Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΝΤ - ΕΝΝΕΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


















Όσκαρ Γουάιλντ, Εννέα μαγικά παραμύθια, μετάφραση από τα αγγλικά Ρένα Χατχούτ, εκδόσεις "γράμματα"


« Στον πόλεμο,» απάντησε ο υφαντής, «οι δυνατοί σκλαβώνουν τους αδύνατους, και στον καιρό της ειρήνης οι πλούσιοι σκλαβώνουν τους φτωχούς. Πρέπει να δουλέψουμε για να ζήσουμε αλλά μας δίνουν τόσο μικρά μεροκάματα που πεθαίνουμε. Όλη μέρα παλεύουμε για χάρη τους και αυτοί γεμίζουν τα σεντούκια τους χρυσάφι, ενώ τα παιδιά μας μαραίνονται πριν την ώρα τους και τα πρόσωπα αυτών που αγαπάμε γεμίζουν κακία. Εμείς πατάμε τα σταφύλια και άλλοι πίνουν το κρασί. Εμείς σπέρνουμε το στάρι και το δικό μας το τραπέζι είναι άδειο. Έχουμε αλυσίδες μόλο που κανένα μάτι δεν τις βλέπει και είμαστε σκλάβοι μόλο που οι άνθρωποι μας λένε ελεύθερους» (σελ. 13, Ο νεαρός βασιλίας)


«Mi bella princesa, ο αστείος νάνος σας δεν θα ξαναχορέψει ποτέ πια. Κρίμα γιατί ήταν τόσο άσκημος που ίσως να ‘κανε και τον βασιλιά να χαμογελάσει.»

«Μα γιατί δεν θα ξαναχορέψει;», ρώτησε η ινφάντα γελώντας.

«Γιατί η καρδιά του ράγισε και έσπασε», απάντησε ο αρχιθαλαμηπόλος.

Η ινφάντα συνοφρυώθηκε και τα λεπτεπίλεπτα χείλη της, σαν τα πέταλα από του τριαντάφυλλου σφίχτηκαν από περιφρόνηση. «Στο μέλλον αυτοί που θα έρχονται να παίξουν μαζί μου να μην έχουν καρδιές» φώναξε, και βγήκε τρέχοντας στον κήπο. (σελ. 53, Τα γενέθλια της ινφάντας)


«Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, είπε η τριανταφυλλιά , πρέπει να το πλάσεις με τη μουσική του φεγγαρόφωτου και να το βάψεις με το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις με ένα αγκάθι καρφωμένο στο στήθος σου. Όλη τη νύχτα θα μου τραγουδάς και το αίμα της ζωής σου πρέπει να κυλήσει στις φλέβες μου και να γίνει δικό μου.» (σελ. 139, το αηδόνι και το τριαντάφυλλο)


«Είμαι πολύ χαρούμενος που ταξίδεψα,» είπε το αστράκι «Τα ταξίδια ακονίζουν το μυαλό και σε απαλλάσσουν απ’ όλες σου τις προκαταλήψεις.»

«Ο κήπος του βασιλιά δεν είναι ο κόσμος, ανόητο αστράκι,» είπε ένα πελώριο ρωμαϊκό κερί. «Ο κόσμος είναι ένα πελώριο μέρος που θα σου έπαιρνε τρεις μέρες για να το δεις ολόκληρο.»

«Ο τόπος που αγαπάς είναι για σένα ο κόσμος,»είπε η σκεφτική περιστρεφόμενη ρόδα, που στα νιάτα της είχε αφοσιωθεί σε ένα ξύλινο κουτι και καμάρωνε για τη ραγισμένη της καρδιά. (σελ. 169, η αριστοκρατική ρουκέτα)


«Ε, εγώ λέω πυλοτεχνουργική,» απάντησε η ρουκέτα με αυστηρό τόνο στη φωνή και το βεγγαλίκο ένιωσε τόσο συντετριμμένο που άρχισε να κατσαδιάζει τα μικρά αστράκια για να δείξει ότι παρ’ όλα αυτά ήταν και αυτό πυροτέχνημα με κάποια κύρος. (σελ. 172, η αριστοκρατική ρουκέτα)


Δεν υπάρχουν σχόλια: