Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Άρης Φακίνος-Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα

Άρης Φακίνος, "Τό όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα", εκδόσεις Καστανιώτη

Κείνη την εποχή άλλωστε οι άνθρωποι δεν ήταν άπληστοι και φαταούληδες: αν είχαν λίγα, δεν παραπονιούνταν, τα μυαλά τους δεν έπαιρναν αέρα με τα περισσότερα. (σελ. 11)

Τι λογής κουβέντα, σκέφτηκα σε μια στιγμή, να πιάσει ο σημερινός ασφαλτόβιος ανθρωπάκος με τούτη τη γη, σε πια γλώσσα να της μιλήσει; Με τις πρώτες λέξεις που θα καταφέρει να ψελλίσει, θα 'χει για μόνη απάντηση την αδιαφορία της, την περιφρόνησή της. (σελ. 21)

Μαύρη κι άραχλη θα 'ναι η λευτεριά που θ' αποχτήσουμε, αν αρχίσουμε να συναγωνιζόμαστε τους βαρβάρους στην βαρβαρότητα. (σελ. 28)

Σ' αυτό τον άγριο τόπο η γη μοιάζει με πονηρή και ζόρικη γυναίκα, δεν ανοίγει την αγκαλιά της στον όποιο όποιο και μάλιστα με το πρώτο, δεν του δίνεται εύκολα. Για να την κάνει κάποιος ζάφτι, πρέπει να κατέχει καλά όλα τα κρυφά χούγια και τα μυστικά του κορμιού της, να μπορεί να προβλέπει όλα τα ξαφνικά κόλπα της. (σελ. 50)

Από τα πιο παλιά, από τα προϊστορικά σχεδόν χρόνια ο άνθρωπος εμπιστεύεται στο φθαρτό και πρόσκαιρο κτίσμα ένα σωρό μηνύματα για τους κατοπινούς καιρούς, του μέλλοντες κόσμους, παίρνει ένα κομμάτι μάρμαρο ή κάποιο ογκολίθι και λαξεύει, χαράζει, σκαλίζει, μιλάει για τους καημούς και για τα όνειρά του στους μεταγενέστερους. (σελ. 60-61)



Μια φορά στη Λάρισα, οι μπράβοι ενός μεγαλοτσιφλικά τον βασανίσανε με πυρωμένο σίδερο για να τον αναγκάσουνε να πάει και να τραγουδήσει στο αρχοντικό του αφεντικού τους που 'χε τραπέζι σ' ΄εναν Τούρκο πασά. Μια άλλη, στην Τρίπολη, οι προεστοί έβαλαν να τον κρεμάσουν από τα πόδια σ' έναν πλάτανο, επειδή τα τραγούδια του ξεσήκωναν των ραγιάδων τα μυαλά. Άλλοι τον πλήρωναν αδρά για να μιλήσει κι άλλοι για να σωπάσει-με τους ανθρώπους δεν βγάζεις ποτέ άκρη. (σελ. 71)


Ο καθένας σ' αυτή τη γη πολεμάει με την δική του χαράδρα και με το δικό του χάος, συλλογίζεται ο Τρύφωνας, του ρίχνεται και το πολεμάει με όλα τα μέσα, μάχεται με χίλια βάσανα να στήσει ένα γεφύρι για να περάσει απέναντι, ιδροκοπάει μέρα και νύχτα πάνω στη δική του σκαλωσιά. (σελ. 73)


Η απελπισία δεν είναι καθόλου ψύχραιμος σύμβουλος για ένα λαό. (σελ. 86)


Ο Στέλιος καλοτυλίγεται με μια χοντρή φλοκάτη, αλλά πριν πέσει στο αχυρένιο του στρώμα για να κοιμηθεί, ρίχνει στο ζώο του μια τελευταία ματιά. Το μουλάρι ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον του και τον κοιτάζει κι αυτό, αλλά μ' έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν ανθρώπινο, θαρρείς και του λέει μ' ένα και μόνο βλέμμα: Μη σκοτίζεσαι, σύντροφε, μη βασανίζεις το κεφάλι σου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, ότι κι αν γενεί πάνω σ' αυτή τη γη, με γέφυρα η χωρίς γέφυρα, οι άνθρωποι θα μείνουν πάντα άνθρωποι και τα μουλάρια μουλάρια. (σελ. 92)


