελ. 92)


Δεν ήτανε η πρώτη φορά που ο πρωτομάστορας έβλεπε ανθρώπινα κοπάδια που 'ρχονταν από μακριά, από τα βόρεια, που περιπλανιούνταν επί μήνες, συχνά κι επί χρόνια, ώσπου να βρουν φιλόξενο τόπο, μια νέα πατρίδα. Απελπισμένοι πληθυσμοί που εγκαταλείπαν τα χωριά, τα σπίτια και τα πατρογονικά τους χώματα κι έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, άλλοτε για γλυτώσουν από την πείνα κι άλλοτε διωγμένοι από τους Τούρκους που 'χαν κατακτήσει τα Βαλκάνια. (σελ. 97)


...οραματίζονταν ένα κόσμο που δε θα 'χε παρά εμπόρους, μαγαζάτορες και μουστερήδες, με μοναδική του θεότητα τον παρά, την τράπεζα για εκκλησία, τον τραπεζίτη για παπά. (σελ. 106)


Έβλεπε η ντόπια φτωχολογιά την ξένη που έρχοταν για να πιάσει δουλειά κι άρχιζε η φαγωμάρα, γίνονταν συμπλοκές, σωστές μάχες, έτρεχε των απόκληρων το αίμα για το χατήρι του άρχοντα, του τσιφλικά. (σελ. 109)


Στην κασέλα μου θα βρεις και κάτι άλλα χαρτιά, που δεν είναι δικά μου, αλλά του Τρύφωνα. Να τα δώσεις κι αυτά σε κάνα μοναστήρι. Μην το αμελήσεις. Δίχως των τραγουδάρηδων τα λόγια, τα έργα μας δεν αξίζουν τίποτα. (σελ. 130-131)


29 Αυγούστου 1789... Μην περιμένετε, αγαπητέ μου φίλε, να σας εξηγήσω τι ακριβώς συμβαίνει και τι σημαίνουν όλες αυτές οι εξελίξεις. Κείνο που ξέρω είναι ότι εμείς οι Γάλλοι μοιάζουμε σήμερα με τους αλχημιστές του Μεσαίωνα: βάλαμε μια χύτρα πάνω στη φωτιά της Ιστορίας, ρίξαμε μέσα ένα σωρό ετερόκλητα στοιχεία, ανακατεύουμε και περιμένουμε να δούμε το αποτέλεσμα. Ο καθένας το φαντάζεται διαφορετικό, ανάλογα με την θέση που κατέχει στην κοινωνία, με την πείρα του, με τη μόρφωσή ή το επάγγελμά του. (σελ. 170)


Τα 'ξερε και τα 'βλεπε όλα αυτά ο μαστρο-Νικήτας, αλλά τα περισσότερα τα 'χε φανταστεί από πριν, τα 'χε προβλέψει. Κάτεχε καλά πως ο δρόμος που ανοίγεις για να μπορούν να ταξιδεύουν και να επικοινωνούν οι άνθρωποι δεν είναι μποστάνι για να τον μαντρώσεις, δεν είναι κάστρο να χτίσεις στα μπεντένια κανόνια, να βάλεις και μια κινητή γέφυρα. Ο παράς δεν ταξιδεύει ποτέ χωρίς συνοδεία, σέρνει από πίσω του, όπως κι ένα κάρο φορτωμένο κοπριά, ένα σωρό ζούδια, μύγες, σκαθάρια, σκουλήκια: χρήμα καθαρό, τίμιο, αθώο δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. (σελ. 178)


Δεν του καλοφαίνεται του σκλάβου η ξαφνική λευτεριά, συλλογίστηκε, του φαίνεται αφύσικο να μην βλέπει στα χέρια του δεσμά, έχει συνηθίσει στη σιγουριά που τον κάνει νοιώθει του αφέντη η παρουσία. Κάθε φορά που δεν βλέπει ο άνθρωπος γύρω του κάποιον για να τον υπακούσει, για να του προσπέσει, για να τον αποκαλέσει "αφέντη" δεν νιώθει καλά, νοσταλγεί την πρότερη σκλαβιά, αναζητάει αλυσίδες για να τις περάσει μονάχος του στα χέρια. (σελ. 195)

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Πέτερ Μπίχσελ: Κατά βάθος η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά


Πέτερ Μπίχσελ, Κατά βάθος η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά,μετάφραση Αθηνά Οικονομίδου, εκδόσεις γράμματα, 1986


Όταν φεύγουν οι νοικάρηδες, έρχονται άλλοι. Την πρώτη μέρα τους μυρίζεις, μυρίζεις πως τους αρέσει το σκόρδο, μυρίζεις το γράσο του μηχανικού και το ροκανίδι του μαραγκού, αργότερα ίσως τις πάνες του μωρού, μα πιο έπειτα, την Τρίτη κιόλας μέρα, η μυρωδιά γίνεται ένα με το σπίτι, είναι ξανά το σπίτι με τα τέσσερα πατώματα. [σελ.8 από το «Πατώματα»]

Είναι μικρή κοπέλα, μια σταλιά πραγματάκι, κουκλίτσα, μπιζουδάκι, σκέφτεσαι ακόμα.
Και βέβαια μπορείς να τη ρωτήσεις.
Έχει τρυφερό χέρι.
Περιμένει εδώ, πότε καμιά φιλενάδα, ποτέ καμιά συνάδελφο, το τρένο, το βράδυ.
Είναι μια κοπέλα.
Αν τη ρωτήσεις, είναι κιόλας γυναίκα. [σελ. 11 από το «Οι άντρες»]

Κανένας δεν προσέχει πως πέφτουν τα φύλλα των δέντρων. Ξαφνικά, δεν τους μένει μήτε ένα. Τον Απρίλη θα έχουν πάλι φύλλα, μπορεί κι απ` το Μάρτη. Τότε θα δεις πως βγαίνουν τα φύλλα. [σελ. 19 από το «Νοέμβρης»]

Κάποια φορά στη ζωή του πρέπει να το χώνεψε πως δε θα γίνει θηριοδαμαστής. Από τότε άρχισε να βρίσκει πολύ ακριβό το εισιτήριο του τσίρκου. [σελ. 20 από το «Τα λιοντάρια»]

Ο γαλατάς περνάει στις τέσσερις το πρωί, η κυρία Μπλουμ δεν το ξέρει, πολλές φορές σκέφτεται, πρέπει να τον γνωρίσω, πρέπει να σηκωθώ μια μέρα στις τέσσερις να τον δω. [σελ. 33 από το «Ο γαλατάς»]

Κατά βάθος, η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά. Ο γαλατάς την ξέρει την κυρία Μπλουμ, παίρνει δυο λίτρα και εκατό γραμμάρια, κι έχει καμένο κατσαρόλι. [σελ. 35 από το «Ο γαλατάς»]

Και υπάρχουν υπάλληλοι που αγαπούν τα παιδιά και μερικοί που τους αρέσουν τα ραπανάκια σαλάτα, και μερικοί μετά τη δουλειά πηγαίνουν για ψάρεμα, κι όταν καπνίζουν, προτιμούν κυρίως τον αρωματικό καπνό, και υπάρχουν υπάλληλοι που δε φοράνε καπέλο.
Και στις δώδεκα βγαίνουν όλοι απ` την πύλη. [σελ. 40 από το «Οι υπάλληλοι»]

Της γράφει ό,τι γράφει κανείς για τη θάλασσα και πως είναι γαλάζια, και της γράφει «φιλικούς χαιρετισμούς», όπως γράφει κανείς «φιλικούς χαιρετισμούς» και ζητάει συγνώμη για τον γραφικό του χαρακτήρα, ζητάει συγνώμη για τη μακριά σιωπή του και γράφει πως είναι καλά που φυσάει πάντα ένα αεράκι απ` τη θάλασσα. Έπειτα, μιαν άλλη φορά, αργότερα, θα ρίξει ο ταχυδρόμος ένα γράμμα στο κουτί, και κάτω απ` τη διεύθυνση θα λέει Svizzera, και θα είναι ο γραφικός του χαρακτήρας, και είναι όμορφα στη θάλασσα, πολύ του αρέσει. [σελ.43 από το «Της θάλασσας»]

Ο κύριος Κουρτ δεν προκαλεί την περιέργεια κανενός. Ωστόσο, τον ξέρουν χρόνια. Στην ατζέντα του αφεντικού, στις δεκατέσσερις Ιουλίου, γράφει: «κύριος Κουρτ». Εκείνη τη μέρα είναι τα γενέθλια του, και ο κύριος Κουρτ παίρνει την μπίρα του τζάμπα. [σελ. 51 από το «Τα χαρτιά»]

Στις 27 Δεκεμβρίου του 1970, ο εφημεριδοπώλης ξαναμπαίνει στο κατάστημα, δε βρίσκει την κοπέλα που τον είχε εξυπηρετήσει, κι αναγκάζεται να εξηγήσει πάλι διεξοδικά σε μιαν άλλη κοπέλα πως είχε αγοράσει χαβιάρι στις 24 Δεκεμβρίου, πως ζήτησε να του τα εξηγήσουν όλα, και πως το ίδιο βράδυ, στο δωμάτιό του, προσπάθησε επί δυο ώρες ν` ανοίξει το βαζάκι, αλλά δεν τα κατάφερε. («Δεν ξεκολλάει με τίποτα».) [σελ. 69 από το «Μια ιστορία για σχολικά αναγνωστικά»]

Έτσι, δεν έχει καμιά σημασία τι είπε ο μπογιατζής στον ντε Σταέλ, αλλά μπορεί να είπε τα εξής: «Δε γίνεται να πάρω τους πίνακες, η γυναίκα μου θα με κοροϊδεύει, κι έπειτα θα με ρωτήσει που τους βρήκα. Θ πρέπει τότε να της πω ότι μου τους έδωσαν για πληρωμή, και θα με βρίσει. Λοιπόν, καλύτερα να μην πάρω τίποτα για τη δουλειά, αφού δεν έχετε λεφτά, και δεν πειράζει- καλή καρδιά». [σελ. 75 από το «Η τέχνη του μπογιατζή»]