Δεν ήτανε η πρώτη φορά που ο πρωτομάστορας έβλεπε ανθρώπινα κοπάδια που 'ρχονταν από μακριά, από τα βόρεια, που περιπλανιούνταν επί μήνες, συχνά κι επί χρόνια, ώσπου να βρουν φιλόξενο τόπο, μια νέα πατρίδα. Απελπισμένοι πληθυσμοί που εγκαταλείπαν τα χωριά, τα σπίτια και τα πατρογονικά τους χώματα κι έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, άλλοτε για γλυτώσουν από την πείνα κι άλλοτε διωγμένοι από τους Τούρκους που 'χαν κατακτήσει τα Βαλκάνια. (σελ. 97)


...οραματίζονταν ένα κόσμο που δε θα 'χε παρά εμπόρους, μαγαζάτορες και μουστερήδες, με μοναδική του θεότητα τον παρά, την τράπεζα για εκκλησία, τον τραπεζίτη για παπά. (σελ. 106)


Έβλεπε η ντόπια φτωχολογιά την ξένη που έρχοταν για να πιάσει δουλειά κι άρχιζε η φαγωμάρα, γίνονταν συμπλοκές, σωστές μάχες, έτρεχε των απόκληρων το αίμα για το χατήρι του άρχοντα, του τσιφλικά. (σελ. 109)


Στην κασέλα μου θα βρεις και κάτι άλλα χαρτιά, που δεν είναι δικά μου, αλλά του Τρύφωνα. Να τα δώσεις κι αυτά σε κάνα μοναστήρι. Μην το αμελήσεις. Δίχως των τραγουδάρηδων τα λόγια, τα έργα μας δεν αξίζουν τίποτα. (σελ. 130-131)


29 Αυγούστου 1789... Μην περιμένετε, αγαπητέ μου φίλε, να σας εξηγήσω τι ακριβώς συμβαίνει και τι σημαίνουν όλες αυτές οι εξελίξεις. Κείνο που ξέρω είναι ότι εμείς οι Γάλλοι μοιάζουμε σήμερα με τους αλχημιστές του Μεσαίωνα: βάλαμε μια χύτρα πάνω στη φωτιά της Ιστορίας, ρίξαμε μέσα ένα σωρό ετερόκλητα στοιχεία, ανακατεύουμε και περιμένουμε να δούμε το αποτέλεσμα. Ο καθένας το φαντάζεται διαφορετικό, ανάλογα με την θέση που κατέχει στην κοινωνία, με την πείρα του, με τη μόρφωσή ή το επάγγελμά του. (σελ. 170)


Τα 'ξερε και τα 'βλεπε όλα αυτά ο μαστρο-Νικήτας, αλλά τα περισσότερα τα 'χε φανταστεί από πριν, τα 'χε προβλέψει. Κάτεχε καλά πως ο δρόμος που ανοίγεις για να μπορούν να ταξιδεύουν και να επικοινωνούν οι άνθρωποι δεν είναι μποστάνι για να τον μαντρώσεις, δεν είναι κάστρο να χτίσεις στα μπεντένια κανόνια, να βάλεις και μια κινητή γέφυρα. Ο παράς δεν ταξιδεύει ποτέ χωρίς συνοδεία, σέρνει από πίσω του, όπως κι ένα κάρο φορτωμένο κοπριά, ένα σωρό ζούδια, μύγες, σκαθάρια, σκουλήκια: χρήμα καθαρό, τίμιο, αθώο δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. (σελ. 178)


Δεν του καλοφαίνεται του σκλάβου η ξαφνική λευτεριά, συλλογίστηκε, του φαίνεται αφύσικο να μην βλέπει στα χέρια του δεσμά, έχει συνηθίσει στη σιγουριά που τον κάνει νοιώθει του αφέντη η παρουσία. Κάθε φορά που δεν βλέπει ο άνθρωπος γύρω του κάποιον για να τον υπακούσει, για να του προσπέσει, για να τον αποκαλέσει "αφέντη" δεν νιώθει καλά, νοσταλγεί την πρότερη σκλαβιά, αναζητάει αλυσίδες για να τις περάσει μονάχος του στα χέρια. (σελ. 195)

Δεν υπάρχουν σχόλια: